Τα αποστάγματα ενός ταξιδιού διαρκείας (του Ευριπίδη Γαραντούδη)

0
265

του Ευριπίδη Γαραντούδη

Το Εκεί, το ένατο βιβλίο του Γιώργου Βέη στην κατηγορία των ταξιδιωτικών αφηγήσεων ή μαρτυριών του, έρχεται να ενισχύσει ένα απολύτως διακριτό πλέον συγγραφικό στίγμα του που, παράλληλα, κρινόμενο από αισθητική σκοπιά, είναι τουλάχιστον εφάμιλλο εκείνου της ποίησής του. Για όσους γνωρίζουμε το ποιητικό έργο του Βέη (προσωπικά το διαβάζω από τις αρχές της δεκαετίας του 1980), τα βιβλία των ταξιδιωτικών μαρτυριών του, που με το Εκεί συμπληρώνουν είκοσι χρόνια από την εμφάνιση του πρώτου, Ασία, Ασία (1999), συγκροτούν ένα κειμενικό corpus που περιμένει τη συστηματική συνανάγνωσή του με τα ποιήματά του, προκειμένου να αναδειχθούν οι πολύ στενές σχέσεις τους· με άλλα λόγια, να φανεί πώς το ποιητικό και το ταξιδιωτικό έργο του πηγάζουν από την ίδια πηγή και λειτουργούν ως εκφράσεις της κοινής και στα δύο, βαθιάς και εκλεπτυσμένης, ευαισθησίας του Βέη.

Κρίνοντας από το γεγονός ότι στις σελίδες που ακολουθούν τον κολοφώνα του βιβλίου Εκεί παρατίθενται αποσπάσματα από 36 βιβλιοκριτικά κείμενα με θέμα τους τα προηγούμενα βιβλία ταξιδιωτικών μαρτυριών του Βέη, διαπιστώνω ότι η κριτική έχει ήδη δεξιωθεί και έχει φωτίσει πολλαπλά αυτά τα βιβλία. Αν, λοιπόν, θα κάνω, αρχικά, μια σχηματική αναδρομή στην ελληνική ταξιδιωτική λογοτεχνία, είναι για να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι ο Βέης δεν έχει σχέση μαζί της. Γενικά η ταξιδιωτική λογοτεχνία γεννήθηκε μέσα στο κλίμα του περιηγητισμού, που επικράτησε στην Ευρώπη από τα τέλη του 18ου αιώνα και εξής. Στην περίπτωση της ελληνικής λογοτεχνίας άκμασε κυρίως στον 20ό αιώνα, συγκροτώντας, ιδίως στο πρώτο του μισό, μία εντόπια διακριτή παράδοση, με συγγραφείς ταξιδιωτικών αφηγήσεων όπως ο Καζαντζάκης, ο Παπαντωνίου, ο Ουράνης, ο Βενέζης, ο Παναγιωτόπουλος, ο Χάρης, ο Χατζίνης, ο Παράσχος, ο Θέμος Κορνάρος, ο Γιάννης Σφακιανάκης, ο Άγγελος Βλάχος κ.α. Ανέφερα συγγραφείς που έγραψαν, όπως ο Βέης, ταξιδιωτικές αφηγήσεις όχι για μέρη της Ελλάδας αλλά για τόπους του εξωτερικού, περισσότερο της Ευρώπης και γενικότερα της Δύσης και λιγότερο της Ανατολής. Όσο μπορώ να συνοψίσω την εντύπωση που μου άφησαν στις κατά καιρούς αναγνώσεις τα κείμενα των παραπάνω συγγραφέων, αυτά εξυπηρετούσαν έναν διττό στόχο. Από τη μια, να καταγραφεί, πρωτίστως μέσα από τη δομή του ταξιδιωτικού ημερολογίου, ένας πληροφοριακός θησαυρός και να αναπτυχθεί, δια της συστηματικής περιγραφής τοπίων, πόλεων, κτιρίων και μνημείων, ένας περιηγητικός οδηγός για τόπους που ο τότε αναγνώστης μπορούσε να επισκεφτεί δύσκολα. Από την άλλη, στόχος ήταν να αναδειχθεί ο ίδιος ο συγγραφέας ως κέντρο της παρατήρησης και ως πνευματικός πομπός, ικανός να εκπέμψει τα ενδιαφέροντα οδηγητικά σήματά του προς τον αναγνώστη. Έτσι η ταξιδιωτική εμπειρία εξατομικευόταν, ισορροπώντας ανάμεσα στην αντικειμενικότητα της γνωστικής περιγραφής και την υποκειμενικότητα της παρατήρησης και της κρίσης του άλλου τόπου. Κάνοντας ένα άλμα μέσα στον χρόνο και φτάνοντας στο σήμερα, το ερώτημα που θα μπορούσε να θέσει κάποιος για τις ταξιδιωτικές μαρτυρίες του Βέη, πριν τις διαβάσει, είναι: Ποιος χρειάζεται την ταξιδιωτική λογοτεχνία σήμερα, όταν αφενός οι άνθρωποι ταξιδεύουμε πολύ περισσότερο και συχνότερα από παλαιότερες εποχές, συνεπώς έχουμε τη δυνατότητα της αδιαμεσολάβητης εμπειρίας των τόπων, και αφετέρου όταν οι τέχνες και τα μέσα της εικόνας, όπως ο κινηματογράφος και το διαδίκτυο, έχουν μειώσει τις αποστάσεις από τους άλλους τόπους, προσφέροντάς μας τη δυνατότητα του, έστω ηδονοβλεπτικού, ταξιδιού σε αυτούς;

