Τεχνολογία “επί ποδός”….

1
123

 

Του Τάσου Πατρώνη(*)

 

 

Στο άρθρο αυτό υποστηρίζω ότι η εμμονή στη συνεχή χρήση της πληροφορικής τεχνολογίας στην εκπαίδευση δεν είναι απλά η κυρίαρχη “μόδα”.  Η εμμονή αυτή, που στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναθερμαίνεται από μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή, έχει ευρύτερες κοινωνικο-πολιτισμικές αιτίες και συνέπειες/επιπτώσεις στην πρόσκτηση της γνώσης, ιδιαίτερα από τους νέους σπουδαστές, δασκάλους και καθηγητές.  Σκοπός μου είναι να θέσω σε συζήτηση ένα νέο πλαίσιο ανάλυσης, που επεκτείνει και αναπροσαρμόζει άλλες σχετικές προσεγγίσεις, μεταφέροντάς τις από το καθαρά πολιτικό πεδίο της “ενημέρωσης” και του ελέγχου των συνειδήσεων στο πεδίο της πρόσκτησης της γνώσης και της διαμόρφωσης των αναπαραστάσεων.

 

Το κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο

 

Ο τρόπος χρήσης της πληροφορικής τεχνολογίας στην εκπαίδευση και η εμμονή με αυτή την τεχνολογία δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από τις εντεινόμενες μεταβολές της ανθρώπινης κατάστασης, που εμπίπτουν κάτω από τον (κάπως γενικό και ασαφή) όρο “Παγκοσμιοποίηση”.  Η αβάσταχτη – ιδιαίτερα για τα νέα άτομα – νέα  πραγματικότητα και η σχετική αναπόφευκτη αίσθηση συμπίεσης του βιωματικού χωροχρόνου[1], που χαρακτηρίζεται ως κατάσταση επί ποδός κατά την έκφραση του Zygmunt Bauman, από τη μια μεριά, και από την άλλη ο διεθνής οικονομικός ανταγωνισμός, συνέβαλαν στην απαξίωση της κλασσικής παιδείας και οδήγησαν την Ευρωπαϊκή  Ένωση σε μια τεχνο-λειτουργικού τύπου εκπαίδευση[2].  Οι παιδαγωγικές επιστήμες παραχωρούν τη θέση τους στην εκπαιδευτική πολιτική. Οι νέοι δεν εκπαιδεύονται πλέον για να “γνωρίσουν τον κόσμο”, αλλά για να μπορέσουν να τον βιώσουν, καθώς αυτός γίνεται αβίωτος.  Οι σημερινοί νέοι θα πρέπει να εμφανίζονται ως “έτοιμοι (διαθέσιμοι) για όλα” και να κρύβουν κάτω από μια μάσκα τις πραγματικές τους διαθέσεις[3].

 

Η εκπαίδευση θεωρείται από το νέο καπιταλισμό ως κοινή παραγωγική επένδυση.  Στο πλαίσιο του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού και της “κουλτούρας των επιχειρήσεων”, η πληροφορική τεχνολογία προωθείται επίμονα και στην εκπαίδευση, εμφανιζόμενη ως οικονομικο-τεχνική επιλογή, ως βασική συνιστώσα του τεχνο-λειτουργικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης, που θα συμβάλει σε μια πλήρη – υποτίθεται –  αναδιάρθρωσή της: το εκπαιδευτικό λογισμικό, τα φύλλα εργασίας και οι “τράπεζες θεμάτων” προορίζονται να υποκαταστήσουν το διδακτικό βιβλίο και το δάσκαλο, όπως γενικότερα η πληροφορικοποίηση της εργασίας[4] υποκαθιστά πολλές από τις εργασίες ρουτίνας που παλιότερα απασχολούσαν περισσότερο εργατικό προσωπικό. Στην πραγματικότητα πρόκειται εδώ για μια πολιτική επιλογή.  Αυτή η υποτιθέμενη νέο-Τεϋλορική αναδιάρθρωση της εκπαιδευτικής εργασίας φαίνεται να χαίρει μεγαλύτερης εκτίμησης στην Ευρώπη από την πατρίδα του Τέυλορ, την Αμερική, όπου τελευταία το ενδιαφέρον δείχνει να επανέρχεται στο δάσκαλο[5] και οι αμοιβές των “επαγγελματιών” δασκάλων είναι σχετικά υψηλές[6].   Οι κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με μια σειρά από συνόδους και συλλογικές εκδόσεις που ξεκινούν κυρίως από τη Λευκή Βίβλο για τη διδασκαλία και τη μάθηση, επισήμαναν ότι « ο εργαζόμενος γίνεται περισσότερο ευάλωτος από τις μεταβολές στους τρόπους εργασίας, γιατί έχει καταστεί ένα απλό άτομο μέσα σε ένα περίπλοκο δίκτυο», για να συμπεράνουν ανενδοίαστα ότι «πρέπει όλοι επομένως (!) να προσαρμοστούν (…) στις μεταβολές που σημειώνονται στις συνθήκες εργασίας»[7].  Με την ίδια λογική στην Ελλάδα, οι εκπαιδευτικοί υποχρεώνονται σήμερα να προσαρμοστούν στον έλεγχο μετρήσιμων στόχων και στη διαδικασία της παραγωγής τυποποιημένων φύλλων εργασίας για τους μαθητές.  Εξαιτίας όμως του κορπορατιστικού συστήματος, που έχει βαθιές ρίζες στη χώρα μας[8], το κράτος καταπιέζει περισσότερο τους (νέους) εκπαιδευτικούς που δεν ανήκουν σε ισχυρή ομάδα συμφερόντων ή συνδικαλιστική παράταξη.

