Τα μικρά, πυκνά ποιήματα της Μπλάνκα Βαρέλα (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
248

της Βαρβάρας Ρούσσου

Η σχεδόν άγνωστη στην Ελλάδα περουβιανή ποιήτρια Μπλάνκα Βαρέλα (Λίμα 1929-Λίμα 2009) σε αυτή την έκδοση μεταφράζεται από δύο ομάδες μεταφραστών με συντονιστή τον έμπειρο Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, καθηγητή Εφαρμοσμένης Μεταφρασεολογίας με Ειδικό Αντικείμενο την Ισπανική Λογοτεχνία.

Ποιήματα της Βαρέλα έχουν αποδοθεί στα ελληνικά σποραδικά και το βιβλίο αυτό έρχεται να καλύψει το κενό πέρα από τα ίδια τα ποιήματα, και με την εισαγωγή που περιλαμβάνει βιογραφικά της ποιήτριας αλλά και στοιχεία της εξέλιξης και της ποιητικής της.

Μεγαλωμένη σε περιβάλλον λόγιων και καλλιτεχνών γυναικών, η Βαρέλα νέα συναναστράφηκε ποιητές και καλλιτέχνες ενώ στα είκοσί της μετοίκησε με το σύζυγό της στο Παρίσι συνεχίζοντας τις γνωριμίες της στο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό χώρο της Ευρώπης (εκεί έρχεται σε επαφή με το ρεύμα του υπαρξισμού γνωρίζοντας τον Σαρτρ και την Μποβουάρ αλλά και καλλιτέχνες όπως ο Τζακομέτι). Η ποίηση προέκυψε συνεπώς ως κάτι σχεδόν φυσικό, όταν μάλιστα έρχεται σε καθοριστική επαφή με τον Οκτάβιο Παζ που άσκησε ιδιαίτερη επιρροή και εξάλλου μερίμνησε για την έκδοση της πρώτης συλλογής της το 1959 την οποία ο ίδιος ονόμασε Ese puerto existe (Αυτό το λιμάνι υπάρχει). Από την πρώτη αυτή συλλογή διαφαίνονται τα σταθερά θέματα που θα συνεχίσει να πραγματεύεται, όπως ο έρωτας, ο χρόνος και η μοναξιά, ο θάνατος. Θα ακολουθήσουν και άλλες συλλογές, η ποίησή της θα εκτιμηθεί και η Βαρέλα μάλιστα θα λάβει υψηλά βραβεία.

Στην παρούσα έκδοση τα περισσότερα ποιήματα, όπως εξάλλου υποδεικνύει ο υπότιτλος, προέρχονται από τη συλλογή Canto villano (Άσμα δημώδες) του 1972/78 όπου περιλαμβάνεται και η συλλογή Ojos de ver (Μάτια που βλέπουν). Από δυο ακόμη βιβλία της Βαρέλα περιέχονται στην έκδοση ποιήματα: Υλικές ασκήσεις και Ψεύτικα πλήκτρα (2000). Από τα Μάτια που βλέπουν στα δίστιχα, τρίστιχα και τετράστιχα ήδη διακρίνονται τα γνωρίσματα της ποίησης της Βαρέλα: πυκνότητα, λυρισμός, μουσικότητα, που διαφαίνεται βέβαια από το πρωτότυπο, καθώς η έκδοση είναι δίγλωσση, εικονοποΐα που δείχνει επηρεασμένη από το άλογο του υπερρεαλισμού, χωρίς όμως να είναι υπερρεαλιστική αλλά, αντίθετα, συστηματικά ελεγχόμενη. Χωρίς σημεία στίξης τα μικρά αυτά ποιήματα που επιλέχτηκαν παραπέμπουν στην πύκνωση, την οικονομία και τη φαινομενική απλότητα των χαϊκού. Πράγματι, κυριαρχούν τα φυσικά στοιχεία στα οποία η Βαρέλα μεταγράφει τα δυνατά συναισθήματα, ιδίως του έρωτα: «ναι/η σκοτεινή ύλη/ που ζωντανεύει από το χέρι σου/είμαι εγώ» («Identikit»). Τα μελετημένα διάκενα επιβάλλουν μια παύση λειτουργώντας ως ισχυρό παυστικό στοιχείο που επιτείνει την υποβλητικότητα των μικρών αυτών ποιημάτων: «το καίριο χτύπημα/ το χέρι    η μουσική του χεριού/το αναγύρεμα στη φωτιά» (το ποίημα 5 από την ενότητα «Τάπιες (πόρτες)». Η ίδια λογική συνεχίζεται και στο Άσμα δημώδες. Αν και τα ποιήματα είναι πιο εκτεταμένα, όπως το ομώνυμο, κυρίαρχο χαρακτηριστικό παραμένει η πυκνότητα και η λιτότητα των μέσων ενώ το ποίημα δομείται κλιμακωτά: «ήρθε το πουλί/και καταβρόχθισε το σκουλήκι/ήρθε ο άνθρωπος/ και καταβρόχθισε το πουλί/ήρθε το σκουλήκι/και καταβρόχθισε τον άνθρωπο/» («Δικαιοσύνη» από το Άσμα δημώδες). Από τη συλλογή Ψεύτικα πλήκτρα (γραμμένη το 2000) το «Ερωτικό παιχνίδι» αποκαλύπτει την ίδια ποιητική που η Βαρέλα διαμόρφωσε από τη νεότητά της: «Τα χέρια στο ύψος του αέρα/δυο με τρία εκατοστά από το κενό/δεν θα κοιτάμε τίποτα συγκεκριμένα/τον κουρνιαχτό που σηκώθηκε/την απρόσμενη ερωτοτροπία των φτερών/που ξεριζώθηκαν στο πέταγμα/το ανόητο ροζ συννεφάκι/που δεν είναι πια/το κλείσεμάτια και το ανοιξέτα/στο φευγαλέο θάμπος/ενός φωτός που δεν διακρίνεται/». Εδώ είναι προφανής η ιδιοτυπία της Βαρέλα με εικόνες που δεν έχουν άμεση αναφορικότητα αλλά είναι φορτισμένες και αποδίδουν τον ερωτισμό. Με τη βαθιά λυρική εικονοποΐα, και ταυτόχρονα τόσο απλή, επιδιώκει την εξερεύνηση του κόσμου με τη φαντασία. Όπως φάνηκε, η Βαρέλα επιχειρεί να φορτίσει τα απλά ερεθίσματα, και δη οπτικά, με συναίσθημα και στοχασμό και να συνδέσει το εντός με το εκτός αναπλάθοντας τον αντικειμενικό χώρο. Παρατήρηση, αναμορφωτική φαντασία και απόδοση με λέξεις είναι η διαδικασία που καταλήγει στη συγκρότηση του ποιήματος. Το ίδιο το ποίημα «Άσμα δημώδες» βασίζεται στην παρατήρηση μιας απλής καθημερινής διαδικασίας (φαγητό) που μεταγράφεται σε στοχαστική πραγματεία: «τόσες ιστορίες/μαύρα δύσπεπτα θαύματα/και το άστρο της ανατολής». Φως και ήχος («Τρεχούμενο φως, «Λουλούδια για να ακούς»), φτερά και άγγελοι, μη ανθρώπινα όντα ισότιμα με τα ανθρώπινα («Περσόνα», «Τελευταίο ποίημα του Ιούνη») κινούνται διαρκώς στην ποίησή της.

