Τὰ ἀντίψυχα ἑνὸς ἀνθρώπου μηδενικῶν ἀποχρώσεων (τῆς Ἔφης Κατσουροῦ)

0
440

 

τῆς Ἔφης Κατσουροῦ

 

                                                 «Με κάρβουνο/ ζωγράφιζε στοὺς τοίχους/καραβάκια                                                         μπαρκάρισε»

                                                        Λευτέρης Ξανθόπουλος, «Τετράστιχο»,  Ἀντίψυχα

 

Σὲ μία προσπάθεια ἀνασύνταξης τῆς βιβλιοθήκης μου, λόγῳ μικρῶν καὶ μεγάλων μετακομίσεων, μετατοπίσεων καὶ ἀλλαγῶν τῶν ἡμερῶν καὶ τῶν χρόνων, βρίσκομαι ἀντιμέτωπη μὲ μνῆμες καὶ εἰκόνες, ἀναφορὲς καὶ συνδέσεις, στιγμὲς καὶ διαστήματα ποὺ γέννησαν ἢ συνόδευσαν οἱ γραμμὲς τῶν βιβλίων ποὺ μὲ περιβάλλουν. Ἡ ὀργάνωση δὲν εἶναι γραμμική, δὲν ἀκολουθεῖ ἀλφαβητικὴ σειρὰ ἢ κάποιου ἄλλου εἴδους εὑρεία θεματοποίηση· ὑποτάσσεται μόνον στὴν νομοτέλεια τῶν αἰσθημάτων -οἱ ἀγαπημένοι ποιητές, οἱ δάσκαλοι, οἱ φίλοι, τὰ χαρισμένα, οἱ ἀφιερώσεις, τὰ θερινὰ ἀναγνώσματα, τουλάχιστον σὲ αὐτὴ τὴν πρώτη φάση ποὺ ἀσχολοῦμαι μὲ τὰ βιβλία ποὺ θὰ περιβάλλουν σὰν ὅριο ὀνείρου τὸ γραφεῖο μου. Μέσα σὲ αὐτά, καὶ τὰ βιβλία τοῦ ποιητῆ Λευτέρη Ξανθόπουλου, τοποθετημένα σὲ ἕνα ξεχωριστὸ ἀπάγκιο, ὅπου ὁ Ἄνθρωπος μηδενικῶν ἀποχρώσεων τοῦ 2018, μπορεῖ μὲ τὴ δέουσα γαλήνη νὰ ἀναδεύει τὰ Ἀντίψυχά του, στὴν τρίτη ἀριθμημένη ἔκδοσή τους τοῦ 2017 (πρώτη ἔκδοση 1972). Ἀπότοκο αὐτῆς τῆς διαδικασίας ἀρχειοθέτησης τῶν στιγμῶν καὶ τῶν ἀναγνωσμάτων, τῆς ἀναπόλησης καὶ ἀνάταξης τῶν αἰσθημάτων ἀποτελεῖ ἡ γέννηση μίας σειρᾶς στοχασμῶν πάνω στὴν ποίηση, τὴν ποιητικὴ ἱστορία καὶ προϊστορία μας, τὶς καταβολὲς καὶ τὶς προεκτάσεις μας ποὺ ὀργανώνουν τὴν βιβλιοθήκη, τὴ γραφὴ ποὺ εἶναι ζωή μας καὶ τὴ ζωὴ ποὺ τελικὰ εἶναι ἡ γραφή μας, τὸ ἀποτύπωμά μας ἐπάνω στὴ σάρκα τοῦ κόσμου. Κάπως ἀναπότρεπτα λοιπόν, μπαίνω στὸν πειρασμὸ νὰ διαβάσω τὰ δύο ἄκρα τῆς γραφῆς τοῦ φίλου ποιητῆ Ξανθόπουλου σὲ χρόνο παράλληλο -μὲ προκαλεῖ ἄλλωστε καὶ ὁ πρόλογος του σὲ αὐτὴ τὴν ἔκδοση τοῦ 2017 τῶν Ἀντιψύχων– καὶ νὰ ἀναζητήσω τοὺς τόπους ποὺ ἐπισκέπτεται ξανά, τοὺς ποιητὲς ποὺ ὑπάρχουν σὰν ὑποδόριος ἱστὸς τῆς γραφῆς του καὶ νὰ ἐλέγξω τὸν βαθμὸ ποὺ τελικά διασώζεται ἡ οὐσία τῆς πρώτης νιότης μέσα στὴν ποίηση τῆς ὡριμότητάς του. Ποῦ λοξοδρομεῖ καὶ ποῦ συναντιέται ὁ Ἄνθρωπος μηδενικῶν ἀποχρώσεων μὲ τὸν νεαρὸ ποιητὴ τῶν Ἀντιψύχων; Μήπως ὁ ὥριμος πλέον ποιητὴς βιάζεται νὰ προδικάσει ἢ χρησιμοποιεῖ αὐτὸν τὸν νέο τίτλο ὡς ἕναν εὐφημισμό, καὶ οἱ ἀποχρώσεις ποὺ διασώζονται στὴ σάρκα τῆς γραφῆς του καὶ τείνουν στὸ ἄπειρο τῆς ποιήσεως εἶναι περισσότερες ἀπὸ αὐτὲς ποὺ μηδενίζουν καὶ ὁδηγοῦν στὴν εὐθυγράμμιση τῶν αἰσθημάτων;

