Τέχνη και πολιτική στη Γερμανία- Η Μέρκελ, ο Έμιλ Νόλντε κ.ά (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

4
582

 

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)

 

Στο κλίμα του ζόφου εξ αιτίας του κορονοιού που πλήττει την ανθρωπότητα στο σύνολό της, όπως συμβαίνει συχνά στις οριακές καταστάσεις υπάρχουν και κάποια θετικά στοιχεία στο πεδίο της ωρίμανσης των αντιλήψεων της κοινωνίας για την πραγματική φύση των πραγμάτων. Αυτή η ωρίμανση συνδυάζεται με την ανάγκη για ουσιαστική και συνολική, αντί της προηγούμενης μετέωρης και αποσπασματικής, ενημέρωση για τον τρόπο που λειτουργούν τα πράγματα, και με την έμφαση στο κύριο αντί του επουσιώδους.

Είναι χαρακτηριστική  η τοποθέτηση του αμερικανού διανοητή Μάικ Ντέιβις με αφορμή την πανδημία του κορονοιού στο κείμενό του «Το τέρας προ των πυλών». Ο εμβληματικός συγγραφέας των βιβλίων «Ο πλανήτης των παραγκουπόλεων», «Οικολογία του φόβου», «Ολοκαυτώματα της βικτωριανής εποχής», «Νεκρές πόλεις», υποστηρίζει ότι την εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι εκ των πραγμάτων απαραίτητη μία συντονισμένη, θεσμική παγκόσμια πολιτική υγείας, κάτι που σήμερα είναι αδιανόητο για οποιοδήποτε πολιτικό πρόγραμμα στον πλανήτη. Επί πλέον, ο Ντέιβις επισημαίνει ότι οι τρέχουσες προτεραιότητες στον τομέα της υγείας είναι αντεστραμμένες σε σχέση με τις ουσιαστικές, κύριες ανάγκες της ανθρωπότητας, καθώς η παραγωγή φαρμάκων δεν είναι εστιασμένη στην αντιμετώπιση  επερχόμενων πανδημιών αλλά ούτε και στην αποτελεσματική διαχείριση σοβαρών τρεχουσών ασθενειών, με νέα αντιβιοτικά και αντιικά φάρμακα. Αντίθετα, ο στόχος είναι το βραχυπρόθεσμο κέρδος που βρίσκεται στα εξαρτησιογόνα ηρεμιστικά, θεραπείες για την ανδρική στύση, και για τα προβλήματα της καρδιάς. Κάθε τόσο ανακοινώνεται στον διεθνή οικονομικό τύπο ότι μία μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία διακόπτει τα προγράμματα έρευνας και αυτό παρουσιάζεται ως ικανοποιητική είδηση υπέρ της οικονομικής θέσης της εταιρείας. Ο Ντέιβις επισημαίνει σχετικά ότι από τις 18 μεγαλύτερες φαρμακευτικές εταιρείες, 15 έχουν εγκαταλείψει τελείως το πεδίο της έρευνας.

Με άλλα λόγια, σε ένα τόσο κρίσιμο για την επιβίωση της ανθρωπότητας πεδίο, η έμφαση βρίσκεται σε επουσιώδη ζητήματα και όχι στο κύριο πρόβλημα. Είναι τραγικό το ότι αυτή η ανισόρροπη έμφαση διέπει πολλά πεδία της συλλογικής ανθρώπινης δραστηριότητας αυτή την εποχή. Ένα τέτοιο παράδειγμα στο πεδίο της πολιτικής είναι η «Υπόθεση Νόλντε» στη Γερμανία.

Υπόθεση Νόλντε

Δύο πίνακες του φημισμένου εξπρεσιονιστή ζωγράφου Εμιλ Νόλντε κοσμούσαν για χρόνια το γραφείο της καγκελαρίου Ανγκελα Μέρκελ. Μπροστά σ’ αυτούς τους πίνακες φωτογραφιζόταν όταν συναντούσε τους ξένους ηγέτες. Ο Νόλντε είχε όλα τα προσόντα ώστε να δεσπόζει στο γραφείο της επί κεφαλής της σύγχρονης Γερμανίας. Εκτός της υψηλής του καλλιτεχνικής αξίας, το έργο του είχε κυνηγηθεί από το καθεστώς του Χίτλερ: οι πίνακές του είχαν κυρίαρχη θέση στη διαβόητη Έκθεση ²Εκφυλισμένη τέχνη² που πραγματοποιήθηκε στο Μόναχο το 1937. Η Εκθεση αυτή, με έργα ζωγράφων που δεν θα είχαν πια θέση στη νέα εποχή, ανακατεμένα με ζωγραφική ψυχοπαθών από τα άσυλα της χώρας, ήταν επί της ουσίας το ισοδύναμο με την καύση των βιβλίων για τη ζωγραφική. Στη μεταπολεμική Γερμανία, ήταν ο Χέλμουτ Σμιτ, καγκελάριος των Σοσιαλδημοκρατών, εκείνος που έδωσε έμφαση στο έργο του Nolde, κοσμώντας πρώτος αυτός με τους πίνακές του την κατά τα άλλα πολύ λιτή επί των ημερών του Καγκελαρία στη Βόννη. Ο Σμιτ έλεγε ότι ο αποκλεισμός της εξαίσιας ζωγραφικής του Nolde από τους Χιλτερικούς, έπαιξε ρόλο στην υιοθέτηση αντικαθεστωτικής στάσης από τον ίδιο εκείνη την εποχή. Ως Καγκελάριος, σε συνεννόηση με τον Χένρυ Κίσινγκερ και το Μουσείο Γκουγκενχάιμ στη Νέα Υόρκη, ασχολήθηκε πολύ και αποδοτικά για τη διάδοση της ζωγραφικής του Nolde στις ΗΠΑ.

*

Με αυτά τα δεδομένα και αυτή την προϊστορία, ήταν τουλάχιστον παράδοξη η εσπευσμένη απόφαση της Μέρκελ πριν από λίγους μήνες να αποκαθηλώσει από τους τοίχους του γραφείου της τους πίνακες του εξπρεσιονιστή καλλιτέχνη. Έχει τη σημασία του ότι δεν ήταν λόγοι ανακαίνισης που παρακίνησαν την καγκελάριο της Γερμανίας σ’ αυτή την απόφαση, μα λόγοι καθαρά πολιτικοί. Ήταν το αποτέλεσμα μιας έρευνας των B.Fulda, A.Soika και Ch.Ring για τα πολιτικά φρονήματα του Nolde, η οποία κατέληγε ότι ο καλλιτέχνης ήταν πιο ναζί από τους ναζί, όχι στην πρακτική του μα στις ιδέες του.

