Τα δύο πρόσωπα της κερκίδας

0
317

 

 

Γιάννης Ν. Μπασκόζος.

 

Αν το ποδόσφαιρο είναι μια «μεταφορά της ζωής», όπως έλεγε ο Ζαν Πολ Σαρτρ ποια ζωή άραγε αντιπροσωπεύουν οι φίλαθλοι και οι οπαδοί που γεμίζουν τα γήπεδα της χώρας; Είναι μήπως μια άλλη ζωή από αυτή που ζουν καθημερινά, μια παράλληλη και διαφορετική ή απλώς μια προέκτασή της; Οι σκέψεις αυτές έρχονται στο νου μου κρατώντας στα χέρια δύο βιβλία – έρευνες που εκδόθηκαν πρόσφατα και αφορούν στα συνθήματα που ακούγονται στα γήπεδα αλλά και στην ψυχοπαθολογία των οπαδών που «ζουν» με αυτά.  Το ένα είναι  μια φοιτητική εργασία  δύο νέων παιδιών του Σπύρου Μπουκάλα – Καρκαγιάννη και του Ιάσονα Σχινά – Παπαδόπουλου με τίτλο «Συνθήματα και τραγούδια των γηπέδων» (Άγρα) . Η άλλη μελέτη είναι του φιλόλογου Λέοντα Α.Ναρ με τίτλο «Το παιχνίδι της εξέδρας- σχολιασμένα συνθήματα από τα ελληνικά γήπεδα»( Μεταίχμιο). Και οι δύο μελέτες παραθέτουν ένα μεγάλο πλήθος συνθημάτων από αυτά που ακούγονται στα γήπεδα κατηγοριοποιημένα κατά ομάδες, έννοιες, μουσικές και οπαδικές συμπεριφορές. Σημειωτέον ότι οι συγγραφείς και των δύο βιβλίων είναι ποδοσφαιρόφιλοι.

Από την εποχή της ρωμαϊκής αρένας  δεν υπάρχει ανάλογο είδος δημόσιας συνάθροισης στο οποίο οι θεατές να επινοούν συστηματικά λόγο που αναφέρεται είτε επαινετικά είτε υβριστικά , σε ομάδες ανθρώπων που τους ενώνει ένα συλλογικό ενδιαφέρον. Όπως τονίζει ο Λέων Ναρ «η ένταξη των οπαδών στον όχλο αίρει αυτόματα κάθε αναστολή που μεμονωμένα ίσως έχει κανείς όταν είναι μόνος. Ο μορφωμένος ο αμαθής, ο ημιμαθής, η ιδιοφυία, όλοι τείνουν να συγκλίνουν προς μια κοινή συμπεριφορά , αντιδρώντας σε διάφορα εξωτερικά ερεθίσματα».  Η ατομικότητα εξαφανίζεται υποτασσόμενη σε μια κοινή  ομοιόμορφη δράση και η αγάπη για την ομάδα και η φανατική αντιπαλότητα γίνεται τελικά ένα πλαίσιο κοινωνικοποίησης για τους οπαδούς. Μια κοινωνικοποίηση που πολλές φορές παίρνει απρόσμενη κατάληξη (ναζιστικές ομάδες κλπ).

Το σύνθημα είναι ένα δημόσιο κείμενο που καλύπτει ένα συλλογικό υποκείμενο, όπως π.χ. στις διαδηλώσεις κι εκφράζει το συλλογικό «θέλω» σε μια δεδομένη στιγμή. Διαβάζοντας τα  γηπεδικά συνθήματα εκπλήσσεσαι για δύο διαφορετικούς λόγους. Ο πρώτος είναι η διαστροφική ευρηματικότητα των βωμολοχιών και ο άλλος η  δεξιοτεχνική ενσωμάτωση στον συνθηματικό λόγο γεγονότων, συμπεριφορών αλλά και  διαφορετικών σύγχρονων κυρίως μουσικών επιλογών.

Τα συνθήματα των γηπέδων όπως παρατηρούν οι Σ.Μπουκάλας και Ι.Σχινάς είναι πια διαταξικά, δεν διαφοροποιούνται με βάση τα κοινωνικά στρώματα των οπαδών όπως παλιότερα που π.χ. τα εργατικά στρώματα του Πειραιά εκπροσωπούνταν κυρίως από τον Ολυμπιακό και τα αστικά του κέντρου της πόλης από τον Παναθηναϊκό. Σήμερα οι οπαδοί κάθε ομάδας προέρχονται από διαφορετικές περιοχές, ηλικίες, τάξεις. Βεβαίως και το εννοιολογικό τους περιεχόμενο έχει αλλάξει. Κάποτε η πιο βαριά λέξη προς τον αντίπαλο ήταν το «κουρέλες», σήμερα είναι ένα αξεπέραστο γαϊτανάκι βωμολοχιών ανάμικτο με λατρευτικά επίθετα για την ομάδα που υποστηρίζει η κάθε κερκίδα. Μερικές φορές η ευρηματικότητά τους έχει αντικείμενο εμπορεύσιμου  προϊόντος για τις διαφημιστικές εταιρείες ενώ κάποια από αυτά έχουν περάσει στον πολιτικό λόγο μεμονωμένων πολιτικών, διανοουμένων ή μαζικά σε δημόσιες πολιτικές συγκεντρώσεις.Οι μελετητές και των δύο βιβλίων παρατηρούν ότι ο λόγος των συνθημάτων αποτελεί μια μορφή λαϊκής ποίησης, βωμολοχικής ή μη με ομοιοκαταληξία, είτε σταυρωτή είτε πλεκτή είτε ζευγαρωτή με μουσικότητα και εμφανή μελωδική γραμμή.

