Συζήτηση: Η αβάστακτη βαρύτητα του hobnobbing (του Κωνσταντίνου Λερούνη)

0
404

του Κωνσταντίνου Λερούνη

 

 

Η επανεξέταση ή  η συνολικότερη εξέταση ζητήματος πού έχει  απασχολήσει  τις λογοτεχνικές στήλες αρκετές φορές συμβαίνει λιγότερο συχνά από ότι θέλουμε να νομίζουμε και για αυτό αποτελεί μία ιδιαίτερα  σημαντική στιγμή.  Το πρόβλημα της προώθησης της Ελληνικής Λογοτεχνίας δεν είναι ζήτημα ανοίκειο αλλά τα δύο άρθρα, των κυρίων  Μάντη και Αγγελή  αντίστοιχα, αποτελούν πραγματικές συμβολές  στο ζήτημα όχι μόνο της προώθησης αλλά και της ίδιας της ταυτότητας της Νεοελληνικής λογοτεχνίας.  Η συμβολή του κου Κουτσάκη προσπαθεί να φωτίσει το πρόβλημα της διάδοσης της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό από την σκοπιά της αστυνομικής λογοτεχνίας. Η επικέντρωση σε αυτά τα άρθρα ουδαμώς σημαίνει ότι παραγνωρίζουμε την αξία των υπό μορφή άρθρων σχολίων της κας Δημητρακάκη και του κου Λαμπρόπουλου.

Θα επιθυμούσαμε να προτάξουμε τρία κάπως πιο θεωρητικά σχόλια σχετικά τα θέματα που θίγονται στα άρθρα αυτά.  Πρώτον,  δεν παύει να μας εκπλήσσει η  μετεπαναστατική περιχαράκωση της Ελληνικής Λογοτεχνίας σε ένα επαρχιωτισμό ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με την προσπάθεια του Σολωμού και του Κάλβου να αφουγκραστούν τις αγωνίες της εποχής τους μέσα από την Ελληνική Επανάσταση, χωρίς αυτό να υποβιβάζει την Ελληνική Επανάσταση σε κάποιου είδους «μέσο».  Φρονούμε, μάλιστα, ότι η οποιαδήποτε μονοπαραγοντική εξήγηση  δεν μπορεί να ερμηνεύσει την περιχαράκωση αυτή.  Δεύτερον,  ένα από τα ζητήματα τα οποία ελάχιστα θίγονται είναι η αναπόφευκτα προβληματική πρόσληψη της νεοελληνικής λογοτεχνίας.  Όπως επισημαίνει ο Νίκος Μαντής «οι ξένοι» δεν μας βλέπουν ακριβώς ως «απογόνους του Ομήρου».  Παραμένει όμως το πρόβλημα της ιστορικής συνέχειας  της Ελληνικής Λογοτεχνίας η οποία δεν μπορεί ποτέ να προσληφθεί στην ολότητά της ή ως μία συνέχεια ή ως μία ενιαία παράδοση διότι,  εξαιτίας των γνωστών ιστορικών συγκυριών,  η πλούσια λογοτεχνία του Βυζαντίου είναι εκτός του πεδίου ορατότητας όχι μόνο του γενικού αλλά και του  εξειδικευμένου  αναγνώστη. Τρίτον, κάποια έργα του Ορχάν Παμούκ  είναι υποδειγματικά στην αξιοποίηση της οθωμανικής ιστορίας ως ενεργού  υποβάθρου  της διήγησης.  Όπως  ακριβώς στην μπαρόκ όπερα,  το ιστορικά έλασσον  μετουσιώνεται στο διηγητικά μείζον.  Η  μυθιστορηματική διήγηση στο έργο του Παμούκ  δεν εξαντλείται στην οθωμανική περίοδο ως ιστορικό υπόβαθρο.  Ο συγγραφέας, όμως,  επιτρέπει στην ιστορική περίοδο να διευρύνει την ερμηνευτική του ματιά  και εν μέρει να διαμορφώσει την αλληλεπίδραση των χαρακτήρων του.  Ως προς αυτό θεωρούμε ότι είναι υποδειγματικός και η προσέγγισή του παρουσιάζει ενδιαφέρον και για δυνητικούς ή ήδη ενεργούς Έλληνες μυθιστοριογράφους.

