Συζήτηση:Η νεοελληνική πεζογραφία στο εσωτερικό και στο εξωτερικό (της Βενετίας Αποστολίδου)

4
1286

της Βενετίας Αποστολίδου (*)

 

Το άρθρο του Νίκου Μάντη, ενός πεζογράφου τον οποίο εκτιμώ απεριόριστα (βλ. σχετικό μου κείμενο στον αναγνώστη) ανακινεί, για μια ακόμη φορά, τον προβληματισμό για τα χαρακτηριστικά και την ποιότητα της νεοελληνικής πεζογραφίας και ιδιαίτερα του μυθιστορήματος, υπό το φως του ερωτήματος γιατί δεν διαβάζεται στο εξωτερικό. Υπενθυμίζω ότι το 2016 έγινε από τις σελίδες του Βήματος, με επιμέλεια της Λαμπρινής Κουζέλη, μια συζήτηση με τον γενικό τίτλο «Φάκελος μυθιστόρημα» και εκφράστηκε και εκεί μια βεντάλια απόψεων γύρω από την αξία και την πρόσληψη του νεοελληνικού μυθιστορήματος. Όπως φαίνεται και από τα σχόλια που γράφτηκαν κάτω από το άρθρο του Μάντη, αλλά και τις συμβολές της Λίλας Κονομάρα και του Κώστα Θ. Καλφόπουλου το ενδιαφέρον για το θέμα αυτό παραμένει έντονο και σταθερό.

Θα ξεκινήσω με μια προσωπική κατάθεση. Αγαπώ το νεοελληνικό μυθιστόρημα, το διαβάζω από τα εφηβικά μου χρόνια έως σήμερα (κοντά 45 χρόνια δηλαδή), το έχω μελετήσει σε φιλολογικές μου εργασίες και έχω ασχοληθεί με τη διδασκαλία του στην εκπαίδευση διότι, όπως λέει και ο Μάντης, το μυθιστόρημα ως είδος δεν διδάσκεται ολόκληρο και αυτό αποτελεί ήδη ένα μεγάλο πρόβλημα που πρέπει να το πάρουμε σοβαρά υπόψη στη συζήτησή μας. Μου έχει δώσει μεγάλη αναγνωστική απόλαυση και πιστεύω ότι με έχει επηρεάσει πάρα πολύ στο πώς σκέφτομαι την ελληνική ιστορία και κοινωνία γενικά αλλά και σε πολλά ειδικά θέματα του παρελθόντος αλλά και του φλέγοντος παρόντος μας.

Εξάλλου, από το 2016 που έγινε η τελευταία συζήτηση, εκδόθηκαν τρία βιβλία, του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, της Ελισάβετ Κοτζιά και του Δημοσθένη Κούρτοβικ για τη νεοελληνική πεζογραφία από το 1974 μέχρι σήμερα τα οποία αναδεικνύουν τον πλούτο της, την ποικιλία της, τη σχέση (επιρροή, συμπόρευση, όπως θέλουμε να την πούμε) με την ξένη πεζογραφία, αλλά και τα μεγέθη της, τις κορυφές της, μέσα από τον θεωρητικό προβληματισμό, τη διαρκή σύγκριση και την εφαρμογή συγκεκριμένων και δεδηλωμένων κριτηρίων. Όποιος και όποια ενδιαφέρεται μπορεί να σκύψει σε αυτά τα βιβλία και πιστεύω ότι, μαζί με την προσωπική, μερική οπωσδήποτε, άποψη που έχουμε όλοι οι αναγνώστες, θα καταλήξει σε μια πληρέστερη εικόνα.

Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν, ξαναγυρνώ στο άρθρο του Μάντη, το οποίο, όπως διευκρινίζει από την αρχή, επιδιώκει να συζητήσει την «ποιότητα» της πεζογραφίας μας ως βασικό λόγο της μηδαμινής παρουσίας της στο εξωτερικό και όχι την κρατική πολιτική (ή την απουσία της) προώθησής της στο εξωτερικό. Εκλαμβάνω στο σημείο αυτό τη λέξη «ποιότητα» όχι με την απόλυτη σημασία της λέξης (καλή ή κακή ποιότητα) αλλά με τη πληθυντική της σημασία ως ποιοτικά χαρακτηριστικά που αφορούν το περιεχόμενο, τη θεματολογία ή τις αφηγηματικές τεχνικές. Παρακάτω όμως, ο συγγραφέας του άρθρου ανατρέπει αυτή μου την εντύπωση διότι εκφράζει την άποψη ότι η μηδαμινή παρουσία της ελληνικής πεζογραφίας στο εξωτερικό «πρέπει να αποτελέσει κεντρικό κριτήριο για την ανωτέρω αξιολόγηση, και όχι μια ασήμαντη παράμετρο, οφειλόμενη εν πολλοίς στην τύχη ή στα καπρίτσια του διεθνούς κοινού». Εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαφωνία μου. Το ότι δεν διακινείται και δεν διαβάζεται η ελληνική πεζογραφία στο βαθμό που θα θέλαμε στο εξωτερικό δεν θεωρώ ότι αποδεικνύει κάτι για την αξία της. Δεν είναι φυσικά ασήμαντη η παράμετρος αυτή και καλώς την εξετάζουμε, ούτε βέβαια νομίζω ότι φταίει η τύχη και τα καπρίτσια του διεθνούς κοινού, όπως μανιχαϊστικά το διατυπώνει ο Μάντης χάριν ρητορείας. Αντίθετα, θεωρώ ότι είναι ένα σύνθετο πρόβλημα το οποίο πρέπει να το προσεγγίσουμε με εργαλεία της κοινωνιολογίας της πρόσληψης, της πολιτισμικής πολιτικής, της ανάλυσης των στερεοτύπων και της εικονολογίας, των οικονομικών της εκδοτικής βιομηχανίας κ.ο.κ. Επίσης, το εξωτερικό δεν είναι ένας ενιαίος χώρος και οι λόγοι διαφοροποιούνται από χώρα σε χώρα. Αλλιώς κινείται η εκδοτική αγορά στον αχανή αγγλόφωνο κόσμο, αλλιώς στη Γαλλία, τη Γερμανία, τις ισπανόφωνες χώρες. Καλώς ή κακώς, η ανάγνωση και η λογοτεχνία, παρόλη την παγκοσμιοποίηση, διατηρούν ένα ισχυρό εθνικό προσδιορισμό. Σε κάθε χώρα, ανάλογα με την πολιτισμική παράδοση και το εκπαιδευτικό σύστημα, είναι διαφορετική η σχέση με την ανάγνωση, οι λόγοι για τους οποίους διαβάζουν οι άνθρωποι, επομένως και τα θέματα που προτιμούν, οι αναγνωστικές μόδες που αναδεικνύονται, η αναλογία μεταξύ της εθνικής και της ξένης λογοτεχνίας που διαβάζουν.

Έχοντας ξεκαθαρίσει τα παραπάνω, είμαι έτοιμη να συμφωνήσω με πολλές από τις παρατηρήσεις του Μάντη επί των χαρακτηριστικών είτε της νεοελληνικής κοινωνίας είτε της νεοελληνικής πεζογραφίας. Είναι εύστοχη η περιγραφή του αντιπνευματικού και μίζερου ανθρωπότυπου του μέσου έλληνα και η έλλειψη ανοικτών οριζόντων, απαραίτητων για την ανάπτυξη του μυθιστορήματος. Ωστόσο, διαφωνώ με το ότι τα ελληνικά έργα γερνούν γρήγορα και χάνουν την αξία τους. Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο ρόλος της εκπαίδευσης. Δεν έχει κατορθώσει να γνωρίσει στοιχειωδώς το ελληνικό μυθιστόρημα στους έλληνες αναγνώστες και να αναδείξει την αξία κάποιων έργων. Ο μέσος απόφοιτος της δωδεκάχρονης εκπαίδευσης μπορεί να γνωρίζει μέσες άκρες πέντε έξι μεγάλους ποιητές αλλά δεν γνωρίζει κανέναν έλληνα μυθιστοριογράφο. Με άλλα λόγια η νεοελληνική κουλτούρα δεν επένδυσε ποτέ στην πεζογραφία, ενώ επένδυσε στην ποίηση, με τη βοήθεια και της μελοποίησης. Δυστυχώς τα λογοτεχνικά έργα, όπως όλα τα δημιουργήματα, έχουν ανάγκη πάντοτε από κάποια προώθηση. Δεν αρκεί να υπάρχουν. Πρέπει να είναι εκδομένα, προσιτά και κάπως να υποδεικνύεται η αξία τους.