Η ποίηση της Βαρέλα απογυμνωμένη από αφηγηματικότητα, κι όμως συχνά με έναν αφηγηματικό σκελετό να υπόκειται, με μετρημένες λέξεις, διαταγμένες σε συνήθως σύντομους στίχους, με απουσία σημείων στίξης και κεφαλαίων -άρα η μόνη παύση το τέλος στίχου και στροφικής ενότητας- προτείνει τη λιτότητα χάριν του βάθους.

Επίσης ενδιαφέρον στο παρόν μεταφραστικό εγχείρημα αποτελεί η σύμπραξη των δυο ομάδων που η καθεμιά μετέφρασε ορισμένα ποιήματα τα οποία έλεγξε η άλλη ομάδα. Το εκτενές, και ιδιαίτερα σημαντικό, ποίημα «Ο μεσιέ Μονό δεν ξέρει να τραγουδά» μεταφράστηκε και από τις δυο ομάδες και παρατίθεται στο βιβλίο και στις δυο μεταφράσεις. Αντιλαμβάνεται έτσι κανείς με την ανάγνωση τους δρόμους που ακολούθησαν οι δυο πλευρές υπό το συντονισμό πάντοτε του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Το εν λόγω ποίημα θέτει έναν πολύ σύγχρονο και ευρύ προβληματισμό, όχι μόνο λογοτεχνικό αλλά γενικότερα θεωρητικό: το σώμα και την πρόσληψή του.  Η Βαρέλα διατηρεί μια λυρική αντίληψη που δε στερείται υλικότητας και αντιλαμβάνεται το σώμα ως τον κύριο άξονα της πρόσληψης του κόσμου. Σχεδόν αντιπαραθέτει, αλλά με εντελώς ποιητικό τρόπο, την καθαρή βιολογία του ανθρώπινου σώματος, ό,τι δηλαδή ο βιοχημικός Μονό πρέσβευε, με τον αισθησιασμό του σώματος, τη φθαρτότητά του, τη σχέση του με τη φύση, τη σωματική μνήμη και κυρίως το σύνολο των συναισθημάτων όπου πρωτεύει ο έρωτας: «εσύ κι εγώ/you and me/toi et moi/tea for two στην απεραντοσύνη της σιωπής/στην άχρονη θάλασσα/στον ορίζοντα της ιστορίας/γιατί ριβονουκλεϊκό οξύ είμαστε/αλλά ριβονουκλεϊκό οξύ ερωτευμένο πάντα/».

Μπλάνκα Βαρέλα, Άσμα δημώδες και άλλα ποιήματα, εκδ. Librofilo&Co, 2024

Προηγούμενο άρθρο12 ώρες στην 20η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (ΔΕΒΘ), ένας διαφορετικός απολογισμός: 718 θερμίδες, 19.689 βήματα, 13,93 χλμ. απόσταση ( της Αλεξάνδρας Χαΐνη)
Επόμενο άρθροΧριστίνα Ιωακειμίδη- Γιώργος Συμπάρδης: Το “Μέντιουμ”, από το βιβλίο στην οθόνη- μια συζήτηση

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