Περί τίνος πρόκειται; Πώς μπορεί τόσες δεκαετίες μετά τη λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου να είναι ακόμα τόσο τοξική η σχέση της Γερμανίας με το απώτερο παρελθόν της; Ποιό είναι το βάρος, η σημασία των όποιων φρονημάτων ενός κατά τα άλλα κυνηγημένου καλλιτέχνη σε σχέση με την καλλιτεχνική αξία του έργου του, σε μια χώρα στο μεταπολεμικό σύστημα της οποίας βρήκε τελικά τον χώρο του μεταξύ άλλων ο Άλμπερτ Σπέερ, ο επιχειρησιακός συντονιστής της πολεμικής προσπάθειας των Ναζί και τεχνικός υπεύθυνος για την οργάνωση των στρατοπέδων συγκέντρωσης και εξόντωσης εκατομμυρίων ανθρώπων; Και τέλος, ποιά μπορεί να είναι η σχέση της τέχνης και των καλλιτεχνών με το καθεστώς που κυβερνά τη χώρα την εποχή της δημιουργίας του;

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

 

Αποναζιστικοποίηση και ναζιστικοποίηση

Μετά τη συντριβή της Γερμανίας του Χίτλερ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η χώρα ήταν υπό την πολλαπλή κατοχή των δυνάμεων των νικητών. Στην περιοχή της λεγόμενης Δυτικής Γερμανίας – της προδρόμου του σημερινού ενιαίου κράτους – έλαβε χώρα η λεγόμενη αποναζιστικοποίηση, κατά την οποία οι ανακρινόμενοι έπρεπε κατά κάποιο τρόπο να αποδείξουν σε ειδικές  επιτροπές των συμμάχων νικητών, μα βασικά των Αμερικανών, ότι δεν ήταν συνεργάτες των Ναζί. Η διαδικασία δεν μπορούσε επί της ουσίας παρά να είναι ατελέσφορη: σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς σαν αυτό των Ναζί ή είσαι ανοιχτά αμφισβητίας άρα κυνηγημένος και πιθανότατα εξοντωμένος, διαφορετικά είσαι εκ των πραγμάτων αναγκασμένος για την επιβίωσή σου, αλλά και για την εξασφάλιση μιας κανονικότητας στη ζωή σου, να ενταχθείς στις δομές του.

Στην πραγματικότητα, ο τρόπος με τον οποίο συντελέστηκε η αποναζιστικοποίηση εξίσωνε δίκαιους και άδικους, δηλαδή εκείνους που συμμετείχαν εκόντες άκοντες, με αυτούς που διαδραμάτιζαν ενεργά τοξικούς ρόλους στο σύστημα. Έχουν γραφτεί πολλά γι’ αυτό το ζήτημα, μα η γερμανική ταινία του Ριτσιαρέλι ²Λαβύρινθος της σιωπής² (Im Labyrinth des Schweigens, 2014) που αναφέρεται στη δίκη για το Αουσβιτς που έλαβε χώρα στη Φρανκφούρτη από το 1963 ως το 1965, είναι εξόχως διαφωτιστική.

Σε κάθε περίπτωση, η αποναζιστικοποίηση –που λειτούργησε τελικά με αμερικανόπνευστο τρόπο ώστε να καταδειχθεί σε μαζική κλίμακα ²ποιός είναι το νέο αφεντικό²- δυσκόλεψε στην αρχή πολλούς από τους εμφανείς διαχειριστές της ναζιστικής μηχανής, όπως και τους οργανικούς διανοούμενούς της. Μια ²βιομηχανία² ημερολογίων, αποσπασματικών βιογραφιών, ακόμα και σημειωμάτων που υποτίθεται ότι γράφηκαν τη ναζιστική περίοδο ως ²κρυφές αμφισβητήσεις², ή αμέσως μετά, στη φάση της αποναζιστικοποίησης,με απολογητικό ή και παραληρηματικό χαρακτήρα, άνθησε εκείνη την εποχή. Η δραστηριότητα εκείνη αποσκοπούσε στην αποφυγή της θανατικής ποινής για όσους είχαν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα, στην αθώωση των υποδεέστερων, και ιδανικά στην ένταξή όλων στο μεταπολεμικό σύστημα, με κύρια γεωπολιτική σκοπιμότητα πλέον τις ανάγκες του Ψυχρού Πολέμου και την αντιπαλότητα με τη Σοβιετική Ενωση.

Έχει τη σημασία του πάντως για τη μελέτη και αξιολόγηση του ιστορικού παρελθόντος, το γεγονός ότι κανείς από όσους υπηρέτησαν ενεργά και με υπερβάλλοντα ζήλο το καθεστώς του Χίτλερ δεν βγήκε δημόσια να υποστηρίξει τα έργα και τις ημέρες του ή αυτή την ιδεολογία, της οποίας μέχρι πρότινος ήταν με φανατισμό σημαιοφόρος της. Ο Ναζισμός έμοιαζε να έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης, σχεδόν σαν να μην υπήρξε ποτέ. Αυτό, σε θλιβερή αντιδιαστολή με τα μεγάλα «μνημειακά» έργα του αρχιτέκτονα Σπέερ κατά παραγγελία του Φύρερ του, ελάχιστα χρόνια πριν, έργα που είχαν διαφημιστεί ως αυτά που θα κρατήσουν ζωντανό το πνεύμα του Ενθικοσοσιαλισμού για όλους τους επερχόμενους αιώνες, φανέρωνε γυμνή την αλήθεια: οι ναζιστές δεν ήταν παρά ένας εσμός δολοφονικών συμφεροντολόγων, δεν είχαν σχέση με κάποια «ιδεολογία» που να μπορούσε να υποστηριχτεί σε ανοιχτό, ελεύθερο από καταναγκασμούς, πεδίο.

Από την άλλη μεριά, ο ισοπεδωτικός χαρακτήρας της αποναζιστικοποίησης με τον τρόπο που υλοποιήθηκε, συνετέλεσε ώστε – έστω και μη ομολογημένα – να φορτωθεί ο γερμανικός λαός στο σύνολό του την ευθύνη για το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς. Επί της ουσίας, αυτή είναι η επιβληθείσα πολιτικά ορθή ορθοδοξία της μεταπολεμικής Γερμανίας. Εκείνα τα χρόνια έμειναν στη συλλογική μνήμη ως ²μαύρη τρύπα². Είναι χαρακτηριστικό ότι σημαντικό μέρος της μεταπολεμικής γερμανικής λογοτεχνίας διέπεται από αυτό το ενοχικό ή έστω τουλάχιστον αμήχανο πνεύμα. Είναι ακριβώς αυτή η καταστατική αμηχανία που δημιουργεί εύκολα μικρές ή μεγάλες αναταράξεις στο πολιτικό σύστημα, κάθε φορά που αναφέρεται κάποια σύνδεση με το Χιτλερικό καθεστώς.

