«Τέχνη χωρίς ρίσκο και εσωτερική θυσία είναι κάτι το αδιανόητο» (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
175

της Δήμητρας Ρουμπούλα

Ήταν στα 1936 και στην ολομέλεια της ισχυρής Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων, όταν ο Μπορίς Παστερνάκ είχε αναφωνήσει αυτή τη φράση που δήλωνε το ανεξάρτητο πνεύμα του, αλλά και τη διαμαρτυρία του στους περιορισμούς που επέβαλε η πολιτική εξουσία στη λογοτεχνία και την τέχνη. Τότε ο δημοφιλής ποιητής ήταν πολύ μακριά από αυτό που μια εικοσαετία σχεδόν αργότερα ονομάστηκε «Υπόθεση Παστερνάκ», η οποία εξελίχθηκε στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου και αποτέλεσε το κορυφαίο γεγονός της λεγόμενης «πολιτιστικής διπλωματίας» της CIA.

Εκείνα τα γεγονότα, για τα οποία έχει χυθεί πολύ μελάνι καθώς έχουν ανοίξει τα σχετικά αρχεία και από τις δύο πλευρές, επαναφέρει η Αμερικανίδα Λάρα Πρέσκοτ με το πρώτο μυθιστόρημά της, «Όσα κρατήσαμε κρυφά» (εκδ. Μεταίχμιο). Τα ιστορικά στοιχεία – μακράν τα πιο καθηλωτικά στο βιβλίο, αν και εν πολλοίς γνωστά – υφαίνονται μαζί με την κατασκοπία γύρω από το μυθιστόρημα «Δόκτωρ Ζιβάγκο», καθώς και με ζητήματα φεμινισμού και ιστορίες αγάπης. Η Πρέσκοτ, πρώην  πολιτική σύμβουλος που ζει στο Όστιν του Τέξας, διαμορφώνει ένα σαγηνευτικό μυθιστόρημα γύρω από το «Δόκτωρ Ζιβάγκο» για το οποίο πολλοί σήμερα μπορεί να γνωρίζουν μόνο τη μουσική του Μωρίς Ζαρ στην ομώνυμη ταινία του Ντέιβιντ Λην (1965) ή να θυμούνται τους δύο πρωταγωνιστές της, Ομάρ Σαρίφ (Γιούρι Ζιβάγκο) και Τζούλι Κρίστι (Λάρα Αντίποβα). Η ίδια η συγγραφέας, όπως δηλώνει, φέρει το όνομά της ηρωϊδας από το αγαπημένο μυθιστόρημα των γονιών της. Με τη Λάρα του Ζιβάγκο παρομοιάζει η συγγραφέας και την επί σειρά ετών ερωμένη και μούσα του Παστερνάκ, Όλγα Ιβίνγκαγια, από τις βασικές φωνές της αφήγησης στο μυθιστόρημα, μαζί με τη γυναικεία ομάδα δακτυλογράφησης της CIA.

Μόλις το 2014 η CIA αποχαρακτήρισε τα σχετικά αρχεία, τα οποία αποκάλυπταν το πώς η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών χρησιμοποίησε ως όπλο προπαγάνδας το διάσημο μυθιστόρημα του Παστερνάκ, απαγορευμένο στη Σοβιετική Ένωση. Στη Χάγη για να μην φανεί η ανάμειξη των ΗΠΑ, τον Σεπτέμβριο του 1958, τύπωσε λαθραία στη ρωσική γλώσσα το Ζιβάγκο για να το στείλει πίσω στην πατρίδα του. Ο στόχος ήταν το μυθιστόρημα, σε μερικές εκατοντάδες αντίτυπα, να μοιραστεί σε Σοβιετικούς πολίτες που επισκέπτονταν την Παγκόσμια  Έκθεση Expo 58, στις Βρυξέλλες, την πρώτη μετά τον Πόλεμο. Έτσι θα γινόταν η διάδοσή του στη Σοβιετική Ένωση. «Έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε τους σοβιετικούς πολίτες να αναρωτηθούν τι δεν πάει καλά με την κυβέρνησή τους, όταν ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο από τον άνδρα που έχει αναγνωριστεί ως ο σπουδαιότερος εν ζωή Ρώσος συγγραφέας είναι απαγορευμένο στη χώρα τους», αναφέρεται σε αποχαρακτηρισμένο έγγραφο της CIA.