Απαντώντας, λοιπόν, στο παραπάνω ερώτημα, επισημαίνω ότι οι ταξιδιωτικές μαρτυρίες του Βέη δεν έχουν σχέση με την παράδοση της ελληνικής ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Αρχικά, επειδή δεν ακολουθούν τη δομή του ταξιδιωτικού ημερολογίου. Έτσι στο Εκεί συμπαρατίθενται, ανισομήκεις στην κειμενική έκτασή τους, μαρτυρίες από το Βιετνάμ, την Ινδονησία, την Ιαπωνία, την Κίνα, το Καμερούν και τη Γερμανία. Οι μαρτυρίες αυτές, βασισμένες σε ταξίδια στη διάρκεια πολλών ετών, οργανώνονται σε μικρότερες ή μεγαλύτερες τιτλοφορημένες ενότητες όχι με άξονα τον περιηγητισμό, αλλά την όσμωση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ποικίλα ερεθίσματα που ο κάθε τόπος προσφέρει και τις αντιδράσεις που αυτά τα ερεθίσματα προκαλούν στις αισθήσεις, τη συνείδηση και την ευαισθησία του δέκτη τους. Επίσης, οι μαρτυρίες του Βέη φανερά δεν αποσκοπούν στην ενημέρωση του αναγνώστη, καθώς οι περιγραφές του δεν έχουν συστηματικό και πληροφοριακό χαρακτήρα. Αυτό που, κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρει τον ταξιδιώτη Βέη είναι το φιλτράρισμα ή η διήθηση της ταξιδιωτικής εμπειρίας σε πνευματικό βίωμα, η αναγωγή της σε πηγή στοχασμού γύρω από τη φύση του χώρου και του χρόνου, θεωρημένων μέσα από την αναπόδραστη συνθήκη του ανθρώπου να ζει μέσα στις περιορισμένες για τον ίδιο διαστάσεις τους, ενώ συνάμα αντιλαμβάνεται την άπειρη εμβέλειά τους. Παρατηρώ, επίσης, ότι η ταξιδιωτική εμπειρία στα βιβλία του Βέη δεν περιχαρακώνεται σε έναν εξατομικευμένο εαυτό, με την έννοια ότι ο δέκτης της αφήνεται, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, να έρθει σε επαφή και να αφομοιωθεί από τον τόπο που κάθε φορά επισκέπτεται, να επικοινωνήσει ουσιαστικά με τους ανθρώπους του τόπου, προσπαθώντας έτσι να μειώσει ή και να άρει την απόσταση ανάμεσα στο οικείο και το αλλότριο, να εγκολπωθεί το άλλο ως ίδιο, να γίνει, όσο μπορεί, μέρος του. Γι’ αυτό και στις ταξιδιωτικές μαρτυρίες του Βέη, απόρροια μιας ζωής με απανωτά και μακρόχρονα ταξίδια, λειτουργεί ένας βαθύς και γνήσιος κοσμοπολιτισμός. Εννοώ ότι η συνειδησιακή ματιά του επάνω στους τόπους και τους ανθρώπους τους δεν χαρακτηρίζεται από οποιαδήποτε πολιτισμικά στερεότυπα ή προκαταλήψεις, όπως του Έλληνα ή του δυτικού ανθρώπου. Αντιθέτως, η ταξιδιωτική εμπειρία του, εποπτικά θεωρημένη μέσα από το σύνολο των ταξιδιωτικών μαρτυριών του, λειτουργεί ως σημείο συνάντησης και συγκερασμού των τόπων και των τοπίων τους, αστικών και υπαίθριων, ως πόλος έλξης των διαφορετικών γλωσσών και των ανθρώπινων πολιτισμών τους σε ένα αδιαίρετο όλο. Αυτό το αδιαίρετο όλο συνιστά, θα έλεγα, μιαν οικουμενική αντίληψη ή μία παγκοσμιότητα, όχι εκείνη της περιλάλητης παγκοσμιοποίησης, αλλά της κοινής ανθρώπινης μοίρας να μοιραζόμαστε τον κόσμο, τον μικρό, τον μέγα, μέσα από τη διαφορετικότητά μας. Η απόσταση από τον εξατομικευμένο εαυτό και ο κοσμοπολιτισμός για τα οποία έγραψα παραπάνω πιστεύω ότι λειτουργούν ως βασικοί συντελεστές της αισθητικής απόλαυσης που μεταδίδουν στον αναγνώστη τους τα κείμενα του Βέη, ακριβώς επειδή ωθούν τον αναγνώστη να μοιραστεί τον βιωματικό πυρήνα και να ακολουθήσει το στοχαστικό μονοπάτι αυτών των ταξιδιωτικών μαρτυριών.