 

Οι γνωσιακές συνέπειες

 

Παρακάτω εστιάζουμε σε δύο από τις σοβαρότερες συνέπειες της εμμονής στην πληροφορική τεχνολογία: την επαναληψιμότητα και την “επιπεδότητα” των διαμορφούμενων αναπαραστάσεων.  Αυτές δεν αφορούν μόνο τη σχολική εκπαίδευση αλλά το σύνολο των μέσων διάδοσης (ή μετάδοσης) της παιδείας και της κουλτούρας, άρα αφορούν και τα Μέσα Επικοινωνίας και κυρίως το Διαδίκτυο.

 

Ας ξεκινήσουμε με ένα “εξωσχολικό” παράδειγμα. Ο τρόπος που τα έντυπα μέσα (εφημερίδες, περιοδικά) παρουσιάζουν την τέχνη και τους δημιουργούς της στο μεγάλο κοινό είναι πλέον στις μέρες μας τυπικά απλουστευτικός και επαναλήψιμος, παρόλο που μερικές φορές γίνεται χρήση ενός ιδιότυπου ψευδο-ακαδημαϊκού λόγου. Για παράδειγμα, δύο δημοσιεύματα για τον Γάλλο σκηνοθέτη Ζαν Λύκ Γκοντάρ, από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (1-7-2005) και το ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ (5-6-2014), πληροφορούν το κοινό παίρνοντας τις λέξεις του τίτλου μιας ταινίας του με μια κυριολεκτική, “επίπεδη” σημασία, χωρίς ουσιαστική κατανόηση:

«Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν» ή  «που πρέπει να ξέρετε για τον Γκοντάρ».

Ιδιαίτερα το δεύτερο δημοσίευμα οδηγεί το κοινό σ’ ένα χαρακτηριστικό κύκλο παρανάγνωσης, όμοιον με εκείνους που σχηματίζονται για πολλά θέματα με τα “links” του Διαδικτύου:

Ο Γκοντάρ και οι ΓυναίκεςΟ Γκοντάρ και η Νουβέλ ΒάγκΟ Γκοντάρ και η ΠολιτικήΟ Γκοντάρ και τα Cahiers du CinemaΟ Γκοντάρ και το Αμερικανικό ΣινεμάΟ Γκοντάρ και οι Γυναίκες.

 

Είναι εύλογη η θέση ότι η επαναληψιμότητα και η “επιπεδότητα” των αναπαραστάσεων όπως στον παραπάνω κύκλο οφείλεται στη μαζική επικοινωνία: όχι τόσο στα άτομα/πομπούς των μηνυμάτων, όσο στη δομή και λειτουργία των μέσων /καναλιών που τα μεταδίδουν (στο πιο πάνω παράδειγμα πρόκειται κυρίως για τα έντυπα, εφημερίδες και περιοδικά). Αυτή η γνωστή θέση για το ρόλο των μέσων στη μετάδοση των μηνυμάτων, που οφείλεται στον Marshall McLuhan[9], χρειάζεται όμως εδώ μια κατάλληλη επέκταση και αναπροσαρμογή. Τα σημερινά μέσα – ιδίως το Διαδίκτυο, από το οποίο αντλούν όλα τα υπόλοιπα – δεν  λειτουργούν απλά ως φορείς μηνυμάτων (όπως παλιότερα η τηλεόραση), αλλά και ως αναμεταδότες ή/και αναδιαμορφωτές προτύπων: των κοινωνικών στερεοτύπων, των ιδεολογικών αναπαραστάσεων, των εκλαϊκευμένων γνώσεων, του τρόπου ζωής, ακόμα και των «εναλλακτικών πρακτικών» (όλων αυτών που παλιότερα μεταδίδονταν  «από στόμα σε στόμα» ή «πάνω στη δράση» από άνθρωπο σε άνθρωπο). Παρ’ όλα αυτά παρατηρούμε το παράδοξο φαινόμενο, τα μηνύματα συνεχώς να πληθαίνουν και το νοητικό περιεχόμενό τους να φτωχαίνει, καθώς τα νέα μέσα επικοινωνίας, όπως παρατηρεί ο Χ. Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, «είναι προσανατολισμένα στη δράση και όχι στη σκέψη»[10].

