Τα στερνά ενός λύκου (του Γιώργου Συμπάρδη)

0
183

 

του Γιώργου Συμπάρδη

Η συλλογή διηγημάτων του Γρηγόρη Καγγελάρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΥΜΑΡΟΣ και φέρει τον τίτλο «Λύκος για πάντα», φιλοδοξεί, όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου,  να λειτουργήσει ως θρυμματισμένο μυθιστόρημα. Συνδετικός κρίκος δεν είναι μόνο ούτε τόσο το όνομα του κεντρικού ήρωα, που τον συναντάμε σε μερικά από τα δεκαοχτώ διηγήματα του τόμου ως Πέρο, Πέτρο ή Περσέα. Σημαντικότερο ρόλο πιστεύω ότι διαδραματίζει η αφηγηματική σκοπιά και η ταυτότητα του πρωτοπρόσωπου ή τριτοπρόσωπου αφηγητή,  η οποία προβάλλει ευδιάκριτη και παραμένει ίδια σε όλες ή σχεδόν σε όλες τις ιστορίες του.                                                                                                                      Πρόκειται για έναν μεσήλικα, ίσως και μεγαλύτερο σε ηλικία άνθρωπο της μεταπολεμικής γενιάς, που γνώρισε την πολιτισμική άνοιξη της δεκαετίας του ’60, την επτάχρονη δικτατορία, την περίοδο της ευμάρειας, την τομή της διάψευσης των ιδεολογιών και την συνακόλουθη εποχή της οικονομικής κρίσης.

Διστάζω να αποκαλέσω γηραιό τον πρωταγωνιστή του Καγγελάρη, αν και αναγνωρίζω τα χαρακτηριστικά της ηλικίας του, γιατί πρόκειται για άνθρωπο, συγκεκριμένα αριστερών καταβολών, που βιώνει το τώρα μέσα από το χθες, με όλα όσα κουβαλάει από την μέχρι σήμερα διαδρομή του και το παρελθόν της νιότης του. Για κάποιον που δυσκολεύεται, αν και δεν αρνείται, να γεράσει.

Τα διάσπαρτα βιωματικά και κατά πάσα πιθανότητα αυτοβιογραφικά στοιχεία, που επιμένουν και επανέρχονται από διήγημα σε διήγημα, ενισχύουν την αίσθηση της συνεχόμενης αφηγηματικής ροής και της ταυτοπροσωπίας του κεντρικού χαρακτήρα ως μιας διαρκώς παρούσας περσόνας  του συγγραφέα. Ο πατέρας με το εγκεφαλικό, του πρώτου διηγήματος με τον τίτλο « Η κούνια», είναι ο ίδιος με εκείνον που προσπερνάει «αφήνοντας πίσω μόνο το σύρσιμο του δεξιού ποδιού του» στην «Αγρυπνία πατρός», είναι ο άνθρωπος που δεν σηκώνεται από την καρέκλα για να μην ταράξει τους άλλους «το πόδι του, που σέρνεται» στο διήγημα «Η μοδίστρα». Το αυτοκίνητο του κεντρικού ήρωα, όσες φορές αναφέρεται, είναι πάντα της ίδιας μάρκας. Τα ονόματα των άδοξων ερώτων, των γυναικών με τις οποίες συνδέεται, παραλλάσσουν, αλλά υπάρχουν και μερικά που επαναλαμβάνονται εμμονικά, ενώ σχεδόν πάντα βρίσκει τρόπο να δηλώνει την παρουσία της μια Μαρία.

Συγκοπτόμενη και ασθματική είναι η αφήγηση στα περισσότερα διηγήματα: ρεαλιστική καταγραφή συμβάντων, με ένθετα κομμάτια εσωτερικού μονολόγου όπου ο ήρωας ανακαλώντας το παρελθόν  απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο στον εαυτό του, μια δικαστική ανάκριση στην οποία ενοφθαλμίζονται οι σαν σε ημερολόγιο καταγραφές του δράστη, διαφορετικές πόλεις, όπως η Αθήνα και το Παρίσι, που, εισχωρώντας η μία στην άλλη, γίνονται ο ένας και ενιαίος τόπος της κατακερματισμένης ζωής του ήρωα, διαφορετικοί χρόνοι, που εναλλάσσονται και δημιουργούν τον παροντικό χρόνο της αφήγησης.

Είναι ρεαλιστικές και συνάμα υπερρεαλιστικές οι αφηγήσεις του Γρηγόρη Καγγελάρη. Ο αναγνώστης συναντάει έπιπλα και αντικείμενα που αποκτούν λαλιά. Το οικογενειακό μαγνητόφωνο, στο διήγημα «Φιλίπ ο διασκεδαστής», αυτοβιογραφείται, στις «Φωνές», ένα από τα σπαρακτικότερα της συλλογής,  ακούμε τις φωνές της μπερζέρας, της τηλεόρασης του καναπέ…   «Ίσως έχουν τα πράγματα φωνή», μας λέει ο συγγραφέας∙ και συνεχίζει: «Μας μιλούν μάλλον διαρκώς, όμως εμείς τα προσπερνάμε, μοιραίοι και ανίκανοι να ακούσουμε». Το ίδιο συμβαίνει και με ένα βρέφος από κούνια  ικανό να αφηγηθεί τον βίο του και πολύ περισσότερο με ένα προσωποποιημένο ζώο στο διήγημα με τον πλέον ευρηματικό τίτλο «Λύκος γερτός στο λυκόφως», όπου ο ήρωας συνοψίζει τον κύκλο της ζωής του και προεισπράττει το βιολογικό τέλος του.