Ανάμεσα στα μέρη που αρθρώνουν το Εκεί παρεμβάλλονται 10 συνολικά επιστολές στον Βέη, σταλμένες κατά καιρούς από τους Αντώνη Φωστιέρη, Γιάννη Βαρβέρη, Δ.Π. Παπαδίτσα, Γιώργο Μαρκόπουλο, Θανάση Θ. Νιάρχο, Μάριο Μαρκίδη, Κλείτο Κύρου, Φώτη Τερζάκη και Μιχάλη Μερακλή, όπως επίσης και η φωτογραφία αυτόγραφου ποιήματος του Αλέξανδρου Ίσαρη, αφιερωμένου στον Βέη. Εκ πρώτης όψεως, αυτά τα κειμενικά τεκμήρια αυτοβιογραφικού και συνάμα συντεχνιακού χαρακτήρα μπορεί να ξενίσουν τον αναγνώστη, που θα αναρωτηθεί τι θέση έχουν ανάμεσα στις, άσχετες με αυτά, ταξιδιωτικές μαρτυρίες. Διανύοντας όμως την πορεία των αφηγήσεων του Εκεί για τους ξένους τόπους ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται τις επιστολές όχι ως σκόρπιους οδοδείκτες της πορείας του Βέη μέσα στη λογοτεχνική κοινότητα, αλλά ως σήματα μιας γλωσσικής και λογοτεχνικής εντοπιότητας που λειτουργούν παράλληλα με την ταξιδιωτική εμπειρία, υπενθυμίζοντας νοσταλγικά στον κοσμοπολίτη ταξιδιώτη Βέη (και στους αναγνώστες του) την, χωρικά μακρινή και ψυχοσυναισθηματικά κοντινή, γλωσσική και λογοτεχνική του πατρίδα, ενόσω αυτός περιδιαβάζει τα «ξένα έθνη», για να θυμηθώ τον Κάλβο. Η βαθύτερη και αναπόδραστη πατρίδα μας είναι η γλώσσα μας.