*

Αν έτσι λειτούργησε η αποναζιστικοποίηση, σε τι συνίσταται η ναζιστικοποίηση, δηλαδή  η εμπλοκή του γερμανικού λαού με τους Ναζί;

Το θέμα είναι σύνθετο. Η σχετική βιβλιογραφία τεράστια. Για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου θα εστιάσουμε στα πολύ βασικά. Πολύ συνοπτικά, όσον αφορά κατ’αρχάς το ιστορικό πολιτικό πλαίσιο: όχι πολλές δεκαετίες πριν από την επικράτηση του ναζισμού, η Γερμανία, κατακερματισμένη πρώτα σε δεκάδες κρατίδια με κοσμική ή εκκλησιαστική ηγεσία τα οποία διατηρούσαν ακόμη δομές φεουδαρχικού τύπου πέρασε στο κράτος-έθνος. Το κράτος αυτό, με μια σχεδόν στρατοκρατική οργάνωση της κοινωνίας, μια άκαμπτη ιεραρχία που βασιζόταν κυρίως στην αριστοκρατία των γαιοκτημόνων, αλλά και μια παράλληλη ολοένα μεγαλύτερη έμφαση στην ανάπτυξη της βιομηχανίας, ισχυροποιούσε διαρκώς τη θέση του έχοντας πάντοτε βλέψεις στα εδάφη και τα γεωστρατηγικά προνόμια των άλλων ευρωπαικών δυνάμεων, τα κράτη των οποίων είχαν κατά πολύ προηγηθεί του δικού τους.

Το σύστημα αυτό ²χτύπησε στα βράχια² με την ήττα της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε η χώρα μπήκε σε μία παρατεταμένη περίοδο μεγάλων κοινωνικών αναταράξεων και εσωτερικών συγκρούσεων. Μάλιστα, οι τεράστιες πολεμικές αποζημιώσεις που οι νικητές επέβαλλαν στη χώρα, επέτειναν όχι μόνο την οικονομική δυσπραγία (η οποία κατά τα άλλα αφορούσε ολόκληρη την Ευρώπη, ιδίως μετά το Κραχ του 1929), αλλά και μια συλλογική εσωστρέφεια και μια αίσθηση γενικευμένης μνησικακίας,  εξ αιτίας ενός (πραγματικού ή φανταστικού) κλίματος περικύκλωσης από τον διεθνή περίγυρο.

Η τοξική αυτή κατάσταση μαζί με τις δυσκολίες μετάβασης στη μοντέρνα εποχή που υπήρχαν σε όλα τα παραγωγικά εξελιγμένα κράτη ακόμα και την εποχή που προηγήθηκε του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, και σε συνδυασμό με τα ειδικά κοινωνικά και δομικά χαρακτηριστικά της Γερμανίας εκείνης της εποχής, συνέβαλλαν στη διάδοση αν όχι μιας ²ιδεολογίας², πάντως ενός κλίματος καταφυγής σε ένα συνονθύλευμα παλιών γερμανικών μύθων που αναφερόταν σε μια εξιδανικευμένη ονειρική προνεωτερική εποχή. Αυτό δεν περιορίστηκε σε μια συλλογική συναισθηματικά υπερφορτισμένη διάθεση, μα και σε ένα είδος φιλοσοφίας – με ή χωρίς εισαγωγικά – με σημαία της τον ανορθολογισμό και την αποστροφή προς τον Διαφωτισμό. Όπως συνοψίζει ο Πέτρος Μαρτινίδης σχετικά, μια φιλοσοφία που διακηρύσσει ότι ²πρέπει να κατοικούμε ποιητικά τον κόσμο, να επιστρέψουμε στη γη και στη φωνή του αίματος που δεν ψεύδονται, στο ²δάσος² του αυθεντικού όντος, με τις αιφνίδιες επιφοιτήσεις που επιφυλάσσουν τα ²ξέφωτά² του…² Η διάθεση ποιητικής εγκατοίκησης του κόσμου ποτέ δεν άφηνε αδιάφορη τους ανθρώπους, ευτυχώς, συνιστά μάλιστα ένα πολύτιμο συστατικό μιας πλούσιας, εμπνευσμένης ζωής, μα όταν αυτή δεν αφορά τη στάση του προσώπου αλλά μια φυλετικά υπερέχουσα συλλογικότητα, αυτή της υποτιθέμενης Αρίας φυλής, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα προαναφερθέντα, όπως και με την αντίθεση στον ορθολογισμό, δεν μπορεί παρά να δημιουργεί μια ανησυχητική ατμόσφαιρα, μια προδιάθεση για μια Αποκάλυψη με σκοτεινό πρόσημο.