Στα 1955 άρχισαν να κυκλοφορούν οι φήμες ότι ο Παστερνάκ, τον οποίο δεν είχαν αγγίξει οι σταλινικές εκκαθαρίσεις – έχαιρε είναι αλήθεια της εύνοιας του Στάλιν -, αλλά είχε χάσει αγαπημένους του φίλους όπως τον Όσιπ Μαντελστάμ, τη Μαρίνα Τσβετάεβα κ.ά, είχε ολοκληρώσει το έργο της ζωής του: Το «Δόκτωρ Ζιβάγκο», ένα σαρωτικό, περίπλοκο ιστορικό έπος και μια ιστορία αγάπης. Είχε περάσει περίπου μια δεκαετία γράφοντας υπό αντίξοες συνθήκες, λόγω της υγείας του, της φυλάκισης της ερωμένης του (στη φυλακή η εγκυμονούσα Όλγα Ιβίνσκαγια απέβαλε το παιδί τους) και βέβαια της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Η ανατρεπτική έμφαση που έδινε στον άνθρωπο μέσα από τις σελίδες του Ζιβάγκο και η κριτική στάση του στην Οκτωβριανή Επανάσταση και στη μετέπειτα πορεία της οδήγησαν τον συγγραφέα σε μετωπική σύγκρουση με την Ένωση Συγγραφέων και τις αρχές που ανέκαθεν τον θεωρούσαν  ναρκισσιστή, υπερεκτιμημένο, αποκομμένο από το λαό, «ατομιστή δεμένο με την αστική ιδεολογία» (Τρότσκι). Το Νόβι Μιρ (Νέος Κόσμος), μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό της Ένωσης Συγγραφέων, αρνήθηκε τη δημοσίευση του μυθιστορήματος, όπως συνηθιζόταν, πριν από την κανονική έκδοσή του. Τότε εμφανίζεται στο σπίτι του Παστερνάκ ο λογοτεχνικός  ατζέντης στη Μόσχα του Ιταλού εκδότη και κομμουνιστή Φελτρινέλλι, στον οποίο ο συγγραφέας, σε άθλια απελπισία και αψηφώντας τις απαγορεύσεις, παρέδωσε το χειρόγραφο: «Αυτός είναι ο Δόκτωρ Ζιβάγκο. Είθε να φτάσει σε όλο τον κόσμο», είπε, γνωρίζοντας ότι αυτό ισοδυναμούσε με προδοσία. Στη συνέχεια μετάνιωσε, αλλά «το Δόκτωρ Ζιβάγκο ήταν ένα τρένο που έτρεχε και κανείς δεν μπορούσε να το σταματήσει». Ο Φελτρινέλλι αντιστέκεται στις πολλαπλές πιέσεις της Μόσχας και εκδίδει το 1957 τον Ζιβάγκο. Ένα χρόνο μετά εκδίδεται στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, ενώ οι μηχανισμοί προπαγάνδας της CIA σημειώνουν μια θρυλική επιτυχία: την επιστροφή του στην πατρίδα σε λαθραία ρωσική έκδοση.

Η «Υπόθεση Παστερνάκ» κορυφώνεται όταν τον Οκτώβριο του 1958 έρχεται σαν κεραυνός η ανακοίνωση του Νόμπελ Λογοτεχνίας, γεγονός που θεωρείται «εχθρική πράξη εναντίον της ΕΣΣΔ». Η οργή του Κόμματος μαζί με τη σφοδρή κριτική που δέχεται ο Παστερνάκ τον αναγκάζουν να αρνηθεί το βραβείο και να αποκηρύξει το έργο του. Η διεθνής φήμη τον γλιτώνει από τα χειρότερα, όχι όμως και την αγαπημένη του, η οποία μετά τον θάνατο του Παστερνάκ (Περεντέλνικο, 30 Μαΐου 1960) συλλαμβάνεται ξανά, μαζί με την κόρη της.