Η πολύπλευρη και πολυειδής προώθηση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, η οποία σε ένα όχι ασήμαντο βαθμό αντικατοπτρίζει την νεωτερική εμπειρία, ή έστω μια διαφορετική αλλά αναγνωρίσιμη εκδοχή της,  έχει την δυνατότητα να συμβάλει στην αποαποικιοποίηση της ελληνικής κουλτούρας ακριβώς μέσα από την, έστω μερική, υπονόμευση των απλοϊκών προβολών των χωρών του «κέντρου».  Ακριβώς επειδή τα κείμενα αυτά δεν έχουν γραφτεί για να επιτελέσουν μια τέτοια λειτουργία, μπορούν να την επιτελέσουν με μεγαλύτερη ευχέρεια χωρίς να ενσωματώνονται άθελά τους στον κυρίαρχο λόγο κάτι το οποίο ο Terdiman διέβλεψε στον Φλωμπέρ: «Όμως το κείμενο που αποπειράθηκε να εγκαθιδρύσει τον εαυτό του ως ενάντιο λόγο (counter-discourse) αποκαλύπτει ότι η επιθυμία που το οδηγεί σε αυτή την κατεύθυνση εγγράφεται ως καταστατικό στοιχείο σε εκείνη ακριβώς την τάξη νοήματος που επιδίωξε να παραβιάσει» (Richard Terdiman, Discourse/ CounterDiscourse, The Theory and Practice of Resistance in NineteenthCentury France, Cornell University Press, Ithaca and London 1985,   σελ. 254).

Υπάρχει όμως μία παράμετρος η οποία στον πρόσφατο,  τουλάχιστον, διάλογο η οποία εξετάστηκε σε κάποια έκταση μόνο στο άρθρο του Πολυχρόνη Κουτσάκη και μόνο σε σχέση με την εμπειρία του σε ένα συγκεκριμένο είδος, το αστυνομικό μυθιστόρημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα όσα γράφει δεν έχουν γενικότερη ισχύ μέσα από την συγκρότηση ενός ενάντιου λόγου (counter-discourse). Σε σχέση με αυτή την παράμετρο θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια καταγραφή της κάποιας εμπειρίας μας η οποία σχετίζεται κυρίως με τον αγγλόγλωσσο κόσμο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σε πολλές περιπτώσεις  δεν ισχύουν τα όσα θα καταγράψουμε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Αναμφίβολα, το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, εξαιτίας της εσωστρέφειας της ματιάς της,  δεν προσφέρεται ιδιαίτερα για διάδοση στο εξωτερικό. Το εγχείρημα είναι ούτως ή άλλως δυσχερές στον αγγλόφωνο κόσμο, όπου το κοινό διέπεται από μια απροθυμία να «επενδύσει» αναγνωστικά στη λογοτεχνία μικρών χωρών: πόσο μάλλον που ακόμη και η ανάγνωση των μεγάλων Γερμανών κλασικών του 20ου αι., για παράδειγμα, κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι ακόμη και από αφοσιωμένους βιβλιόφιλους, οι οποίοι ενδέχεται, ωστόσο, να έχουν καταβροχθίσει το 12τομο μυθιστορηματικό έργο A Dance to the Music of Time του Anthony Powell.  Το εγχείρημα όμως γίνεται αδύνατο, όταν δεν έχουν -ή, εν πάση περιπτώσει, δεν φαίνεται να έχουν- κατανοηθεί, από τους υπευθύνους των διαφόρων αρμοδίων υπηρεσιών και κέντρων οι βασικοί κανόνες  του «παιχνιδιού».  Ελπίζω να κάνω λάθος, πράγμα για το οποίο πολύ αμφιβάλλω.  Πρόκειται για θέματα καθαρά διαδικαστικά και επιτελεστικά, τα οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν στερούνται σημασίας.