Καθώς τέτοιου είδους χαρακτηριστικά συνιστούν τμήμα του ιδεολογικού οπλοστασίου του ναζισμού, μήπως αυτό συνεπάγεται ότι ο γερμανικός λαός ήταν «εξ αρχής χιτλερικός», πριν ακόμα κυβερνήσει ο Χίτλερ; Όχι. Κατηγορηματικά όχι. Είναι σαν να λέμε ότι όλοι οι κάτοικοι μιας συντηρητικής πολιτείας στο Νότο των ΗΠΑ επιδιώκουν να κυβερνηθούν από την Κου Κλουξ Κλαν. Αδιανόητο έτσι κι αλλιώς, πολύ περισσότερο για μια χώρα σαν τη Γερμανία, στο κέντρο της Ευρώπης, που διαθέτει μια στιβαρή κουλτούρα, που βρίσκεται διαχρονικά σε μια ροή επικοινωνίας με την κουλτούρα της υπόλοιπης ηπείρου. Άλλωστε, αν το ναζιστικό καθεστώς ήταν η αβίαστη, φυσική επιλογή των Γερμανών, δεν θα υπήρχε λόγος να επιβληθεί ένα τόσο αποτρόπαιο σύστημα ολοκληρωτικού ελέγχου και εκφοβισμού στο εσωτερικό της χώρας, ούτε βέβαια οι δημόσιες άγριες τελετές καψίματος απαγορευμένων βιβλίων θα ελάμβαναν χώρα (βιβλία Γερμανών έκαιγαν), και για να θυμηθούμε τον Εμίλ Νόλντε, δεν θα διοργανωνόταν διαβόητες Εκθέσεις σαν αυτή της ²Εκφυλισμένης Τέχνης² όπου παρουσιαζόταν ως μιάσματα του πολιτισμού τα ζωγραφικά έργα των Γερμανών Εξπρεσιονιστών, εξομοιωμένα με πίνακες που έφτιαξαν τρόφιμοι Ψυχιατρείων, πριν το σκοτάδι σκεπάσει τα έργα αυτά για πάντα. Στην πραγματικότητα, οι Ναζί μέχρι να καταλάβουν την εξουσία έλεγαν σε κάθε μερίδα του πληθυσμού αυτό που θα ήθελε να ακούσει, ασχέτως του τί θα κάνανε μετά την εγκαθίδρυση του καθεστώτος. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των αγροτών, οι υποσχέσεις προς τους οποίους για στήριξη με κάθε τρόπο, αγνοήθηκαν στη συνέχεια αφού δόθηκε προτεραιότητα στην προμήθεια αγροτικών προϊόντων από τις γειτονικές ανατολικές χώρες με τη μέθοδο του κλήρινγκ. Η κύρια, με απόσταση, έγνοια και εμμονή των Ναζί ήταν να στηθεί μια πολεμική δολοφονική μηχανή καταπίεσης και επέκτασης. Έχει σημασία ότι τα τεχνικά τους έργα – εκτός από την κατασκευή των νέων αυτοκινητόδρομων όπου θα κυκλοφορούσαν τα Volkswagen, τα οχήματα του λαού της Αρίας φυλής – ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα μνημεία του Εθνικοσοσιαλισμού.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε αντιδιαστολή με το μεγάλης κλίμακας πολεοδομικό και κατασκευαστικό έργο  στις ιταλικές πόλεις κατά τη διάρκεια του καθεστώτος του Μουσολίνι, που έδωσε την ευκαιρία στην πολύ ποιοτική Ιταλική αρχιτεκτονική να συνεχίσει να εξελίσσεται χωρίς διακοπή, επί της ουσίας οι γερμανικές πόλεις παρέμειναν ως τη μεταπολεμική περίοδο απαράλλαχτα οι ίδιες. Και όχι μόνο αυτό. Αρχιτέκτονες που είχαν δημιουργήσει στην προχιτλερική Γερμανία το υπόβαθρο για μια εντελώς νέου τύπου μοντέρνα αρχιτεκτονική, με σημαία το κίνημα του Bauhaus, αναγκάστηκαν κυνηγημένοι να ξενιτευτούν, καθώς η πολιτική των Ναζί σ’αυτό το πεδίο ήταν η έμφαση σε μια κούφια μνημειακότητα. Εχει ενδιαφέρον ότι η αρχιτεκτονική τύπου Bauhaus υλοποιήθηκε μαζικά όχι στη Γερμανία που γεννήθηκε, αλλά στη νεοϊδρυθείσα πόλη του Τελ Αβίβ στην τότε αγγλοκρατούμενη Παλαιστίνη, από εβραίους εποίκους που κατάφεραν εγκαίρως να ξεφύγουν από την επαπειλούμενη καταστροφή τους.

Η σύγκριση της ναζιστικής Γερμανίας με τη φασιστική Ιταλία είναι πολλαπλά διαφωτιστική. Παρά την εξόχως καταπιεστική φύση του Ιταλικού καθεστώτος, υπήρχε ένα είδος ανεκτικότητας προς τον υφιστάμενο και εξελισσόμενο πολιτισμό της χώρας, η οποία εμπεριείχε και την υιοθέτηση ολόκληρων δυναμικών κινημάτων, όπως ήταν αυτό των Φουτουριστών στη ζωγραφική. Μάλιστα, μολονότι η έμφαση στην Ιταλία ήταν στη λεγόμενη ²εθνική κουλτούρα² – χωρίς τη συντριβή των τοπικών πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων που διαχρονικά ήταν και παρέμειναν μέχρι σήμερα πολύ ισχυρές, αρκεί να αναφερόταν στην ιδέα της ενιαίας Ιταλίας – υπήρξαν ενδιαφέροντα ανοίγματα προς τα προϊόντα της μαζικής κουλτούρας των ΗΠΑ. Είναι χαρακτηριστική η σύμβαση στη δεκαετία του 1930 του μεγάλου εκδοτικού οίκου Mondadori με την εταιρεία Walt Disney, ώστε να εκδίδεται στην Ιταλία το περιοδικό Topolino, με περιπέτειες του Μίκυ Μάους και του Ντόναλντ Ντακ, φτιαγμένες από Ιταλούς δημιουργούς, κάτι που συνεχίζεται ως τις μέρες μας. Κάτι τέτοιο,δηλαδή η υιοθέτηση και διάδοση «ξένων» πολιτιστικών προτύπων, θα ισοδυναμούσε με έγκλημα καθοσιώσεως στη Γερμανία του Χίτλερ.

Η σχέση των Ναζί με την τέχνη και την ιδεολογία χαρακτηρίζεται από έναν χυδαίο πρωτογονισμό. Η ταινία «Χίτλερ- ένα φιλμ από τη Γερμανία» του Hans-Jurgen Syberberg (1977) είναι αποκαλυπτική του τρόπου με τον οποίο οι χιτλερικοί επένδυσαν στη φαντασμαγορία αρχαιζουσών ψευδοϊστορικών αναπαραστάσεων και μαζικών τελετουργιών, προκειμένου να καθηλώσουν έναν ολόκληρο λαό.

*

Επειδή όμως το κρισιμότερο τεστ για την όποια αξία των ιδεών είναι η πραγματικότητα (αλλιώς ελλοχεύει ο κίνδυνος της καθήλωσης σε έναν φαύλο κύκλο ιδεών και αντι-ιδεών, της αέναης περιδιάβασης σε έναν λαβύρινθο χωρίς έξοδο), η τεράστια υποκρισία των Χιτλερικών φανερώνεται στο πεδίο της χρήσης της τεχνολογίας. Σημαία των οργανικών ²διανοούμενων² του καθεστώτος, ήταν η απέχθεια προς την τεχνολογία που υποτίθεται ότι νοθεύει την αγνότητα και αυθεντικότητα της ζωής: τα γραπτά τους είναι γεμάτα από τέτοιες εξω-ιστορικού τύπου, γνωστικά μετέωρες τοποθετήσεις. Δεν υπάρχει πιο τραγικοκωμική, ανεκδιήγητη προσέγγιση από αυτή, αν αναλογιστούμε τον βιομηχανικό τρόπο εξόντωσης των κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως βέβαια και την απλή διαπίστωση ότι χωρίς την τεχνολογία ο στρατός των Ναζί θα είχε συντριβεί πριν καλά καλά ξεκινήσει ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος.