«[…] βλέπω νὰ ὑποχωροῦν μὲ τὸν χρόνο καὶ νὰ ἐξαφανίζονται μεθοδικὰ καὶ ὕπουλα ὅλα αὐτὰ τὰ αὐθάδη, ἄτεχνα ἐνδεχομένως σὲ σημεῖα καὶ ἄναρχα, ζωοποιὰ ἐν τούτοις στοιχεῖα ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν πρώιμη ποιητική μου δουλειὰ καὶ προσδίδουν στὸ ποίημα τὴ μέγιστη δυνατὴ κινητικότητα καὶ ἀνάταση. Τὴ θέση τους καταλαμβάνουν ἄλλα στοιχεῖα ποὺ δὲν μπορῶ ἀκόμα νὰ διακρίνω, νὰ διευκρινίσω ἢ νὰ προσδιορίσω. // Ὄχι πὼς ἔγινα πιὸ λογικὸς σήμερα, ὄχι καθόλου δὲν τὸ ἐννοῶ αὐτό. Ἴσως ὅμως ἡ γνώση ποὺ μαζεύτηκε νὰ μὲ ἔκανε λιγότερο τολμηρὸ καὶ περισσότερο φοβητσιάρη, καὶ ὡς ἐκ τούτου πιὸ φτωχό!», γράφει ὁ Ξανθόπουλος στὴν εἰσαγωγὴ τῆς τρίτης ἔκδοσης τῶν Ἀντιψύχων, σὲ τόνο ἐξομολογητικό, καθιστώντας μας μετόχους τοῦ ποιητικοῦ προβληματισμοῦ του, ἑνὸς προβληματισμοῦ μὲ τὸν ὁποῖο ὅλοι οἱ ποιητὲς ἔρχονται κάποτε, ἀκούσια ἢ ἑκούσια ἀντιμέτωποι. Σίγουρα ὁ Ἐλύτης τῶν Προσανατολισμῶν διαφέρει κατὰ πολὺ ἀπὸ ἐκεῖνον τοῦ Ἄξιον ἐστὶ ἢ τῶν Ἐλεγείων τῆς ὀξώπετρας ὅπως καὶ ὁ Σεφέρης τῆς Στροφῆς μὲ ἐκεῖνον τῆς Κίχλης καὶ τῶν Τριῶν κρυφῶν ποιημάτων. Οἱ ἀτεχνίες καὶ οἱ πιθανοὶ βερμπαλισμοί, στὸ κλίμα τοῦ πλεονάζοντος αἰσθήματος, τοῦ χρώματος, τοῦ ἤχου, τοῦ αὐθορμήτου, τῶν πρώιμων ποιημάτων, ἔρχονται νὰ ἀναμετρηθοῦν μὲ τὴ ψυχραιμία καὶ τὴ νοσταλγικὴ ἐνατένιση, τὴν πραότητα καὶ τὸν ἔλεγχο κάθε καμπύλης τῶν συμφώνων τοῦ γραφικοῦ χαρακτῆρα καὶ κάθε ἀναπήδησης τοῦ μέτρου καὶ τοῦ ρυθμοῦ τοῦ ὥριμου ποιητῆ, ἰσορροπώντας ἰδανικά τὰ ἄκρα καὶ τῆς κορυφὲς τῆς καμπύλης κλιμάκωσης τῆς γραφῆς, ἀφοῦ ἡ σφριγηλότητα καὶ ἡ θερμοκρασία τοῦ σώματος τῶν ποιημάτων τῆς πρώτης νεότητας σχεδὸν ποτὲ δὲν δύναται νὰ ἡττηθεῖ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν πλέον στέρεη καὶ ἄρτια ἀρχιτεκτονημένη γραφὴ τῆς ὥριμης περιόδου ἑνὸς ποιητῆ. Κάπως ἀναπόφευκτα, μοιάζει νὰ ἰσορροποῦν, συνυφαίνοντας τὸ τοπίο τοῦ ἔργου του μὲ τρόπο ἀνάλογο τῆς κίνησης τοῦ ἥλιου, καθὼς ἀλλάζει τὶς ἀποχρώσεις τῆς μέρας, ἀνάλογα μὲ τὴ θέση του, προσφέροντας κάθε στιγμὴ καὶ μία μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη ἐμπειρία φωτός. Ὁ ἐκτυφλωτικὸς ἥλιος της μεσημβρίας πάντοτε θὰ κερδίζει σὲ ἔνταση, σὲ λάμψη, ἂν θέλουμε στὰ καθ’ ἡμᾶς, σὲ τεχνική, τοῦ κόκκινου ἥλιου τῆς ἀνατολῆς, καὶ πάντοτε ὡστόσο θὰ ὑστερεῖ σὲ φόρτιση ἐκείνου· ὁ ὁποῖος μὲ τὴ σειρά του δὲν θὰ προβάλλει οὐδέποτε ὅμοιος ἀκόμη καὶ μὲ τὸ βαθύτερο κόκκινο τῆς δύσης -ὁμοούσιος ναί, ὅμοιος ὅμως ὄχι, διότι ἡ γέννηση, νομοτελειακά, στὸ ἴχνος τῆς συγκινήσεώς της φέρει τὴν ἀβίαστη αἰσιοδοξία τῆς νέας ζωῆς, τὴν κρουστὴ σάρκα τοῦ νέου σώματος.