 

Από τη δεκαετία του ’60 ο McLuhan είχε, ως ένα βαθμό, προβλέψει την κατάσταση των ημερών μας, θεωρώντας ότι κατευθυνόμαστε από ένα πολιτισμό “θερμό”, που στηρίζεται στο γραπτό λόγο σε ένα “ψυχρό” προφορικό πολιτισμό. Έτσι έκρινε, παρατηρώντας εξελίξεις όπως η υποκατάσταση της ανάγνωσης βιβλίων από την τηλεθέαση και η επικράτηση του αυτοματισμού στις διαδικασίες που μπορούσαν να προγραμματιστούν.  Εκείνο που κανείς δεν μπορούσε από τότε να φανταστεί  ήταν ότι ο επικείμενος αυτός προφορικός πολιτισμός θα μπορούσε, σαν ένα είδος  “υπέρθερμου” προγραμματισμού, να απορροφήσει τις μαθηματικές διαδικασίες κάνοντάς τις αδιαφανείς, να συνδυάσει αποσπασματικά τα σημαντικά γραπτά κείμενα και να τα αναμείξει “ψυχρά” με όλα τα σχετικά συγκείμενα ή και με όποιες άλλες, προφορικές και γραπτές προχειρότητες, παράγοντας ένα πλήθος “επίπεδων” αναπαραστάσεων σε νέους δασκάλους, καθηγητές και φοιτητές.  Είναι αλήθεια ότι κάποιοι νέοι άνθρωποι έχουν δημιουργήσει ατομικές ψηφιακές βιβλιοθήκες αλλά, όπως έχει παρατηρηθεί, αυτό έχει γίνει χωρίς εννοιολογική ιεράρχηση και ουσιαστική δυνατότητα διαλογής[11].

 

Ίσως η έλλειψη βάθους να είναι το πιο βαρύ τίμημα για την ανάκτηση της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης. Μέχρι την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου, οι αναπαραστάσεις των ανθρώπων για τον κόσμο (και φυσικά οι ιδεολογικές αναπαραστάσεις για τα δύο μεγάλα πολιτικά στρατόπεδα) ήταν ιεραρχικά οργανωμένες σε μια “καθαρή” βάση, ώστε οι συνειδήσεις να ελέγχονται και ευκολότερα. Μπορεί οι αναπαραστάσεις αρκετών ανθρώπων να μην αναφέρονταν σε πραγματικό τόπο και χρόνο, όπως για παράδειγμα, «η Ε.Σ.Σ.Δ. πατρίδα όλων των εργατών»[12], αλλά σχημάτιζαν ολόκληρα συστήματα πεποιθήσεων και ιδεών, για τα οποία πολλοί άνθρωποι διάθεσαν ή θυσίασαν τη ζωή τους. Τέτοιες αναπαραστάσεις δεν έχουν πολύ νόημα σήμερα, όπου η ελευθερία της έκφρασης δεν μπορεί εύκολα, ευτυχώς, να ανασταλεί. Το αίτημα μιας “μη επίπεδης” πρόσκτησης της γνώσης γίνεται, επομένως, ταυτόσημο με τη δυνατότητα δημοκρατικής λήψης ορθών αποφάσεων, χωρίς αποκλεισμό καμιάς ομάδας πολιτών.

 

 

 

Αναγνώριση: Στη δόμηση των ιδεών αυτού του άρθρου βοήθησε η συζήτηση που είχα με τον Στέλιο Μαρίνη, καθηγητή μαθηματικών στο Μουσικό Γυμνάσιο Πειραιά.

 

 

 (*) Ο Τάσος Πατρώνης είναι επίκουρος καθηγητής παιδαγωγικής μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας

valdemar@math.upatras.gr

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


[1]  Βλ.σχετ. Ζ. Bauman, Παγκοσμιοποίηση: οι συνέπειες για τον άνθρωπο.  Εκδ.Πολύτροπον, 2004.