Το ρήμα περιδιαβάζει με οδηγεί συνειρμικά σε ένα βασικό χαρακτηριστικό των ταξιδιωτικών μαρτυριών του Βέη, και των παλαιότερών του και αυτών που συστεγάζονται στο Εκεί. Πριν το περιγράψω, παραθέτω ένα παράθεμα από το Εκεί:

Ισχύει, βεβαίως, και για το Ανόι η παρατήρηση του Πιερ Ασουλίν, όπως αποτυπώνεται στους Βίους του Ιώβ, των προνοητικών εκδόσεων «Πόλις». Θα ήταν παράλειψη να μην τη συμπεριλάβω στις σημειώσεις μου για μια ευρύτερη επεξεργασία. Η εγκυρότητά της με ακολουθεί ακόμη και στις αυλές των βιετναμέζικων συνοικισμών. Αντιγράφω με προσοχή τις εξής ενδεικτικές ανταποκρίσεις: «Η μορφή ενός βιβλίου έχει κάτι από τη μορφή μιας πόλης: η σχέση τους είναι υπόγεια και μόνο οι αμετανόητοι διαβάτες μπορούν να την αντιληφθούν. Χάνεσαι, επιστρέφεις, φωλιάζεις μέσα τους. Δεν υπάρχει καλύτερος οδηγός από την εσωτερική μας πυξίδα με το χαραγμένο από ένστικτα και προαισθήσεις ανεμολόγιό της. […] Το λιγότερο που μπορεί να ισχυριστεί κανείς είναι ότι ο τόπος εμπνέει τη συγγραφή. Ιδίως αν πρόκειται συγχρόνως για τον τόπο της έρευνας που αποτελεί και αφετηρία της συγγραφής. Ο  καθένας έχει τον δικό του». (σ. 43-45).

Οι ταξιδιωτικές μαρτυρίες του Βέη διανθίζονται, λοιπόν, πολύ συχνά από κείμενα. Έτσι υφαίνεται ο ιστός μιας ουσιαστικής και διαρκούς συνομιλίας του συγγραφέα με τα, ομοιόθεμα ή συγγενικά στην καταγωγή τους, γραπτά άλλων συγγραφέων, εκείνα τα γραπτά που γέννησε σε άλλους ανθρώπους η εμπειρία του ίδιου τόπου. Με τη συμπαράθεση και την όσμωση των κειμένων-μαρτυριών ο αναγνώστης ωθείται να αναπλάσει το βίωμα του ταξιδιού-γραφής ως μία συνεχή ταλάντωση κι εντέλει σύνθεση ανάμεσα στην περιδιάβαση του εξωτερικού περιβάλλοντος και την προσηλωμένη ανάγνωση γραπτών που το μετέπλασαν σε ταξιδιωτική εμπειρία. Με άλλα λόγια, οι συνταξιδιώτες του Βέη είναι οι προηγούμενοι από αυτόν συγγραφείς-επισκέπτες του ίδιου τόπου. Διαβάζοντας τις ταξιδιωτικές μαρτυρίες του μπορούμε να τον αναπλάσουμε φαντασιακά, να κινείται ανάμεσα σε εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους, δρόμους, πλατείες και δωμάτια σπιτιών ή ξενοδοχείων, μεταφέροντας διαρκώς στον ταξιδιωτικό του σάκο, τα βιβλία των ταξιδιωτικών μαρτυριών για τον κάθε τόπο, κι έτσι να παρατηρεί τη μια στιγμή τον τόπο μόνος του και την άλλη στιγμή να τον αντιλαμβάνεται μέσα από τις καταγραμμένες μαρτυρίες των άλλων. Με αυτόν τον μεθοδικό τρόπο βίωσης του τόπου επιτυγχάνεται όχι μόνο η όσμωση με τον τόπο και τους ανθρώπους του εν χόρω, αλλά και η αλληλενέργεια ανάμεσα στην ατομική ταξιδιωτική εμπειρία και εκείνη παλαιότερων ταξιδιωτών εν χρόνω. Κι έτσι γινόμαστε κι εμείς οι αναγνώστες συνταξιδιώτες σε αυτό το έγχρονο και συνάμα άχρονο ταξίδι που ενώνει τους πραγματικούς τόπους και τις κειμενικές μεταφορές τους.