Ας σημειώσουμε ότι χρόνια μετά τον θάνατο του Παστερνάκ, σύμφωνα με τον Έρενμπουργκ, ο Χρουστσόφ, αποσυρμένος πλέον, τού ομολόγησε ότι δεν είχε βρει τίποτα το αντεπαναστατικό στο «Δόκτωρ Ζιβάγκο», αναφέροντας μάλιστα ότι ο Σουρκόφ, γενικός γραμματέας της Ένωσης Συγγραφέων, και ο Πολικάρποφ, διευθυντής του Τομέα Πολιτισμού της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ και ενορχηστρωτής της αντιμετώπισης της Υπόθεσης Παστερνάκ, τον ξεγέλασαν. «Τότε γιατί να μην το εκδώσουμε;» ρώτησε ο Έρενμπουργκ. «Όλη η προπαγανδιστική μηχανή τα έχει βάλει μαζί του», απάντησε εκείνος. «Είναι πολύ πρόσφατο… Δώστε μου λίγο χρόνο και θα εκδώσουμε…». Τελικά αυτό συνέβη το 1988, ενώ το 1991 ανοίχθηκε ο «Φάκελος Παστερνάκ».

Όλα αυτά που αναφέραμε επιγραμματικά αποτελούν μια εξαιρετική πρώτη ύλη για ένα μυθιστόρημα. Το βιβλίο της Πρέσκοτ έχει τα συστατικά ενός κατασκοπικού θρίλερ, με ένα μεγάλο καστ χαρακτήρων και τεράστιο πλούτο ιστορικών λεπτομερειών. Η σύνδεσή τους  σε ένα ενιαίο αφηγηματικό καμβά που περιλαμβάνει και επινοημένες ιστορίες αγάπης, εκτός από την πραγματική ανάμεσα στον Παστερνάκ και την Όλγα Ιβίνσκαγια, παράλληλα με την νόμιμη σύζυγό του, με την οποία δεν χώρισε ποτέ, ήταν μια πρόκληση για την Αμερικανίδα συγγραφέα. Το αποτέλεσμα είναι αξιοπρεπές και σίγουρα απολαυστικό και ερεθιστικό.

Το μυθιστόρημα της Πρέσκοτ εξελίσσεται σύμφωνα με τις δράσεις των ηρώων εναλλάξ σε Ανατολή και Δύση. Από τη μια ο Μπορίς Παστερνάκ και η αφοσιωμένη Όλγα Ιβίνσκαγια, από την άλλη μια ομάδα γυναικών δακτυλογράφων και κατασκόπων της CIA. Συναντάμε για πρώτη φορά την Όλγα όταν συλλαμβάνεται (στη θέση του) το 1949, ανακρίνεται στη Λουμπιάνκα και στέλνεται σε γκουλάγκ γιατί αρνείται να αποκαλύψει «για τι πράγμα μιλά το Δόκτωρ Ζιβάγκο» που γράφει ο αγαπημένος της Μπόρια. «Πρόθεσή τους ήταν να τον χτυπήσουν μέσα από την Όλγα». Αφέθηκε ελεύθερη μετά τον θάνατο του Στάλιν.

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, η Ιρίνα Ντρόζντοβα προσλαμβάνεται ως δακτυλογράφος στη CIA, όχι «επειδή δακτυλογραφούσε γρήγορα». Έχει τεράστιο θυμό μέσα της που την καθιστά ικανή για τα πάντα. Γεννημένη στην Αμερική, είναι κόρη ενός Ρώσου που συνελήφθη για παράνομη αγορά ταξιδιωτικών εγγράφων την ώρα ακριβώς που μαζί με τη σύζυγό του, έγκυο την Ιρίνα, εγκατέλειπαν την πατρίδα για τη χώρα της ελευθερίας. Στα οκτώ της έμαθε για τον θάνατό του. Η κάπως αφελής Ιρίνα, αλλά με ταλέντο να περνά απαρατήρητη στις αποστολές, είχε τη στόφα πολύτιμου πράκτορα. Μαζί της στο «τμήμα Σοβιετικής Ρωσίας» της CIA στην Ουάσιγκτον η Σάλι Φόρεστερ, μια γοητευτική γυναίκα και έμπειρη κατάσκοπος. Οι δύο γυναίκες έχουν τα δικά τους μυστικά, πολλά από τα οποία ακούμε από τη συλλογική φωνή της ομάδας δακτυλογράφησης. Υπάρχουν και μερικά αρσενικά από  «αριστοκρατικά πανεπιστήμια».