Η δεύτερη σειρά επιχειρημάτων του Μάντη αφορά τη στενή σχέση του ελληνικού μυθιστορήματος  με ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας.  Κι εδώ κατά βάση η ανάλυσή του είναι σωστή, η λογοτεχνία μας και το μυθιστόρημα ιδιαίτερα βαρύνεται από εθνικά και πολιτικά προτάγματα καθόλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Ωστόσο, αν μείνουμε για παράδειγμα στο μυθιστόρημα που αναφέρεται στα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του ΄40, ακολουθώντας τον συγγραφέα, το συμπέρασμα του ότι το μυθιστόρημα αυτό «μπλεγμένο άλυτα στις ιδεολογικές διαμάχες Αριστεράς-Δεξιάς, όπου και πάλι, αντί για μια όσο το δυνατό νηφάλια παρατήρηση, επικρατεί η στράτευση, ο διδακτισμός, η σοβαροφάνεια και η έλλειψη χιούμορ, κοινώς μια τέχνη η οποία δεν είναι αυτεξούσια και ανεξάρτητη, αλλά άθυρμα και καχεκτικό προσάρτημα του εκάστοτε υπέρτερο κοινωνικοπολιτικού προτάγματος. Με σοβαρές φυσικά συνέπειες για την ποιότητά της» είναι υπερβολικό και άδικο. Απαξιώνει τα αριστουργήματα της Α΄ Μεταπολεμικής Γενιάς τα οποία και μοντέρνα είναι, και υπαρξιακά ερωτήματα θέτουν (για να χρησιμοποιήσω ένα κριτήριο ποιότητας το οποίο συμμερίζεται και ο Μάντης)  και δίνουν στο νεοελληνικό μυθιστόρημα μια τεράστια ώθηση. Μιλώ για τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, τα μυθιστορήματα του Αλέξανδρου Κοτζιά, του Νίκου Μπακόλα, του Αντρέα Φραγκιά, για να αναφέρω μόνο μερικά. Τα έχουν διαβάσει οι νέοι πεζογράφοι; Ειλικρινά δεν γνωρίζω, πάντως εάν όχι, σίγουρα δεν φταίνε τα ίδια.

Η τρίτη σειρά επιχειρημάτων του αφορά τη θεματολογία της ελληνικής πεζογραφίας και εδώ ο συγγραφέας αναπτύσσει την πολύ ενδιαφέρουσα σκέψη ότι η Ελλάδα και ο πολιτισμός της δεν ανήκει σε μια μεγαλύτερη πολιτισμική συσσωμάτωση στο πλαίσιο της οποίας να μοιράζεται θέματα και ύφος, όπως συμβαίνει λ.χ. σε χώρες που ανήκαν στην αυστροουγγρική αυτοκρατορία (Σλοβακία, Κροατία) ή υπήρξαν αποικιακές δυνάμεις (Πορτογαλία) ή σημαδεύτηκαν από συγκλονιστικές εμπειρίες (Ισραήλ) και επομένως ο νεοελληνικός πολιτισμός δεν είναι αναγνωρίσιμος από τους ξένους, τον αντιμετωπίζουν ως «ξεκάρφωτο» και μπορούν να τον συσχετίσουν μόνο με το αρχαίο παρελθόν. Ο συγγραφέας, με αφετηρία αυτή τη σωστή σκέψη, υποστηρίζει ότι η ελληνική πεζογραφία ενσωμάτωσε αυτό τον απομονωτισμό και καταλήγει να τη μέμφεται για εσωστρέφεια, πόζα, γλωσσοκεντρισμό, ποιητικότητα, κρυπτικότητα, μοντερνιστικό φορμαλισμό, ατεχνία, ψευδοϊστορικότητα και, τέλος, ψευτοδραματικότητα τύπου Λουντέμη. Πρόκειται για την απόλυτη κατεδάφιση της ελληνικής πεζογραφίας. Τόση αυτομαστίγωση από έναν καλό πεζογράφο, μου είναι ακατανόητη.