Μια κούφια, διάτρητη «ιδεολογία» που δεν έχει προωθητική δύναμη μακριά από το καθεστώς που τη δημιούργησε για εργαλειακούς σκοπούς.

 

Τέχνη και Ναζί – η περίπτωση του Εμιλ Νόλντε

Επιστρέφουμε στο θέμα μας. Με βάση τα όσα εξετέθησαν παραπάνω, φαντάζει τουλάχιστον παράδοξη η αναβίωση ενός νέου κυνηγητού του Εμιλ Νόλντε – από τη δημοκρατική Γερμανία αυτή τη φορά-, καθώς αυτό που κατάφεραν με τη μακροχρόνια εργασία τους οι ερευνητές της ζωής του, είναι να εξοβελίσουν ξανά τα έργα του, όχι στη βάση της αισθητικής  τους αξίας, αλλά των πολιτικών φρονημάτων του ζωγράφου, με επιχειρήματα μάλιστα που θυμίζουν πρακτικές των Υπηρεσιών Ασφαλείας του μεταπολεμικού αστυνομικού κράτους και της δικτατορίας του 1967 στην Ελλάδα, όπως π.χ. ότι ανάρτησε στο εξοχικό του τη σημαία του ναζιστικού κόμματος την ημέρα της εκλογικής του νίκης ή ότι δεν επέτρεπε στις μεταπολεμικές συναναστροφές στο σπίτι του να ακούγονται ύβρεις κατά του (κατά τα άλλα απηνούς διώκτη του) Χίτλερ…

Η τέχνη του Εμιλ Νόλντε και των Εξπρεσιονιστών είναι αυτή που έχει σημασία για μας. Μία τέχνη τόσο εκρηκτική που δεν θα μπορούσε παρά να λειτουργεί εξ αντικειμένου υπονομευτικά για το καθεστώς των Ναζί και την έμφασή του σε μια καθηλωτική ψευδο-τέχνη, με ένα ξύλινο ²μνημειακό² περιεχόμενο που θα επέβαλλε την ακινησία στις εσωτερικές εξελίξεις. Η ζωγραφική των Εξπρεσιονιστών πέρα από την υψηλή θέση της στην ιστορία της Τέχνης, εξακολουθεί ακόμα σήμερα να λειτουργεί ως ένα δυνατό δημιουργικό κοίτασμα που μπορεί να εμπνεύσει.

*

Δεν θα είχαμε λόγο να ασχοληθούμε με το θέμα Νόλντε, αν επρόκειτο μόνο για μια περιθωριακή έρευνα κάποιων ακαδημαικών. Το ζήτημα είναι ότι μια τέτοια προσέγγιση για κάποιο επουσιώδες θέμα του μακρινού παρελθόντος εχει δυσανάλογη επίπτωση στο πολιτικό σκηνικό μιας ισχυρής ευρωπαικής χώρας. Επί πλέον, έχει σημασία ότι η διάχυτη σύγχυση παγκοσμίως για τα πολιτικά πράγματα στις μέρες μας συνδέεται με τον πολλαπλασιασμό ερευνών ή εργασιών για επουσιώδη θέματα. Δεν είναι κάτι το καινούριο και δεν συμβαίνει μόνο στο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών, μα και στην Τέχνη. Θα μπορούσε να πει κανείς για τις προηγούμενες δεκαετίες της ευημερίας του καταναλωτισμού ότι τέτοιες περιπτώσεις ξοδέματος στα επουσιώδη ακόμα και στο πεδίο των επιστημών ήταν μέσα στο κλίμα μιας εποχής. Σήμερα όμως που η ανθρωπότητα μοιάζει με καζάνι που βράζει και είναι έτοιμο να εκραγεί, η έμφαση και εξύψωση του ασήμαντου στην επιστημονική έρευνα (σημαντικού μόνο για το εφήμερο μικροσύμπαν ενός ανθρώπου ή μιας μικρής ομάδας) σε βάρος του σημαντικού, που αφορά τα οξυμμένα, σχεδόν οριακά προβλήματα της ανθρώπινης συλλογικότητας, αλλά και τις βαθιά υπαρξιακές, ζωτικές ανάγκες των ανθρώπων στις συνθήκες της νέας, ακόμα αχαρτογράφητης εποχής,  είναι κυριολεκτικά εκτός τόπου και χρόνου. Αλλά αυτό βέβαια δεν αφορά τους όποιους ερευνητές οι οποίοι  εκ των πραγμάτων προσαρμόζονται στα κρατούντα. Πρόκειται για ένα κρίσιμο, επί της ουσίας πολιτικό ζήτημα που αφορά την κοινωνία στο σύνολό της και σχετίζεται με τις προτεραιότητες των κατευθύνσεων και των δράσεών της.

Για να αναφερθούμε για παράδειγμα στο θέμα που εξετάζουμε, πόσο πιο αποδοτικό θα ήταν αν οι ίδιοι ή άλλοι ερευνητές μας αποκάλυπταν την προέλευση των οικονομικών πόρων σε μία χειμαζόμενη Γερμανία, με τους οποίους πόρους οι Ναζί οικοδόμησαν την καταστρεπτική πολεμική μηχανή τους; Ή χίλια δυο σχετικά που θα μας διαφώτιζαν για την πορεία που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε σήμερα ώστε να αποφύγουμε άλλη μια διαδρομή στην Κόλαση;

 

Επίμετρο

Έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από το τρομακτικό γράπωμα της Γερμανίας από τον Χίτλερ. Στο μεταξύ η χώρα έχει προχωρήσει με καλπασμό σε όλα τα πεδία, με ένα εσωτερικό καθεστώς δημοκρατίας και ανεκτικότητας. Δεν υπάρχει λόγο ο πολιτισμός της να συνεχίσει να είναι σε ομηρεία ή στον γύψο εξ αιτίας εκείνης της μακρινής σκοτεινής εποχής. Όχι μόνο επειδή η παραμονή των φαντασμάτων στον γύψο μπορεί να τα μετατρέψει σε βρυκόλακες, κι αυτή δεν είναι μια αόριστη ανησυχία. Όπως αναλύει εμπεριστατωμένα σε κείμενά του και διαλέξεις ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης Χρήστος Χατζηιωσήφ, το ανησυχητικό είναι ότι στο πολιτικό πεδίο έχουν αρχίσει να εκδηλώνονται τέτοιου είδους βαμπιρισμοί, που δηλητηριάζουν τόσο το εσωτερικό κλίμα της Γερμανίας, όσο και γενικότερα της Ευρώπης.