Μια από τις απαντήσεις στο ερώτημα «Γιατί δεν μας διαβάζουν στο εξωτερικό;» θα μπορούσε να είναι: «Μα δεν κάνουμε αρκετό hobnobbing!». Αυτή, σε κάθε περίπτωση είναι η ταπεινή άποψη κάποιου που δεν ήταν άσχετος με τους λογοτεχνικούς κύκλους του Λονδίνου. Ο όρος hobnobbing σημαίνει την δημιουργία κοινωνικών επαφών μέσα από ανεπίσημες συναντήσεις. Ο όρος ετυμολογείται από το hob -nob  έκφραση αναγόμενη στον 18ο αι. που σημαίνει  την φιλική συνάντηση με συνοδεία αφεψημάτων ή  ικανών ποσοτήτων κρασιού ή μπύρας. Ή παρετυμολόγηση  της λέξης  είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα και σίγουρα σχετικότερη  με το θέμα μας.  Διότι, εν τω προκειμένω, αναφερόμαστε σε κατάποση μεγάλων ποσοτήτων τεΐου ή καφέ  με σκοπό την ανάπτυξη κάποιας επιθυμητής κοινωνικής δικτύωσης Το hobnobbing,  λοιπόν, μπορεί να παρετυμολογηθεί επιτυχώς από τα συμπαθέστατα μπισκότα με τα οποία πολλοί Βρετανοί συνοδεύουν το τσάι τους. Οι σκηνές των συναφών κοινωνικών επαφών θα μπορούσαν πολύ εύκολα να καμωθούν σε ευθυμογράφημα από τον PG Wodehouse.

Η δημιουργία επαφών είναι απαραίτητη για την επιτυχία ενός βιβλίου. Αλλά ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Ένας μεγάλος αγγλόγλωσσος εκδότης -όμως ας έχουμε πάντα κατά νου ότι ο «μεγάλος» εκδότης δεν είναι απαραίτητα και σε όλες τις περιπτώσεις ο καλύτερος εκδότης για ένα μεταφρασμένο βιβλίο-  θα αναλάβει με μεγαλύτερη προθυμία  ένα συγγραφέα ο οποίος έχει ήδη σημειώσει  σημαντική επιτυχία  με ένα μικρότερο εκδοτικό οίκο.  Σε αρκετές ή κάποιες περιπτώσεις οι εκδοτικοί οίκοι μεγάλου βεληνεκούς αποφεύγουν οτιδήποτε δεν πρόκειται να πουλήσει δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Αυτή η πρώτη επιτυχία με ένα μεσαίου βεληνεκούς εκδότη ήδη απαιτεί ένα αρκετά εκτεταμένο δίκτυο γνωριμιών το οποίο θα καθιστά δυνατή την συνεργία  ορισμένων παραγόντων που θα μπορούν δυνητικά να συμβάλουν σε μία πρώτη εκδοτική επιτυχία, έστω σχετική.

Στα αυτονόητα προαπαιτούμενα κατατάσσονται όχι μόνον ο επαρκής μεταφραστής αλλά και ο ιδιώτης επιμελητής με εμπειρία στον τομέα μεταφράσεων ξένων λογοτεχνικών έργων, ο οποίος θα αναλάβει επί πληρωμή να «δει» τη μετάφραση.  Ένας επιμελητής με τέτοια εμπειρία θα μπορούσε να συμβουλεύσει σε θέματα κρίσιμα για τα οποία δεν μπορεί να υπάρξει ενιαίος κανόνας. Για παράδειγμα μεταφράζουμε τα κύρια ονόματα ή όχι; Ο Γιάννης γίνεται John -Τζων ή  μένει Γιάννης -Giannis; Κόβουμε ή όχι κάποια αποσπάσματα που μόνο το ελληνικό κοινό μπορεί να καταλάβει; Ή τα ξαναγράφουμε;