Ο ρόλος των γυναικών είναι πρωταγωνιστικός,  Όπως ήδη ειπώθηκε, οι γυναίκες κατονομάζονται και από διήγημα σε διήγημα επανέρχονται, αλλά δεν αποκτούν τη συνηθισμένη στις ρεαλιστικές εξιστορήσεις αυθυπαρξία, ούτε και τους αφιερώνονται διακριτές αφηγήσεις∙ αλληλοσυνδέονται και διαπλέκονται η μία με την άλλη στο παλίμψηστο της ζωής του κεντρικού ήρωα. Ενδεικτικό είναι εν προκειμένω και πάλι το διήγημα «Φωνές», όπου συνυπάρχουν τρεις γυναίκες: η έφηβη Βασούλα, με την απόρθητη πόρτα του παραδείσου της, η Στέλλα, που τον εγκαταλείπει, και η διαρκώς παρούσα ως φάντασμα από το παρελθόν Μαρία.

Κάθε άλλο παρά συμβατικές είναι και οι με  λιτά μέσα δοσμένες ερωτικές σκηνές. Στο ωραίο διήγημα «Πάτι Σμιθ», το δεύτερο της συλλογής, που μας εισάγει και στο κλίμα της, ο έρωτας μπορεί να εξαντλείται κατ’ επανάληψιν στο μουσκεμένο σλιπάκι του ήρωα, αλλά διαθέτει υψηλή αισθησιακή θερμοκρασία, ενώ μερικές σελίδες παρακάτω, στην  «Αγρυπνία πατρός», ο ίδιος άνθρωπος δεν διστάζει και τολμά να ομολογήσει τη στυτική δυσλειτουργία της ηλικίας του και τα Cialis που θα αγοράσει από το φαρμακείο για να την αντιμετωπίσει.

Δεν εντάσσεται στο παρηγορητικό είδος  η λογοτεχνία του Καγγελάρη, ενώ υπάρχουν και αρκετά σημεία όπου αστραπές συμπυκνωμένης σκέψης φανερώνουν την απαισιοδοξία του.  Διαβάζουμε: «Ερώτηση: τι είναι ο γενετικός κώδικας; Απάντηση: οι ράγες που δεν θα σ’ αφήσουν να ξεφύγεις δεξιά αριστερά.  Πιο ψαγμένα: τα δυο σου πόδια σ’ ένα παπούτσι».

Δύο τουλάχιστον διηγήματα ξεφεύγουν από την κεντρική γραμμή της θρυμματισμένης μυθιστοριογραφίας. Το ένα από αυτά διακρίνεται για το έξοχο εύρημα του τέλους του. Αναφέρομαι στο «Σαν οικογένεια». Πρόκειται για μια ιστορία κοινή, σαν κι αυτές που διαβάζουμε στις εφημερίδες και βλέπουμε στην τηλεόραση, για έναν βίαιο πατέρα και την πικρή κατακλείδα της δολοφονίας του από τη σύζυγο και τον γιο του, που όμως συστήνει και τον Καγγελάρη ως συγγραφέα. Μετά από μια σωματική μάχη ανάμεσα στους τρεις τους, διαβάζουμε ότι: «έξι χέρια κρατούσαν το όπλο σαν μωρό. Για πρώτη φορά κάναμε κάτι και οι τρεις μαζί∙ σαν οικογένεια».

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η λογοτεχνία των τεκμηρίων, εκείνη δηλαδή στην οποία ο συγγραφέας ανατρέχει σε παλαιότερες ημερολογιακές καταγραφές και χρησιμοποιεί δημόσια έγγραφα, δημοσιεύματα εφημερίδων του παρελθόντος και άλλα παρόμοια, διαθέτει ένα τεκμήριο αυθεντικότητας. Φρονώ ότι τα τεκμήρια που κομίζουν βιβλία όπως το «Λύκος για πάντα», τεκμήρια της βιωμένης εποχής, της ηλικίας και της γενιάς του συγγραφέα είναι ισχυρότερα. Η ειλικρίνεια και η παρρησία με την οποία ο Γρηγόρης Καγγελάρης τα παραθέτει, συγκινεί και συνεπαίρνει.  Διαβάζουμε: «Δεν αντέχω άλλο να δαχτυλοδείχνουν οι ρώγες σου τα πεσμένα στήθια μου, το δέρμα σου να σιδερώνει τις δίπλες στο δικό μου, ανατριχιάζω  όταν χουφτώνεις τα σακουλιασμένα μπούτια μου, σιχαίνομαι τις γουρουνότριχές μου πάνω στην τούφα σου, θέλω να γλιτώσω από σένα, τυραννιέμαι με τα νιάτα και την ομορφιά σου, θέλω να φύγεις και να μην ξαναγυρίσεις ποτέ. Ποτέ πια!».

Έσχατο συγγραφικό αποτύπωμα αλλά και σύνοψη ζωής αποτελεί η συλλογή «Λύκος για πάντα», τελικό απολογισμό ενός αφηγητή που δεν διστάζει να εκθέσει τα κουρέλια της ζωής του και με το άλλοθι των διηγημάτων του να εμφανιστεί γυμνός ενώπιον του αναγνώστη.

 

Γρηγόρης Καγγελάρης , Λύκος για πάντα, Εύμαρος

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΜικρή ιστορία ενηλικίωσης (της Αγάθης Γεωργιάδου)
Επόμενο άρθροΗ σιωπή σκέπει την πόλη (του Ηλία Καφάογλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