  Ὁ Ξανθόπουλος, ὅπως μᾶς ἐμπιστεύεται στὸν πρόλογο τῆς τρίτης ἔκδοσης τῶν Ἀντιψύχων, μὲ τὸ βιβλίο του Οἱ ἐχθροὶ καὶ οἱ φίλοι μου (2014), νοιώθει νὰ φτάνει στὴ μέχρις ὥρας -ἀφοῦ πρόκειται γιὰ ἕναν ποιητῆ δραστήριο καὶ ἐν πλήρη ἔνταση καὶ ἐνεργείᾳ- προσωπική, ποιητική του, κορυφή, στὴ δική του μεσημβρία, καὶ ἀκριβῶς σὲ αὐτὴ τὴ στιγμή, στέκεται καὶ ἀτενίζει, μὲ βλέμμα κάποτε κριτικό, ἀλλὰ πολὺ δὲ μᾶλλον ἐρευνητικὸ τὴν δική του ποιητικὴ ἀνατολὴ γιὰ νὰ ἀναστοχαστεῖ τὴν ποίηση, ὄχι μόνο ὡς πράξη καλλιτεχνικὴ ἀλλὰ ὡς συνθήκη ζωῆς[1] καὶ ἕνα χρόνο ἀργότερα νὰ παραδοθεῖ στὰ χέρια μας ὡς ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος μηδενικῶν ἀποχρώσεων. Ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος, μὰ ἀναμφίβολα, νυχτερινὰ ὁμοούσιος μὲ ἐκεῖνον τὸ νεαρὸ τῶν Ἀντιψύχων, ποὺ  τραγούδαγε: «Εἶμαι σταγόνα μελανιοῦ / σὲ κάτασπρο λινὸ σεντόνι / […] / Εἶμαι ἀρχαῖος χωροβάτης / στὸ μεῖον ἄπειρο ριγμένος / […] / Εἶμαι ἡ νύχτα / ναὶ εἶμαι ἡ νύχτα / ἴσως ἡ νύχτα / ἴσως» [«Πρόγονοι ΙΙ», Ἀντίψυχα]. Τὸ μόνον ποὺ ἀλλάζει ὡς πρὸς τὴ νυχτερινή του, τώρα, φύση, εἶναι ὅτι αἴρεται ἡ ἀβεβαιότητα, αὐτὴ ἡ γλυκειὰ καὶ ἀνεπιτήδευτη, ἡ ἑλκυστικὴ ἀμφιβολία ποὺ τυραννᾶ κάθε νεότητα ποὺ ἐξερευνᾶ τὴν ὕπαρξή της. Ὁ ποιητὴς πιὰ εἶναι βέβαιος: «Ὅλα τὰ παρεπόμενα τοῦ βίου θὰ ἔρθουν μιὰ μέρα νὰ με / σκεπάσουν ὅπως φύλλα φθινοπώρου τὴν ἥμερη χλόη // Καὶ ἀπὸ κάτω θὰ λαμπυρίζει ἡ νύχτα καὶ θὰ φωτᾶνε σταγόνες βροχῆς» [«Δεν μπορεῖς νὰ βρεῖς ἄλλον τρόπο νὰ μιλᾶς;», Ἄνθρωπος μηδενικῶν ἀποχρώσεων]. Αὐτὴ ἡ νύχτα, ἡ κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὰ παρεπόμενα τοῦ βίου προβάλλει στὴν ποίησή του ὡς ἡ πιὸ ἀληθὴς ἔκφραση τῆς ὑπάρξεώς του, μιὰ νύχτα ὅμως ποὺ δὲν ἔρχεται νὰ εἰκονίσει ἕνα σκοτάδι βαθὺ καὶ ἄπατο, ἀλλὰ νὰ περιβάλλει μὲ στοργὴ τοὺς μυστηριακοὺς ὀργασμοὺς τῆς φύσης καὶ τῆς ὕπαρξης, τὶς φωτεινὲς ἐκλάμψεις τοῦ νοῦ καὶ τῆς ψυχῆς, τὴν μαγεία τοῦ μυστικοῦ καὶ τοῦ ἀνεξερεύνητου, τὴν κυοφορία τῆς νέας ἀνατολῆς. «Ὦ νύχτα τῶν βουνῶν / καὶ τῶν σπηλαίων / νύχτα τοῦ δάσους / τοῦ χιονιοῦ / καὶ τῆς βροχῆς / νύχτα τῶν ἀγριμιῶν / μίλα μου / νύχτα σκοτεινὴ / καὶ ἀξημέρωτη //  Μίλα μου / γιὰ τὸ μεγάλο / γυάλινο τάσι / στὸ στερέωμα / ποὺ καθρεφτίζει / τὶς ἐπιθυμίες τῶν θεῶν / ποὺ καθρεφτίζει / τὴ μοῖρα τῶν θνητῶν / πάνω στὴ γῆ», γράφει στὸ ποίημα «Ἡ γέμιση τοῦ φεγγαριοῦ στὴν ἐπαρχία Τσιὲν-Τάνγκ», ἀπεικάζοντας τὶς ὑφὲς καὶ τὶς ποιότητες τῆς νύχτας καὶ κατασκευάζοντας τὸ χωροχρονικὸ τοπίο τῆς ποίησής του, ἕναν τοπίο νυχτερινό, ποὺ τόσο χωρικὰ ὅσο καὶ χρονικὰ ἐκτείνεται σὲ βάθος.