Καθώς η πολιτική συνδέεται στενά με τον πολιτισμό, έχει τη σημασία του το γεγονός ότι η ιδιότυπη αυτή δομική αγκύλωση που επιβλήθηκε στη Γερμανία μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως προαναφέρθηκε, έχει παγώσει κάποιες ψυχοδιανοητικές εξελίξεις και έχει στομώσει ορισμένως τη δημιουργικότητα στο πολιτιστικό πεδίο.

Για παράδειγμα, για να μπορέσει η μεταπολεμική Γερμανία  να πείσει πως δεν έχει σχέση με τη ναζιστική φρικωδία, προέβαλλε ως σημαίες της ρεύματα και προσωπικότητες του πολιτισμού της των παρελθόντων αιώνων, όπως ο Γκαίτε ή ο Σίλλερ, πλην όμως όχι κριτικά ώστε να μπορέσουν να λειτουργήσουν δημιουργικά στη σημερινή εποχή, αλλά περισσότερο ως τοτέμ, ωςακλόνητες αξίες, παγωμένες στο χρόνο. Ομως η ζωή προχωράει. Είναι χαρακτηριστικό ότι προκλήθηκε πρόσφατα κάποιου είδους σοκ και μια αμηχανία στον δημόσιο χώρο όταν για λειτουργικούς, εκσυγχρονιστικούς λόγους αποφασίστηκε ότι η μελέτη του Γκαίτε δεν είναι πια υποχρεωτική στα σχολεία. Στην πραγματικότητα, η ²αποκαθήλωση² αφορά τον Γκαίτε ως τοτέμ και θα μπορούσε να λειτουργήσει πολύ δημιουργικά απελευθερώνοντας τα μυαλά από καθηλωμένες αντιλήψεις, ώστε να προκύψει ενδεχομένως ένα φρέσκο και σύγχρονο διάβασμα του έργου του. Μεταξύ άλλων, το βιβλίο του ²Ταξίδι στην Ιταλία² θα μπορούσε να διαβαστεί ως πρόδρομη ψυχογεωγραφία, με ειδικό της χαρακτηριστικό μάλιστα μια περιπλάνηση που δεν λειτουργεί ως αυτοανάλωση ή ως αυτοσκοπός, μα λειτουργεί υπέρ της εξέλιξης του εαυτού. Αίφνης, θα προέκυπτε ένας ανανεωμένος Γκαίτε ως εναλλακτικός του Γκυ Ντεμπόρ!

Είναι τόσο πλούσιος ο πολιτισμός των φαντασμάτων, η άυλη περιουσία των ιχνών του παρελθόντος της ανθρώπινης περιπέτειας, που έχουμε κάθε συμφέρον να τον συναναστραφούμε εμπνευσμένα και εμβαθυμένα, αντί να κατατριβόμαστε με λεπτομέρειες του βίου εικονικών βρυκολάκων…

*

Θα κλείσω με μια πρόσφατη προσωπική μου εμπειρία, σε απόλυτη συνάφεια με το θέμα μας:

Στις μακρές διαδρομές του μετρό των μεγαλουπόλεων – για την περίπτωσή μας του Λονδίνου – προκύπτουν κάποιες στιγμές τυχηματικά στιγμιαίες γνωριμίες (π.χ. θα καθίσετε στην άδεια θέση ή θα καθίσω) που κρατάνε όσο 3-4 στάσεις, μέχρι να κατέβει ο ένας ή ο άλλος… Δεν έχουν το βάθος των μακροχρόνιων συναναστροφών, μα μπορεί να έχουν μία έκτακτη ένταση αν τύχει να προκύψει κάποιο κοινό πεδίο ενδιαφέροντος…

*

Σε μια τέτοιου είδους έκτακτη γνωριμία, όταν οι δύο πολύ νέες, ευγενικές κοπέλες που από τα χαρτιά που κρατούσαν φαινόταν ότι είχαν επισκεφθεί μια Έκθεση Ζωγραφικής (με έργα του Γάλλου Γκωγκαίν), μου συστήθηκαν ως Γερμανίδες που ήρθαν για σπουδές στο Λονδίνο, καθώς με είχε απασχολήσει για κάποιους λόγους πρόσφατα ο Γερμανός Εμίλ Νόλντε, επιφανής Εξπρεσιονιστής ζωγράφος του μεσοπολέμου, ζήτησα τη γνώμη  τους γι’ αυτόν… ²Δεν μας ενδιαφέρει ο Γερμανικός Εξπρεσιονισμός του Μεσοπολέμου² μου απάντησαν μαλακά, χωρίς πάθος… ²Τι κάνετε στο Λονδίνο;² ρώτησα με περιέργεια. ²Σπουδάζουμε ηθοποιία, εκτιμούμε πολύ το αγγλικό θέατρο…² ²Ξεκινήσατε στη χώρα σας με τον Γκαίτε, τον Σίλλερ, τους κλασικούς;² ²Όχι, όχι², μου απαντάνε πάλι μαλακά, χωρίς πάθος, ²τους βαριόμαστε αυτούς…² ²Βαριέστε το κλασικό θέατρο;² με ενδιέφερε να βρω την άκρη, ²προτιμάτε τα σύγχρονα έργα;² Γελάσανε. ²Όχι απαραίτητα… Αυτή την περίοδο αγαπάμε πολύ τον Τσέχωφ… Εκτός των άλλων, μας έχει συνεπάρει η παράσταση του έργου του – Τρεις αδελφές – που παίζεται διασκευασμένο να λαμβάνει χώρα σήμερα στην Αφρική…² Μιλούσαν γι’ αυτά, όπως και για κάποιες άλλες παραστάσεις στο Λονδίνο και γυάλιζαν τα μάτια τους και δεν σταμάτησαν μέχρι που κατέβηκαν…

Δύο πολύ νέες Γερμανίδες έχουν έρθει στο Λονδίνο να σπουδάσουν θέατρο, δεν ενδιαφέρονται για τον Γκαίτε ή τον Γερμανικό Εξπρεσιονισμό, μα θέλγονται ιδιαιτέρως από τον Τσέχωφ και μάλιστα από μια σύγχρονη διασκευή του που διαδραματίζεται στην Αφρική… Παρά τα φαινόμενα, δεν είναι αποξενωμένες από τον πολιτισμό της πατρίδας τους: η κινησιολογία τους, οι ιδιωματικές εκφράσεις που χρησιμοποιούν, η αύρα της παρουσίας τους, ακόμα και η «νοικοκυρεμένη» εμφάνισή τους στο πολυσύχναστο και όχι και τόσο καθαρό μετρό του Λονδίνου, όλα αυτά μαζί αποπνέουν μια γνώριμη «γερμανικότητα». Από τα τοτέμ του πατρικού τους σπιτιού θέλουν να πάρουν μια απόσταση, ερχόμενες σε μια άλλη χώρα. Πιθανότατα στο μέλλον, έχοντας συναναστραφεί υπέρ των αναγκών τους με τις μούσες των άλλων,να θελήσουν να δώσουν μια καινούρια πνοή σε παλιά, οικεία σύμβολα…