Είναι η εποχή που στο αρμόδιο τμήμα της CIA επικρατούν εντάσεις, καθώς «μαθεύτηκε το νέο της αποτυχημένης εξέγερσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης στην Ουγγαρία, και του δικού μας (τους) ρόλου σε αυτή», αλλά και η εκτόξευση στο διάστημα του Σπούτνικ. Είναι η εποχή που τα βιβλία μπορούσαν να γίνουν όπλα. «Αυτοί είχαν τους δορυφόρους τους κι εμείς είχαμε τα βιβλία τους». Ο σκοπός ήταν να δείξουν ότι «το σοβιετικό σύστημα δεν επέτρεπε την ελεύθερη σκέψη, ότι το Κόκκινο Καθεστώς παρεμπόδιζε, λογόκρινε και δίωκε ακόμα και τους καλύτερους καλλιτέχνες και συγγραφείς του. Και η τακτική που ακολουθούσαμε ήταν να φροντίζουμε να φτάνει με κάθε τρόπο στα χέρια των πολιτών της Σοβιετικής Ένωσης πολιτισμικό υλικό», γράφει η Πρέσκοτ. Παρόλο που «δεν ήταν σαφές πώς ένα επικό έργο για τον καταδικασμένο έρωτα του Γιούρι Ζιβάγκο και της Λάρα Αντίποβα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως όπλο, αλλά η Υπηρεσία ήταν πάντα δημιουργική». Ο Ζιβάγκο αποδείχτηκε σπουδαίο όπλο – βόμβα που η Υπηρεσία έστειλε στη Σοβιετική Ένωση «για να την πυροδοτήσουν οι ίδιοι οι πολίτες».

Οι γυναικείοι χαρακτήρες δίνουν τη δυνατότητα στη συγγραφέα να θίξει, έστω και κάπως αδέξια, ζητήματα φεμινισμού και έμφυλων διακρίσεων στην Αμερική της δεκαετίας του ΄50. Το «ανδρικό βλέμμα» που «κατασκοπεύει» τις γυναικείες δράσεις, οι αξιολογήσεις από τα πανίσχυρα αρσενικά της ανδροκρατούμενης Υπηρεσίας για τις δυνατότητες κατασκοπίας ανάμεσα στα δύο φύλα (μια όμορφα ντυμένη γυναίκα αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική από έναν άνδρα κατάσκοπο με κοστούμι), οι ομοφυλοφιλικές  σχέσεις ειδικά μεταξύ γυναικών, σχολιάζονται στη ροή της πλοκής.

Το «Όσα κρατήσαμε κρυφά», γεμάτο ενδιαφέρουσες πληροφορίες και λιγότερο ενδιαφέρουσα πεζογραφία, είναι γραμμένο για το μεγάλο κοινό. Η Πρέσκοτ, συναρμολογώντας με ζωντάνια και δράση την πληθώρα των ιστορικών στοιχείων της «Υπόθεσης Παστερνάκ» που έχει επαρκώς ερευνήσει, βγαίνει νικήτρια στο εγχείρημά της, προσφέροντας ένα ευχάριστο ανάγνωσμα γύρω από ένα λογοτεχνικό και πολιτικό γεγονός του Ψυχρού Πολέμου το οποίο εξακολουθεί ακόμη και μετά από έξι σχεδόν δεκαετίες να μας συνταράσσει.

 

 

Lara Prescott, Όσα κρατήσαμε κρυφά, μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδ. Μεταίχμιο, , σελ. 492

Βρες το εδώ

 

Προηγούμενο άρθροΑΦΙΕΡΩΜΑ-6, Συνδυάζοντας κείμενο και εικόνες πέρα από τα τετριμμένα (γράφουν οι  Μωυσής Καπόν — Ραχήλ Μισδραχή-Καπόν)
Επόμενο άρθρο“Ανθρώπινο δικαίωμα” (της Βαρβάρας Ρούσσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here