Καὶ ἐπιλέγω αὐτὴ τὴ διάσταση γιὰ νὰ δηλώσω τὴν ἔκταση καὶ τὴ διάρκεια, διότι, ἡ ποίηση τοῦ Ξανθόπουλου εἶναι ποίηση καταγωγική. Ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος κίνησής του, σχεδὸν μονοδρομικὰ ὁπισθοδρομοῦν, κατοικοῦν τὸ παρελθόν· ὄχι, ὅμως, ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς μνήμης ἢ τῆς λησμονιᾶς, τῆς λαγνείας τοῦ τεθνεώτος χρόνου. Δὲν δραστηριοποιοῦν ἀναμνήσεις – δραστηριοποιοῦν καταγωγές. Τόσο στὸ πρῶτο βιβλίο τῶν Ἀντιψύχων ὅσο καὶ στὸν πρόσφατο Ἄνθρωπο μηδενικῶν ἀποχρώσεων, τοὺς σταθεροὺς συνταξειδιώτες του ἀποτελοῦν οἱ πρόγονοι, οἰκογενειακοί, ποιητικοὶ καὶ ἱστορικοί, οἱ ὁποῖοι ἀναδύονται στὴν ἐπιφάνεια τῆς γραφῆς του ὄχι ὡς στιγμιαῖες ἐκλάμψεις, ὡς ἀναμνήσεις. Ἀπὸ τὰ πρῶτα ἀκόμη ποιήματά του, ἐγκαθίστανται στοὺς στίχους του ὡς κάτι πολὺ βαθύτερο· εἶναι τὰ ἀρχέτυπα ποὺ ὁρίζουν τὴ φύση, τὴ θέση καὶ τὴν δράση του. «Βρίσκομαι / μέσα στὰ ἀποφάγια σας / στοὺς πάλι χώρους / τοῦ ἀπέραντου χρόνου», γράφει στὸ ποίημα τὸ ὁποῖο τιτλοφορεῖ, «Πρόγονοι Ι» στὸ πρῶτο ἐκεῖνο βιβλίο, προοικονομώντας, ἀκούσια ἀκόμη τότε, τὸ πεδίο κίνησης τῆς ποίησής του. Αὐτὴ ἡ προβληματικὴ τῆς προέλευσης, τῆς ρίζας, τὸν ἀπασχολεῖ βαθειὰ καὶ τὸν ἀπασχολεῖ πάντα. Ἡ καταγωγὴ συμβολοποιεῖται, γίνεται ἕνα χοϊκό, νυχτερινὸ τοπίο, στὸ ὁποῖο μὲ ἐργαλεῖα του τὴν πένα καὶ τὸ χαρτὶ συνεχίζει τὴν προσωπική του σκαπάνη ἀναζητώντας ἄλλοτε τὶς ἀπαντήσεις του καὶ ἄλλοτε τὴ διεύρυνση τοῦ χώρου τῶν ἐρωτήσεών του, ἄλλοτε τὴ θωπεία τῶν προγόνων καὶ ἄλλοτε τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ αὐτούς.  Ἡ μάνα καὶ ὁ πατέρας, τοὺς ὁποίους μὲ μεγαλύτερη ἀμεσότητα στὴ πρώτη νεότητα συναντᾶ καὶ μὲ ἀληθινὴ ἀπόγνωση στὴν ὡριμότητα γυρεύει γράφοντας «Ὁ πελάτης μου πρῶτος καὶ καλύτερος ἐγὼ ποὺ βήχω μέρα καὶ νύχτα κοιμᾶμαι στὸ κρεβάτι μου καθιστὸς καὶ δὲν ὑπάρχει ἡ μάνα μου δὲν ὑπάρχει ὁ πατέρας μου γιὰ νὰ μοῦ φέρουν μὲ τὸ κουταλάκι κοντοφόρμ νὰ μαλακώσει κομματάκι ὁ βῆχας νὰ ἡσυχάσω κι ἐγὼ ὁ καημένος νὰ γύρω ἐπιτέλους στὸ πλάϊ νὰ κοιμηθῶ» [«Τὸ σπίτι μὲ τὰ ἑφτὰ ἀετώματα», Ἄνθρωπος μηδενικῶν ἀποχρώσεων], τὰ ἱστορικὰ καὶ μυθολογικὰ πρόσωπα καὶ οἱ πρόγονοι ποιητές, τὸ δημοτικὸ τραγούδι -προμετωπίδες ἀπὸ τὸ ὁποῖο συναντᾶμε καὶ στὰ δύο βιβλία, ὁ Διονύσιος Σολωμός, ὡς κληρονομιὰ προστιθέμενης ἀξίας πίσω ἀπὸ τὸ κλίμα τῆς γραφῆς του, ὁ Ἐγγονόπουλος καὶ ὁ Σαχτούρης, σὲ ἕναν ὑψηλῆς ἐντάσεως ἐσωτερικὸ διάλογο, ποὺ ὁρίζει μία ποιοτικὰ λαξευμένη διακειμενικὴ ἄρθρωση τοῦ στίχου του, ἀποτελοῦν τὰ βασικότερα καὶ σταθερὰ ἀρχέτυπα τῆς ποίησής του, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἔκδηλα καὶ ἄλλοτε κρυμμένα στὸν ὑποδόριο ἱστὸ τῶν στίχων του διαμορφώνουν τὸ ποιητικό του χωροχρόνο.

Ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ἐνδιαφέροντα τοπία αὐτοῦ τοῦ χώρου, εἶναι καὶ ἡ γυναῖκα, ἡ γυναῖκα ποὺ ἀρχετυπικὰ προβάλλει ταυτισμένη μὲ τὴν εἰκόνα τῆς μάνας καὶ ἡ μάνα ποὺ δὲν παύει νὰ προβάλλει ποτὲ ὡς πρότυπο γυναίκας στὰ μάτια τοῦ ποιητῆ. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αὐτῆς τῆς σύζευξης ἀποτελεῖ τὸ ποίημα «Ἐρωτικὸ» ἀπὸ τὰ Ἀντίψυχα, ὅπου διαβάζουμε «Φεγγαρένιο φάνταζε / τὸ πρόσωπο / τὰ λόγια /λαμπυρίζανε ἀκτῖνες / σὲ θάλασσα νυχτερινὴ //  Περιβόλι μυροβόλο / τὰ μαλλιὰ / ἥλιος διπλὸς / μεθυσμένου ὅραμα / τὰ μάτια της // Ψωμιὰ σταρένια / τὰ χέρια / ἀφράτα / λαχταριστὸ φαΐ / σε πεινασμένα δόντια // Τὰ στήθια / ξημέρωμα ζωῆς / κέδροι τοῦ Λιβάνου / μὲ τὴν κορφὴ / στὸν οὐρανὸ / κι ἤτανε τότε / πάνω ἀπὸ πενήντα / ἡ μάνα μου». Ἐνῶ στὸ «Ἐσὺ ΙΙ» ἀπὸ τὸ ἴδιο βιβλίο, σὲ τόνο ἐρωτικὸ ἀπευθύνεται στὴν ἀγαπημένη γυναῖκα γράφοντας «Ἐσὺ ἡ σιωπὴ καὶ τὸ χῶμα μου // Ἐσὺ ποὺ κρύβεις ἕνα παιδὶ / στὸ στομάχι σου / ποὺ κρύβεις δυὸ χέρια ρόδινα / σὲ σχῆμα τόξου / ποὺ κρύβεις ἕνα τόπι / παλινδρομικὸ  // […] // Ἐσὺ ποὺ ἀνοίγεις / τὰ σπλάχνα σου δῶρο / ποὺ ἀνοίγεις πρωτοβρόχι / τὰ μάτια σου / ποὺ ἀνοίγεις θύρα / παράξενου κήπου /[…]». Ἡ γυναικεία μορφή, προβάλλει ὡς τοπίο κατοίκησης, στὸ ὁποῖο ἡ τρωτὴ φύση τοῦ ποιητῆ ἀναζητᾶ νὰ ἐγκολπωθεῖ, ἕνα τοπίο ὑγρὸ καὶ νυχτερινὸ ὅπου ἀνακτᾶται κοσμογονικὰ τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφάλειας. Ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ὅλα ἐκκινοῦν, τὸ ἀσφαλὲς σκοτάδι τῆς μήτρας, καὶ ἐκεῖ ὅπου ὅλα καταλήγουν, ἐκεῖ ποὺ κυοφορεῖται ἡ νέα ζωή, ὁ Ξανθόπουλος ἐπιστρέφει ξανὰ καὶ ξανὰ γιὰ νὰ ἀνασυγκροτήσει τὴ φύση, τὴν πίστη καὶ τὴν γραφή του.