Αν τα φαντάσματα είναι τα ίχνη που αφήνουν καταστάσεις του παρελθόντος στη ζωή του παρόντος, τότε ο πολιτισμός των φαντασμάτων κινείται με πολύ δυναμικό, απρόβλεπτο, πλούσιο και ενδιαφέροντα τρόπο σε ώσμωση με τα τωρινά…Αν μπορούσε αυτή η καθόλου αμελητέα δυναμική να αποτυπωθεί στο πολιτικό επίπεδο, θα ήταν ιδανικό για τις μελλοντικές ευρωπαικές προοπτικές μας…

 

(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία

Η βιβλιογραφία για το θέμα είναι τεράστια. Εστιαζόμαστε σε κάποια βιβλία ή κείμενα τομής, από τα οποία το παρόν κείμενο έχει αντλήσει.

* ²Emil Nolde: the artist during the Third Reich², edited by Bernhard Fulda, Aya Soika and Christian Ring, PRESTEL 2019

* ²Nein: Standing up to Hitler 1935-1944², Paddy Ashdown, HAPRER COLLINS Publishers, 2018

* ²Fascist Modernities: Italy 1922-1945², Ruth Ben – Ghiat, UNIVERCITY OF CALIFORNIA PRESS, Berkeley and Los Angeles, 2001

* ²Mass Culture and Italian Society: from Fascism to the Cold War², David Forgacs and Stephen Gundle, INDIANA UNIVERCITY PRESS, 2007

* ²The Architecture of Oppression: The SS, Forced Labor and the Nazi Monumental Building Economy², Paul B.Jaskot, ROUTLEDGE, 2000

* Στη σκιά της ²Καιομένου Βάτου², Athens Review of Books, Νοέμβριος 2008, άρθρο του Πέτρου Μαρτινίδη, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου ²Ρίτσαρντ Γουόλιν, τα παιδιά του Χάιντεγκερ: Χάνα Άρτεντ, Καρλ Λέβιτ, Χανς Γιόνας και Χέρμπερτ Μαρκούζε², Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017

* «Η Γερμανία ασκεί μια αναθεωρητική πολιτική στη Μεσόγειο» άρθρο/συνέντευξη στον Παναγιώτη Γεωργουδή, Εφημερίδα των Συντακτών, του Καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Χρήστου Χατζηιωσήφ, σχετικά με την αναβίωση πολιτικών και συμπεριφορών του μεσοπολέμου στη Γερμανία σήμερα, Μάρτιος 2019

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Πολλές ευχαριστίες στην Ίλια Χατζηπαναγιώτη, Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Κύπρου, για τον συστηματικό δημιουργικό σχολιασμό της ενώ γραφόταν το κειμενο.
    Πολλές ευχαριστίες επίσης στον Καθηγητή Χ.Χατζηιωσήφ του Πανεπιστημίου της Κρήτης, όπως και στους Παναγιώτη Δουδέση και Γιάννη Αθανασόπουλο, αρχιτέκτονες με ευρεία καλλιέργεια, για τις σχετικές συζητήσεις μας.

  2. Ποιά μπορεί να είναι η συνάφεια Τέχνης και Πολιτικής;

    “Αναζητούμε την αιτιώδη συνάφεια ή συνέχεια μεταξύ τέχνης και πολιτικής; Εάν υπήρχε, δεν θα την είχαν θεοποιήσει οι αρχαίοι Έλληνες; Ο Ερμής, πατέρας των καλών τεχνών και των επιστημών, ήταν ταυτόχρονα και προστάτης των κλεφτών, των ταξιδιωτών και των εμπόρων, ρόλοι και λειτουργίες που συνέχονται στη σφαίρα του κοσμογονικού χάους, χωρίς (την) πολιτική.”
    —————————————————
    Με αφορμή κείμενό μου στον “Αναγνώστη” για την Τέχνη στη Γερμανία και τη διαχείρισή της από την Πολιτική, δέχθηκα πολλά και ενδιαφέροντα μηνύματα. Ενα από αυτά είναι το παραπάνω. Το ανεβάζω (απόσπασμα) σεβόμενος την ανωνυμία του συντάκτη.

  3. Μεταφέρω μήνυμα αναγνώστη του κειμένου, σεβόμενος τη διάθεση για ανωνυμία του συντάκτη.
    ———————————–
    -Τα σημεία που θα τοποθετηθώ αφορούν