[2]  Πρβλ. Αμ. Υφαντή, Εκπαιδευτική Πολιτική & Σχεδιασμός για ένα Σύγχρονο Σχολείο.  Εκδ. Λιβάνη, 2011, σελ. 65-66.

[3]  Βλ. Φ. Βιόλα, Η Κοινωνία της Αφαίρεσης.  Εκδ. Στάχυ, 1993, κεφ.11.

 

[4]   Όρος που χρησιμοποιείται στο: Ολιβιέ Παστρέ, Η Πληροφορικοποίηση και η Απασχόληση. Εκδ. Ασυνέχεια, 1986.

[5]   Βλ. σχετ. π.χ. Priscilla Bremser, “Listening to Teachers”.  Notices of the American Mathematical Society, Vol. 61,5, σελ. 512-514.

[6]  T. Popkewitz, «Μια πολιτική/κοινωνιολογική κριτική των μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση των δασκάλων» στο: T. Popkewitz-Μ. Νικολακάκη,  Κριτικές Προσεγγίσεις στην Εκπαιδευτική Πολιτική. Εκδ. Ι. Σιδέρης, 2012.

[7]  White Paper on Teaching & Learning: Towards the Learning Society.  Έκδοση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,  Λουξεμβούργο 1995 (όπως αποδίδεται από τους Χ. Κάτσικα και Κ. Θεριανό στο βιβλίο Τα πανεπιστήμια φλέγονται, εκδ. Λιβάνη, 2007,  σελ.61).

[8]  Σχετικά με τον κορπορατισμό στην εκπαιδευτική πολιτική, βλ. Αμ. Υφαντή, ό.π., σελ. 23-27.

[9]  M. McLuhan, Understanding Media: The Extensions of Man.  London & N.York, 1964.

[10]  Χ. Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Για μια Θεωρία των Μέσων Επικοινωνίας.  Εκδ. Επίκουρος, 1981.

[11]  J-C. Carrière & U. Eco, Μην ελπίζετε να απαλλαγείτε από τα βιβλία.  Εκδ. Λιβάνη, 2010.

[12]  Simon Weil, Ανάγκη για ρίζες.  Εκδ. Κέδρος, 2014, σελ. 157.

 

Προηγούμενο άρθροΤα ροζ φλαμίνγκο του Βασίλη…
Επόμενο άρθροΤα ανεξάλειπτα ίχνη της οικογενειακής μνήμης μετά τον λυγμό

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Θα ήθελα να επισημάνω τα εξής:

    1. Η σχέση εκπαιδευτικού/μαθητή είναι μία σχέση διαλεκτική και δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τις νέες τεχνολογίες που μετατρέπουν τον μαθητή σε παθητικό δέκτη

    2. Δεν πρέπει να είμαστε τελειώς αφοριστικοί ως προς την τάση προς τις νέες τεχνολογίες στον εργασιακό χώρο. Τα online συστήματα παροχής υπηρεσιών διευκολύνουν πολύ τους ανθρώπους που είναι εξοικειωμένοι με την τεχνολογία ενώ αντίθετα ταλαιπωρούν τους ανθρώπους που δεν έχουν άνεση με τις νέες τεχνολογίες.

    3. Σε οποιοδήποτε μέσο (είτε αυτό είναι βιβλίο, είτε τηλεόραση, είτε internet) ο χρήστης επιλέγει αν θα είναι παθητικός δέκτης ή θα θέσει σε λειτουργία μηχανισμούς σκέψης. Η “επιπεδότητα” των μηνυμάτων μπορεί να λειτουργήσει και κατασταλτικά (δέχομαι το μήνυμα ως έχει και το αναμεταδίδω χωρίς να μπω στην διαδικασία να δω αν παρέχει ουσιαστική γνώση) ή μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να βάλει τον ενεργητικό αναγνώστη να ψάξει περισσότερες πληροφορίες για το εν λόγω μήνυμα, δηλαδή έμμεσα να αφήνει περιθώρια στην υποκειμενικότητα (π.χ. διαμορφώνω τη δική μου άποψη για τον Γκοντάρ εφόσον η πληροφορία που μου δίνεται είναι ελλειπής).

    4. Και μία ερώτηση: Πιστεύετε ότι η επιλογή λέξεων για την προώθηση μηνυμάτων χωρίς νοητικό περιεχόμενο είναι εσκεμμένη επιλογή μιας καπιταλιστικής ισοπεδωτικής κουλτούρας ή τελικά και οι ίδιοι οι φορείς των μηνυμάτων (π.χ. αυτοί που γράφουν ένα άρθρο) στερούνται και οι ίδιοι νοητικού περιεχομένου?

    Ευχαριστώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here