Για το τέλος ο Μάντης προτείνει κάποια πράγματα με τα οποία δε μπορεί παρά να συμφωνήσει κανείς. Καταρχάς ελπίζει ότι οι νέοι μέσα από την πληθώρα των δυνατοτήτων του διαδικτύου θα μπορέσουν να γνωρίσουν και να συγκεράσουν την ελληνική με την ξένη πεζογραφία, τον Βιζυηνό και την Αξιώτη με τον Φόστερ Γουάλας και τη Ν.Κ. Τζέμισιν αντίστοιχα. Θα πρόσθετα εγώ, αρκεί να γνωρίσουν τον Βιζυηνό και την Αξιώτη. Γιατί με τόση άγνοια και απαξίωση της ελληνικής πεζογραφίας που κυκλοφορεί εκεί έξω, στο τέλος δεν θα διαβάζεται τίποτε ελληνικό. Επίσης, δε μπορεί παρά να συμφωνήσει κανείς και με το ότι για να ενδιαφερθούν οι ξένοι για την ελληνική πεζογραφία θα πρέπει αυτή να διακινεί ενδιαφέρουσες ιδέες και να δημιουργεί μεγάλους φανταστικούς κόσμους, ξεφεύγοντας από οτιδήποτε μίζερο, πολυκαιρισμένο και κοντόθωρο. Ωστόσο, η ρητορική ομαδοποίηση των κακών και των καλών θεμάτων και τεχνικών που παραθέτει καταλογάδην ο Μάντης δεν μπορεί παρά να προκαλέσει και το ειρωνικό ερώτημα: μα η καλή λογοτεχνία δεν είναι αυτή που μετατρέπει το μικρό σε μεγάλο, το τοπικό σε οικουμενικό, το ιστορικό σε υπαρξιακό; Το άρθρο του Μάντη είναι από κάθε άποψη ενδιαφέρον και χρήσιμο. Μόνο καλό μπορεί να προκύψει από έναν τέτοιο προβληματισμό. Θα ήθελα να τελειώσω κι εγώ όμως με ένα ερώτημα: ο πήχυς πού βρίσκεται; Τι ακριβώς θα θέλαμε να συμβεί; Με πόση απήχηση στο εξωτερικό θα ήμασταν ευχαριστημένοι; Είμαστε μια μικρή χώρα κι έχουμε να παλέψουμε με γιγαντιαίες εκδοτικές αγορές. Γι αυτό και αναπόφευκτα ξαναγυρνάμε στην εκδοτική και κρατική πολιτική η οποία το πρώτο που οφείλει να κάνει είναι να βάλει ρεαλιστικούς στόχους, να εκπονήσει τα κατάλληλα εργαλεία και να δώσει χρήματα.

 

(*) Η Βενετία Αποστολίδου είναι καθηγήτρια νεοελληνικής φιλολογίας στο ΑΠΘ

Προηγούμενο άρθρο10 χρόνια “Α”: Όταν ήμουν δέκα χρονών χορεύαμε γιάνκα (της Μαρίας Αγγελίδου)
Επόμενο άρθροΟ ελεύθερος δρόμος των Μικρών δοκιμίων του Γιώργου Αράγη (της Δέσποινας Παπαστάθη)

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Εξαιρετική η απάντηση της Βενετίας Αποστολίδη.