Αὐτὴ ἡ ὑγρή, χοϊκὴ καὶ νυχτερινὴ γωνία ἀποτελεῖ τὴν πλέον γόνιμη γῆ του καὶ ἴσως, κατὰ τὴν προσωπική μου ἀνάγνωση, καὶ τὴν πιὸ ἐνδιαφέρουσα καὶ ὑπόρρητη συγγένεια μὲ τὸν ἀγαπημένο του ποιητή, Νίκο Ἐγγονόπουλο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ γυναικεία καμπυλότητα, ὁ ἀσφαλὴς χῶρος τῆς μήτρας, τῆς γυναικείας κοιλιᾶς ἀποτελεῖ τὸν τόπο ὅπου στεγάζεται ἡ ποίηση καὶ ἡ ζωή -τὸ κατοικημένο ὑπερρεαλιστικό του ὅραμα. Καὶ κάπου ἐκεῖ, σὲ ἕναν ὕστερο, ὑποβόσκοντα καὶ παρελκόμενο ἀπὸ τὰ νέα χωροχρονικὰ δεδομένα τῆς ὑπερνεωτερικῆς ἐποχῆς, ὐπερρεαλισμό, συναντᾶται καὶ μὲ τὸν ἄλλο ἀγαπημένο του ποιητή, τὸν Μίλτο Σαχτούρη, στὴν ἀνατρεπτικὴ εἰκονοποιΐα του καὶ στὸν «Μικρὸ παρακλητικὸ κανόνα» του, ποὺ μὲ μία ἀβίαστη ἁπλότητα -σὲ μία παρομοίωση ποὺ παραπέμπει στὴν σύντηξη τροφῆς καὶ ὀνείρου, μᾶς μεταφέρει στὸ σαχτουρικὸ σύμπαν ἄμεσα, συνδέοντάς μας μὲ τὸ ἐμβληματικὸ ποίημα τοῦ μεταπολεμικοῦ ποιητῆ, «Ψωμὶ» γράφοντας: «Στρογγυλὰ νὰ εἶναι / τὰ λόγια / ζεστὰ / νὰ καῖνε / σὰν τὰ ψωμάκια / ποὺ μόλις βγῆκαν / ἀπὸ τὸ φοῦρνο // Νὰ  ἀχνίζουν τὰ λόγια» [«Μικρὸς παρακλητικὸς κανών», Ἄνθρωπος μηδενικῶν ἀποχρώσεων].