    α. Η διάκριση ουσιώδους και επουσιώδους έχει σημαντικό περιθώριο ιδιωτικότητας και απαιτείται ιδιαίτερη προσπάθεια από τους ταγούς και να ξεχωρίσουν τι είναι αυτό μπου προωθεί και τι είναι αυτό που αποτελεί απολίθωμα του παρελθόντος και γιατί όχι και μάχη οπισθοφυλακών.
    β. Η υγειονομική κρίση που βιώνουμε, και για την γενιά μας ίσως είναι μικρή προσομοίωση παγκόσμιας πολεμικής κρίσης, καταδεικνύει την ανάγκη επανεξέτασης προτεραιοτήτων και αντίστοιχης οργάνωσης σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο. ηδη έχει ανοίξει η συζήτηση για τον ρόλο του κράτους, την πιθανή ανακατανομή της ισχύος σε ένα γεωπολιτικό χάρτη Δικτύων κλπ. Είναι βέβαιο ότι η αρχή της πρόληψης, της ισότιμης πρόσβασης σε κοινωνικά αγαθά καθώς των προτεραοτήτων στην έρευνα και ανάπτυξη θα αποτελέσουν πεδίο γονίμων αντιπαραθέσεων και ελπίζω νέων επιλογών στα χρόνια που έρχονται.
    γ. Οι πολιτικοϊδεολογικές επιλογές των δημιουργών επηρέασαν και θα συνεχίσουν να επηρεάζουν το έργο τους. Η λεγόμενη “στρατευμένη τέχνη” έχει υποστεί σημαντική κριτική όμως είναι φαινομένο με διαχρονικότητα, το βλέπουμε ως ένα σημείο και στους αρχαίους πολιτισμούς και δεν μπορούμε αυτό να το αγνοήσουμε. Οι σχολές δημιουργούνται και με στοιχεία ατομικών ή συλλογικών επιλογών και επομένως πρέπει να τις κατανοούμε και με αυτό πρίσμα. Επομένως η κατανόηση των κινήτρων του καλλιτέχνη είναι μέρος της αξιολόγησης του αποτελέσματος αλλά όχι το μοναδικό, υπάρχουν τα στοιχεια νεωτερικότητας σε κάθε εποχή, η αποτύπωση των κοινωνικών αλλαγών, η χρήση νέων τεχνολογιών κλπ.
    δ. Οι επιλογές διακόσμησης ή αισθητικής απόλαυσης είναι σε μεγάλο βαθμό προσωπικές και γι΄αυτό έχω μιά ανοχή σε τέτοιες μεταβολές στα γραφεία των πολιτικών. κατανοώ όμως ότι δίνουν και ένα στίγμα πεποιθήσεων ( π.χ. εικόνες αγίων ή όχι, εθνικοί ζωγράφοι ή προσωικές προτιμήσεις κλπ) και γι’ αυτό πρέπει και οι ίδιοι να είναι προσεκτικοί.
    ε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η μη αποδεκτή ιδεολογική αφετηρία του καλλιτέχνη δεν αμφισβειτείται, είναι όμως ζητούμενο αν απετέλεσε στυλοβάτη του καθεστώτος και αυτουργό κολάσιμων δράσεων. Στην αστική δημοκρατία δεν τιμωρούνται οι ιδέες αλλά οι παράνομες πράξεις. Υπάρχει το λαμπρό πεδίο της αντιπαράθεσης ιδεών και σίγουρα αυτό οδηγεί στην κυριαρχία κάποιων και στην απόρριψη κάποιων άλλων. Τελικά η σύνδεση Τεχνης και Πολιτικής η Τέχνης και Ιδεολογίας είναι ένα βαθύτατα πολιτικό ζήτημα που οδηγεί κάθε φορά σε επικράτηση κάποιων αλλά και σε τακτικές αναθεωρήσεις επιλογών. Πιστεύω ότι όσο παρέρχεατι ο χρόνος αφαιρείται από τα δημιοργήματα του πολιτισμού η ιδεολογική φόρτιση και απομένει η συμβολή στη πρόοδο του ανθρώπινου είδους ( πχ οι Πυραμίδες της Αιγύπτου έγινα από σκλάβους όμως η δουλεία απορρίπτεται, και ορθά πλέον, η σχολή του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού έδωσε και σημαντικά δημιοργήματα κλπ).
    στ. Το ζήτημα της προσωρινής (;) κυριαρχίας ανελεύθερων καθεστώτων έχει δυστυχώς μακριά ιστορία και στις περισσότερες των περιπτώσεων στηρίχθηκε σε προηγούμενες συλλογικές τραυματικές εμπειρίες που στρώνουν το πρόσφορο έδαφος στην κοινωνία. Στις ημέρες μας, και θα επικαλεσθώ πάλι τη αστική δημοκρατία, δεν είναι γενικά αποδεκτή η έννοια της “συλλογικής ευθύνης” που οδηγεί σε εθνοκαθάρσεις, γενοκτονίες, αποκλεισμούς ή οικογενειακές βεντέτες.
    Επισημαίνω τη μεγάλη πρόκληση για την επόμενη μέρα που δημιουργεί στις μέρες η διερυνόμενη κοινωνική ανισότητα και η αναβίωση πολιτικών άκρατου λαϊκισμού, λέγοντας στον καθένα αυτό που θέλει να ακούσει.
    ζ. Η σχετικά πρόσφατη εμπειρία των διαδικασιών “αποχουντοποίησης” στη χώρα μας αποτελεί ένα πεδίο συγκρίσεων αλλά και χώρο προβληματισμού και μεταξύ μας, αφού τη ζήσαμε και ενδεχομένως ως ένα σημείο τη διαμορφώσαμε.
    η. Η σύγκριση Ιταλίας και Γερμανίας, παρόλο καλοπροαίρετη, δεν σημαίνει ότι ο φασισμός δεν ήταν ένα ανελεύθερο καθεστώς. Ομως αν κανένας δεί την εξάπλωση της Γερμανικής επιρροής στη Ευρώπη πριν την διαμόρφωση των περισσότερων εθνικών κρατών καταλαβαίνει ότι οι Γερμανοί αισθάνονταν κυρίαρχοι της Ευρώπης για πολλές δεκαετίες.
    θ. Τελικά το ζητούμενο είναι τι μας οδηγεί προς ένα “Καλύτερο Μέλλον” και όχι τι μένει ως απολίθωμα του παρελθόντος κια μας κρατάει να “ζούμε με τα φαντάσματα”

    Οπως βλέπεις δεν κρίνω την καλλιτεχνική αξία του Νόλντε, άλλοι είναι αξιότεροι εμού, τοποθετώ το έργο του στο κοινωνικοπολιτικό περίγραμμα, και θεωρώ ότι τα κρίσιμα θέματα είναι η ΄΄εννοια και ποότητα της αποναζιστικοποίησης” και το “χτίσιμο του Μέλλοντος” .

    Στη διάθεσή σου να συζητήσουμε όλα τα παραπάνω

  4. Σχόλιο αναγνώστη του κειμένου: το μεταφέρω σεβόμενος την ανωνυμία του:
    Το θέμα της σχέσης του γερμανικού λαού με το ανορθολογικό και το μυθικό στοιχείο είναι τεράστιο. Οι ναζί φυσικά, είτε το πίστευαν είτε όχι, το εκμεταλλεύτηκαν απόλυτα. Είναι όμ,ως πολύ παλιό. Κρατά από την εποχή του ρομαντισμού (κυρίως, αλλά όχι μόνο βεβαίως) γερμανικό φαινόμενο. Και εδώ έγκειται η τεράστια πολυπλοκότητα τέτοιων θεμάτων: Από τη μία ο ρομαντισμός δίνει σε όλες τις τέχνες αριστουργήματα και εισχωρεί βαθιά στην ανθρώπινη ύπαρξη, από την άλλη όντως τρέφει τέρατα και οδηγεί σε άκρατο ανορθολογισμό, οδηγώντας (προφανώς άθελά του, δεν το συζητάμε αυτό) ακόμα και στο ναζισμό ως ακραία διαστρέβλωση του ρομαντισμού (στα λόγια τουλάχιστον, διότι πολύ σωστά επισημαίνετε τη σχέση των ναζί με την τεχνολογία).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here