Ο Λέων Α. Ναρ σταχυολογεί παραφράσεις τραγουδιών στη μουσική των οποίων στηρίζονται ολόκληρες γηπεδικές παρλάτες π.χ., των Σναπ, Μπομπ Μάρλει, Μάικ Όλντφιλντ, Γουάιτ Στράιπς, Όφσπρινγκ, Μπήτλς, Πετ Σοπ Μπόυς αλλά και ελληνικά των Φόρμινξ, του Μίκη Θεοδωράκη, του Χατζηνάσιου, του Τσιτσάνη, του Λοίζου όπως και παραφράσεις χριστουγεννιάτικων ή αντάρτικων τραγουδιών.  Ο Μίκης μάλιστα όταν παλιότερα τον ρώτησαν πώς του φαίνεται που ένα αντιστασιακό του τραγούδι του,  το «είμαστε δυο, είμαστε τρεις..» ακούγεται στο γήπεδα σε μια οπαδική παράφραση, δήλωσε ενθουσιασμένος.

Οι Σ.Μπουκάλας και Ι. Σχινάς τονίζουν ότι η αγάπη του οπαδού για την ομάδα αποκτά ενίοτε μια ιδεαλιστική σχέση  και δεν αποκλείεται να μεταμορφωθεί σε μια ολοκληρωτική λογική που οδηγεί σε χουλιγκανικού ή φασιστικού τύπου πράξεις. Πολλά συνθήματα είναι προσβλητικά, επιθετικά, κάποια από αυτά ασεβούν σε βάρος νεκρών (όπως π.χ.αυτά κατά των νεκρών της θύρας 7), συνήθως κατά της “μάνας” των ποδοσφαιριστών κ.ά ), πράγμα που σε αγριεύει. Αναρωτιέσαι πώς μπορεί κάποιος στο όνομα της ομάδας να καταπατά αξίες που έρχονται από πολύ παλιά, όπως ο σεβασμός των νεκρών. Η λεκτική βία ενυπάρχει σε ορισμένα συνθήματα αφού πολλά από αυτά έχουν προτρεπτικό χαρακτήρα . Αλλά τελικά κι αυτά κι άλλα όπως παρατηρούσε ο Κωστής Παπαγιώργης είναι σύμφυτα του ποδοσφαίρου. «Όσοι θέλουν», έγραφε «ειρηνικούς ποδοσφαιρικούς αγώνες χωρίς βία, είναι όσοι θέλουν ζωντανούς χωρίς νεκρούς, τη μέρα χωρίς τη νύχτα, τις τράπεζες χωρίς ληστές, το νερό χωρίς τη δίψα, και εντέλει όσοι ξεχνούν ότι το ανθρώπινο πρόσωπο  γελάει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κλαίει»(Εκτός παιδιάς, Καστανιώτης).Δεν παύει βέβαια η συνθηματολογία αυτή και ο τρόπος που εκφέρεται να αντανακλά την γενικότερη κατάσταση του ποδοσφαίρου στη χώρα μας, να λειτουργεί εκτονωτικά και αποπροσανατολιστικά και να απομακρύνει από τα γήπεδα του φιλάθλους.

Και τα δυο βιβλία στέκονται στο ερευνητικό κομμάτι αποδομώντας τα συνθήματα των γηπέδων. Στο κοινωνιολογικό κομμάτι τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Η κερκίδα έχει τελικά δύο πρόσωπα , ο ποδοσφαιρόφιλος  βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο και είναι ανεκτικός στη  ακατάσχετη βωμολοχία, ο παρακολουθών απλώς τις ποδοσφαιρικές συναντήσεις το βλέπει μισοάδειο, η “πληγή” αυτή της κερκίδας τον απωθεί.

(Σημ: Ο Σπύρος Μπουκάλας – Καρκαγιάννης σκοτώθηκε στις 16/8/2011. Ήταν μόλις 20 ετών και ο θάνατος του ήταν «αδιανόητος», όπως γράφει ο καθηγητής του Σπύρος Α.Μοσχονάς  στον πρόλογο. Το βιβλίο επιμελήθηκε ο πατέρας του, ο συνάδελφος Παντελής Μπουκάλας).

(Σημ2. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Επένδυση 7/12/2014)

nar

MPOYKALAS_SYNTHIMATA

 

Προηγούμενο άρθροAmazon-Killer
Επόμενο άρθροΜαρτυρίες από το Νταχάου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here