Καὶ ἡ ἔκκλησή του αὐτὴ εἰσακούεται· τὰ λόγια του παραμένουν θερμά, ἀχνίζουν καὶ ἡ ποίησή του, στὴν οὐσία της, στὴν ὑλικότητά της διατηρεῖται στέρεη καὶ δονούμενη. Σχεδὸν πενήντα χρόνια μετά, ὁ Ξανθόπουλος κατορθώνει νὰ μὴν  λοξοδρομεῖ, νὰ μὴν ἀποκλίνει ἀπὸ τὶς γραμμὲς ποὺ χάραξε ὁ νεαρὸς τοῦ 1971, ἡ ἀθωότητα τῆς πρώτης νιότης, ὅσο καὶ ἂν ὁ ἴδιος ἀμφιβάλλει, διατηρεῖται ζώσα μέχρι καὶ σήμερα στὰ σημεῖα, ἄλλοτε στὶς ἐμμονές του, τὶς δημιουργικὲς ἐμμονὲς ποὺ προϋποθέτουν τὴν ποίηση καὶ ἄλλοτε στὸ ὑπέδαφος τῆς γραφῆς του, ὡς μπόλιασμα ποὺ θὰ καρπίζει πάντα. Αὐτὸ ποὺ ἀλλάζει, μέσα στὴν πάροδο τοῦ χρόνου εἶναι ἡ γωνία θέασης καὶ ὁ τρόπος ἐκφορᾶς τῶν αἰσθημάτων. Τὸ ἴδιο τοπίο, ποὺ τότε εἰσέβαλε στὴν ποίηση του, μὲ τὴ δύναμη αὐγουστιάτικου μελτεμιοῦ, σπάζοντας πορτοπαράθυρα καὶ σκίζοντας τὶς κουρτίνες τοῦ ἐσωτερικοῦ του χώρου, καὶ ὁ ἴδιος, ὅπως ἐκμυστηρεύεται, σχεδὸν ἀδυνατοῦσε συνειδητὰ νὰ τὸ ἐλέγξει, νὰ κατευθύνει τὸ φῶς του καὶ νὰ συντάξει τὴν ζωοποιὸ ἀναρχία τῶν χρωμάτων του, τώρα ἔχει τὴν δύναμη καὶ τὰ ἐργαλεῖα καὶ τὸ σκηνοθετεῖ. Τὰ μικρά, ὁλιγόστιχα καὶ ἐνίοτε κρυπτικὰ ποιήματα  τῆς πρώτης ἐκείνης ἐποχῆς ἔχουν δώσει τὴ θέση τους σὲ ποιήματα μεγαλύτερης ἔκτασης, μὲ ἔντονο ἀφηγηματικὸ χαρακτῆρα, ποὺ νοιώθω ὅτι συχνὰ δανείζονται τὸ λεξιλόγιο τῆς ἕτερης τέχνης του, τοῦ κινηματογράφου. Ποιήματα ὅπως τὸ «Ποῦ θὰ μὲ πᾶς;» ποὺ κλείνει γράφοντας «Κι ἐκεῖνος ποὺ νόμιζε πὼς τὸ τραγούδι αὐτὸ ἐρχότανε ἀπὸ τὸ γραμμόφωνο καὶ τὴν ταβέρνα τοῦ Κάβουρα καλοκαίρι βραδάκι μὲ ἄγρια ζέστη ὁδὸς Ἁγίου Στεφάνου καὶ Ἰλλυρίας γωνία Πολύγωνο» μὲ ἕναν παράξενο τρόπο ἐπανακατοικοῦν τὸ ἴδιο ἐκεῖνο αἴσθημα τοῦ μικροῦ ἀπόδειπνου ἀπὸ τὰ περασμένα, ὅπου λακωνικὰ τότε ἐξέφραζε τὴν ἴδια γλυκόπικρη μελαγχολία σὲ τέσσερις στίχους ποὺ χωροῦσαν μέσα τους δεκατέσσερις, εἰκοσιτέσσερις καὶ τετρακόσιες τέσσερις εἰκόνες: «Θε μου / πόσο γρήγορα / περνοῦν / οἱ Κυριακές σου» [«Μικρὸ ἀπόδειπνο», Ἀντίψυχα].

            Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ μονοκοντυλιὰ – το σκίτσο, ἔχουν δώσει τὴ θέση τους, στὸν πίνακα, στὴ λαδοτέμπερα μεγάλων διαστάσεων, τὸ σφύριγμα τῆς μελωδίας ἐν τῇ συλλήψει της, στὴ συμφωνικὴ ἐκτέλεσή της. Θέλω δηλαδή νὰ πῶ, ὅτι ἡ ἀπόσταση ποὺ χωρίζει τὰ Ἀντίψυχα ἀπὸ τὸν Ἄνθρωπο μηδενικῶν ἀποχρώσεων, ἐν προκειμένῳ, δὲν εἶναι μία ἀπόσταση οὔτε ποιοτική, οὔτε ἰδιοσυγκρασιακή, εἶναι μία ἀπόσταση καθαρὰ διαδικαστική. Εἶναι αὐτὸ τὸ τροπικὸ «πῶς» ποὺ διαφοροποιεῖ τὸν πρῶτο ἐφηβικὸ ἀπὸ κάθε ἑπόμενο ἔρωτα, ἡ ἄγνοια φόβου, τὸ βεβιασμένο καὶ πρόωρα προφερόμενο πολλὲς φορές, μὰ πάντοτε ζωοποιὸ «σ’ ἀγαπῶ»· εἶναι τὸ νερὸ ποὺ «ὅσο καὶ νὰ τὸ περιφράξεις τὸ νερὸ δὲν μένει τὸ νερὸ δὲν κλείνεται μέσα στὸν κῆπο τὸ νερὸ φεύγει καὶ χάνεται ὅπως ὁ σκαντζόχοιρος ἀπὸ τὸ συρματόπλεγμα τὴ νύχτα φεύγει ὁ σκαντζόχοιρος τὴ νύχτα καὶ χάνεται φεύγει καὶ πάει» [«Ἄτυπη περιοχὴ», Ἄνθρωπος μηδενικῶν ἀποχρώσεων»] ὑπογραμμίζοντας στὴν ἄτακτη φυγή του τὴ δύναμη τοῦ συντελεσμένου χρόνου καὶ τὴν ἀδυναμία ἐπανακατοίκησης τοῦ συντελεσμένου αἰσθήματος. Κάπου ἐκεῖ, σὲ αὐτὴ τὴ συνειδητοποίηση, στὴ γνώση καὶ τὴ ζωὴ ποὺ πέρασαν ἀπὸ πάνω του καὶ τὸν σημάδεψαν, ὁ ποιητὴς νοσταλγεῖ τὴν πρότερη εὐκολία, τὸν τρόπο ποὺ τὸν προσέγγιζε τὸ ποίημα ἄλλοτε καὶ φοβᾶται μόνο γιὰ αὐτό, γιὰ τὸ ποίημα, μὴν τὸν ξεχάσει, μὴν τοῦ γυρίσει τὴν πλάτη αὔριο καὶ δὲν ἔρθει στὸ γνώριμό τους ραντεβοῦ, μὴν διαλέξει κάποιον νεώτερο ἐραστή, καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ στιγμή, ποὺ ὁ ποιητὴς μονολογεῖ: «Πόσες φορὲς νὰ κλίνω τὸ γόνυ μου νὰ κλίνω τὴν / κεφαλὴ γιὰ νὰ ἔρθεις κοντά μου ποίημα; // Πόσες φορὲς σὰν τὸ δαρμένο σκυλὶ στὰ πόδια / σου νὰ σὲ ἀκούσω / γιὰ νὰ ἀκούσω τὴ φωνή σου ποίημα; // Πόσες φορὲς μέσα στοῦ κόσμου τὴ συνάφεια / γιὰ νὰ περάσεις νὰ σταθεῖς νὰ μείνεις γιὰ λίγο / δίπλα μου ποίημα;  // Πόσες φορὲς ἱκέτης μὲ τάμα ἐμένα τὸν ἐλάχιστο / γιὰ νὰ σηκώσεις τὰ μάτια σου πάνω μου ποίημα; // Πόσες φορὲς πεινασμένος διψασμένος γυμνὸς / γιὰ νὰ ἀνοίξεις τὰ στήθη σου μπροστά μου κι ἐγὼ / μὲ ρύγχος μικροῦ παιδιοῦ ποὺ θηλάζει ἀκόμα / νὰ πιῶ νὰ πιῶ νὰ πιῶ νὰ ξεδιψάσω ποίημα;» [«Κούρσα θανάτου», Ἄνθρωπος μηδενικῶν ἀποχρώσεων»]

                                                   *

             Μὰ ὁ ποιητὴς ὅσο νερὸ κι ἂν κυλήσει, ὅσοι σκαντζόχοιροι κι ἂν δραπετεύσουν ἀπὸ τὸν κῆπο του, τὸ σπίτι του, τὸ ποίημα, τὸ κουβαλάει μαζί του, ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν τὸ βλέπει, δὲν τὸ ἀκούει, νοιώθει τὸ βάρος του στὴν πλάτη του. Καὶ τότε, μιὰ μέρα φωτεινή, ἢ λιγότερο φωτεινή, μιὰ μέρα μὲ ἕναν κάποιο ἥλιο τελοσπάντων, βγαίνει στὸ δρόμο, βγαίνει στὸ μπαλκόνι, βγαίνει στὴ θάλασσα, γιὰ νὰ τὸ θρέψει, νὰ τὸ στεριώσει, νὰ τὸ ἐνεργοποιήσει ἐκ νέου, γιατὶ τὸ ξέρει καλά, πὼς «[…] συγγενεύει / τὸ πετροχελίδονο μὲ τὴν ἀνατολὴ / καὶ ἡ χελώνα μὲ τὸν ποιητή» [«Δέντρο» ἀπὸ τὴν ἑνότητα Μεγάλη μητέρα, Ἀντίψυχα].

 

[1]    «Μετὰ τὴν ἔκδοση καὶ τῆς πρόσφατης ὄγδοης, ποιητικῆς μου συλλογῆς Οἱ Ἐχθροὶ καὶ οἱ Φίλοι μου, τον Δεκέμβριο τοῦ 2014 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γαβριηλίδης, τὸ καλύτερο ἕως τώρα βιβλίο μου ὅπως τουλάχιστον πιστεύω, αἰσθανόμουν ὅλο καὶ περισσότερο τὴν ἀνάγκη, καὶ χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ τὸ προσδιορίσω, νὰ ἐπιστρέψω στὶς ἀρχικές μου καταβολὲς γιὰ νὰ ἰχνηλατήσω τὶς πηγές, τὴ ροὴ τοῦ χρόνου ποὺ μεσολάβησε καὶ τὶς διαδρομές μου», βλ. Λευτέρης Ξανθόπουλος, Ἀντίψυχα, Μετρονόμος, Ἀθήνα, 2017 (γ’ ἔκδοση), σελ.7.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here