    Γιατί όμως λέμε συνέχεια ότι τα βιβλία μας δεν ταξιδεύουν στο εξωτερικό; Έχουμε βιβλία, πολυποίκιλα και διάφορα που έχουν κατορθώσει να «φύγουν έξω», και είναι κρίμα να μην τα αναγνωρίζουμε και απαξιώνουμε έτσι αυτά αλλά και τη δουλειά που έχει γίνει για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Μήπως φταίει το γεγονός ότι δεν ανήκουν στην «κουλτουριάρικη», «έντεχνη» ή «καλή» λογοτεχνία. Γιατί τέτοιος σνομπισμός όταν βιβλίο της εμπορικής ελληνικής λογοτεχνίας έχει πουλήσει πάνω από 100.000 αντίτυπα στο εξωτερικό μόνο στα αγγλικά; Γιατί δεν αναγνωρίζουμε ή αναζητούμε την τεράστια αυτή επιτυχία; Τα βιβλία άλλων εμπορικών άγγλων, γάλλων ή γερμανών συγγραφέων που κατακλύζουν τα ράφια των βιβλιοπωλείων μας σε μετάφραση είναι καλύτερα από αυτό; Γιατί δε βλέπουμε τα παιδικά βιβλία που έχουν μεταφραστεί σε γλώσσες από τα Αγγλικά, τα γαλλικά και τα ισπανικά μέχρι τα κορεάτικα και τα ρωσικά; Οι εκδόσεις Παπαδόπουλος και Πατάκη έχουν κάνει καταφέρει εξαιρετικά αποτελέσματα σε αυτόν τον τομέα. Το ξέρουμε ότι κάποια από τα «σύγχρονα» κλασικά έργα μας, όπως του Αντώνη Σαμαράκη και του Κώστα Ταχτσή έχουν κάνουν νέα εμφάνιση στο εξωτερικό; Ότι βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη εκδόθηκε στην Αρμενία ή ότι το βιβλίο του Στέφανου Ξενάκη έχει πουληθεί σε 28 γλώσσες;

    Πριν ρίξει κάποιος όλο το φταίξιμο στα ίδια τα βιβλία – η θεματολογία και ο τρόπος γραφής τους, η γεωγραφική θέση, η κοινωνία, η πολιτική και η ιστορία της χώρας και του έθνους μας, το εκπαιδευτικό μας σύστημα, αλλά και η έλλειψη υποστήριξης του κράτους, ίσως πρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα το περιβάλλον στο οποίο προσπαθούν να εισχωρήσουν αυτά τα βιβλία, τον ανταγωνισμό με τον οποίο έρχονται αντιμέτωποι, τους ανθρώπους που τα εξετάζουν και τα επιλέγουν, τη συνολική πραγματικότητα της εκδοτικής διαδικασίας.

  2. Η πιο ψύχραιμη και πολύπλευρη τοποθέτηση στο θέμα της ελληνικής λογοτεχνίας

  3. Καλημέρα. Μπράβο γιατί, με αφορμή το ιδιαίτερα σαφές (και σοφό) άρθρο του Ν. Μάντη (ενός εξαίρετου πεζογράφου που έχει εφαρμόσει στα βιβλία του αυτά που υποστηρίζει και στο κείμενό του, δηλαδή την αποφυγή των ελληνικών ιδιαιτεροτήτων της πεζογραφίας μας: βλ. αέναες αναφορές στον εμφύλιο και στις μετεμφυλιακές δεκαετίες, που δεν ενδιαφέρουν κανέναν πλέον εκτός Ελλάδος), ξεκίνησε μια συζήτηση που έχει τεράστιο ενδιαφέρον με τις συμμετοχές των κυριών Κονομάρα και Αποστολίδη και του κ. Καλφόπουλου. Ελπίζω να συνεχιστεί και (ποιος ξέρει;) μπορεί να οδηγήσει σε μια έκδοση των συμμετοχών. Και πάλι μπράβο. Γιώργος Κτιστάκης (σταθερός αναγνώστης και της λογοτεχνίας).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