Στην αρχή του κειμένου μου αναφέρθηκα στη σχέση ανάμεσα στις ταξιδιωτικές μαρτυρίες και την ποίηση του Βέη. Η φόρμα και το ύφος των ταξιδιωτικών μαρτυριών του είναι τέτοια που πρόδηλα τις κάνουν να συγγενεύουν με την ποίηση. Συγκεκριμένα, ο τεμαχισμός των μαρτυριών σε σύντομα μέρη χωρισμένα με ρόδακες και χαλαρά συνδεδεμένα μεταξύ τους, ο ενδοσκοπικός χαρακτήρας της περιγραφής, η εστίαση της παρατήρησης σε σημαίνουσες και αδιόρατες λεπτομέρειες, η συμπύκνωση και η αφαιρετικότητα του λόγου, ακόμα και οι αφηγηματικές μεταπτώσεις από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση στην αποστροφή εις εαυτόν κάνουν τις ταξιδιωτικές μαρτυρίες του Βέη να γειτνιάζουν πολύ με πεζά ποιήματα. Αν υπάρχει ένα στοιχείο διάκρισης των ταξιδιωτικών μαρτυριών από τα ποιήματά του, θα το εντόπιζα, προφανώς, στην πριμοδότηση της αφηγηματικότητας των μαρτυριών, σε συνδυασμό με τη μεγαλύτερη, απ’ ό,τι στα ποιήματα, εξωστρέφειά τους, καθώς αυτές στηρίζονται σταθερά στην εταστική προσήλωση των αισθήσεων και της συνείδησης στο άλλο, το έτερο, το διαφορετικό. Το οποίο, όμως, συμπληρώνω, δεν είναι ξένο, εντέλει γίνεται οικείο, γιατί σημασία δεν έχει το τι βλέπει κανείς στο ταξίδι, αλλά ποιος είναι αυτός που βλέπει. Ανακαλώ μερικές σκέψεις του, πολύ επιφυλακτικού για τα ταξίδια, Φερνάντο Πεσσόα: «Η ζωή είναι ό,τι την κάνουμε. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, αλλά αυτό που είμαστε». Αυτός, λοιπόν, που είναι ο ταξιδιώτης και συγγραφέας των ταξιδιών του Βέης, στον εσώτερο πυρήνα του, είναι ο ποιητής Βέης.

Καθώς βρίσκεται στο Βιετνάμ, μπροστά σε ένα άγαλμα του Λένιν σε δημόσιο χώρο και αφού το έχει περιγράψει, αποσπά την προσοχή του Βέη το ερέθισμα ενός ανθρώπινου προσώπου, για να πυροδοτήσει μια εμπειρία που μπορεί να χαρακτηριστεί ποιητική. Παραθέτω:

Κάποια στιγμή αποφασίζω να χαμηλώσω το βλέμμα μου από το υπερυψωμένο βάθρο του Ρώσου επαναστάτη. Τότε αντικρίζω το πρόσωπο ενός ηλικιωμένου που καπνίζει στο πλησιέστερο παγκάκι. Θα πρέπει να κάθισε εκεί όσο ήμουν απορροφημένος από το μεταλλικό σώμα του Λένιν. Ετοιμαζόμουν να φύγω, όταν ξεχώρισα τις γραμμές του χρόνου, τις φλύαρες ρυτίδες στο μέτωπο-σελίδα. Εκείνος δεν προσπάθησε καν να αντιληφθεί την παρουσία μου σχεδόν απέναντί του. Ή έτσι μου φάνηκε. Άρχισε ν’ απλώνεται πάνω στις ζάρες των παρειών μια αύρα. Σαν να ήθελε να τις εξομαλύνει, να τις σβήσει μάλλον. Μια αύρα καθησυχασμού. Ή μήπως άφατης γαλήνης; Οι φίλοι με φώναξαν. Έστριψα αμέσως και μπήκα, σχεδόν άβουλα, ανεπαισθήτως θα έλεγε ο ποιητής, σε άλλο κεφάλαιο του ταξιδιού. (σ. 23-24).

Σχολιάζω. Η ταξιδιωτική εμπειρία υπάρχει για να γίνει εμπειρία της γραφής, συμβαίνει ως ερέθισμα του εξωτερικού κόσμου για να μεταπλαστεί σε εσωτερική διαδικασία στοχασμού. Ο στοχασμός αυτός στο παραπάνω παράθεμα θα έλεγα ότι πυκνώνει σε μία στιγμή έλλαμψης, παροδικής ακινησίας ή έστω επιβράδυνσης του χρόνου, όπως μας είναι γνωστή ιδίως από τον ποιητικό λόγο.

Και κλείσω την περιδιάβασή μου στο Εκεί με ένα ακόμα παράθεμα και τον σχολιασμό του:

Καθώς μεγαλώνει η απόσταση που μας χωρίζει από την πρωτεύουσα, οι παλμοί της γίνονται τόσο ανεπαίσθητοι, τόσο φευγαλέοι, ώσπου θα νομίσεις, αργά ή γρήγορα, ότι έζησες λίγο πριν μέσα στην υπερβολή μιας φαντασίωσης. Πώς μια ολόκληρη πόλη, ένας χορός εικόνων, είναι έτοιμη να γίνει κι αυτή σκόνη; Εγκολπώνομαι το απείκασμά της. Θα διατηρήσω το Ανόι ακέραιο ή σχεδόν ακέραιο: υπόθεση χειρωνακτικής εργασίας, γραφή και επανεκκίνηση γραφής, αποστάγματα διαρκείας, σαν τους καθησυχαστικούς λοφίσκους που μας υποδέχονται στο βάθος του βλέμματος. (σ. 96)

Σχολιάζω, αποχαιρετώντας προσώρας το Εκεί μέχρι να το ξανασυναντήσω σε κάποιο άλλο αναγνωστικό μου ταξίδι στους τόπους του. Η μετακίνηση στον χώρο είναι η πηγή μιας διαρκούς περίσκεψης για τη φύση του χρόνου, θεωρημένου από τη σκοπιά του ανθρώπου, δηλαδή τη σκοπιά της παροντικότητας και της θνητότητας. Η ταλάντωση ανάμεσα στον εξωτερικό κόσμο, την υποτιθέμενη αντικειμενικότητα της πραγματικότητας, και το εσωτερικό απείκασμά του, την προβολή του ειδώλου του κόσμου στην εσωτερική μας συνείδηση, αυτή η διαρκής κίνηση βρίσκει το σημείο της ισορροπίας της στη γραφή, στη γραφή που λειτουργεί ως μία διαδικασία απόσταξης, φιλτραρίσματος της ουσίας του κόσμου και, συνεπώς, και κατάκτησης της διάρκειάς του, πέρα από την εφήμερη όψη της καθημερινότητας. Σε αυτό δεν αποσκοπεί η ποίηση; Γι’ αυτό και, εντέλει, οι ταξιδιωτικές μαρτυρίες του Γιώργου Βέη είναι τα ποιητικά αποστάγματα ενός ταξιδιού διαρκείας.

 

info: Γιώργος Βέης, Εκεί. Μαρτυρίες από το Βιετνάμ, την Ινδονησία, την Ιαπωνία, την Κίνα, το Καμερούν, τη Γερμανία, Αθήνα, Κέδρος 2019, σσ. 301.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here