Η προσέγγιση των μεγάλων αλυσίδων βιβλιοπωλείων είναι κομμάτι της δουλειάς το οποίο ο δυνητικός εκδότης πρέπει να είναι διατεθειμένος να κάνει, αλλά αυτό δε ισχύει παντού και πάντα στον ίδιο βαθμό. Επιμένουμε όμως ότι εξίσου σημαντικό είναι το hobnobbing με τους κριτικούς και τους ιδιοκτήτες μικρότερων βιβλιοπωλείων. Οι κριτικοί έχουν, ακόμη και σήμερα, μια κάποια -και όχι ασήμαντη- ελευθερία στην επιλογή των βιβλίων για τα οποία θα αρθρογραφήσουν. Εάν δεν υπάρχουν άνθρωποι ικανοί, το οποίο κάθε άλλο παρά αυτονόητο είναι, να γράψουν κείμενα τα οποία θα ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές εντύπων υψηλού επιπέδου, ενδεικτικά και μόνο αναφέρω το Spectator, το Times Literary Supplement και το London Review of Books, είναι μάλλον απίθανο το κοινό να αγκαλιάσει από μόνο του το βιβλίο, και επομένως η έκδοση μάλλον θα αποβεί κόπος μάταιος. Οι πρώτες κριτικές είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την τοποθέτησή του στο σωστό πλαίσιο διότι αλλιώς το βιβλίο όντως κινδυνεύει να κατηγοριοποιηθεί ως «λογοτεχνία του Τρίτου Κόσμου» και η πρόσληψή του να περιοριστεί σε αυτό το πλαίσιο. Όπως γράφει ο  Aijaz Ahmad   «σε κάθε περίπτωση ο χαρακτηρισμός ενός κειμένου ως κειμένου της λογοτεχνίας του Τρίτου Κόσμου γίνεται για πρώτη φορά ακριβώς στη μητροπολιτική χώρα και μετά ρίπτεται και αφομοιώνεται σε ένα αρχείο κειμένων αυτού του είδους, ενώ ακολουθεί η παγκόσμια διανομή του με αυτή την αύρα στερεωμένη επάνω του» (Aijaz Ahmad, In Theory, Classes, Nations, Literatures, Λονδίνο-Νέα Υόρκη σελ. 45).

Αντίστοιχα, η προσέγγιση κάπως μικρότερων αλυσίδων βιβλιοπωλείων που απευθύνονται σε ένα πιο εκλεκτικό κοινό είναι και αυτή αναγκαία. Κάνοντας hobnobbing διαπίστωσα ότι μικρότερες αλλά όχι αμελητέες αλυσίδες βιβλιοπωλείων όπως το Daunt είναι δυνητικά πολύ δεκτικότερες σε προτροπές προώθησης ενός ξένου συγγραφέα από ότι μεγαθήρια όπως το Waterstone’s και το Foyle’s. Το στοίχημα λοιπόν της σχετικής, πάντα, εκδοτικής επιτυχίας μπορεί να κερδηθεί όχι μόνο στις μεγάλες αλυσίδες αλλά και στους ανεξάρτητους βιβλιοπώλες (Independent booksellers) οι οποίοι πάντα θέλουν να «κάνουν την διαφορά». Να διευκρινίσω επίσης ότι όταν αναφερόμαστε σε ανεξάρτητους βιβλιοπώλες δεν εννοούμε μόνο τα μικρά βιβλιοπωλεία

Δυστυχώς, κατά τις τελευταίες δεκαετίες χάσαμε πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων, από τον Σερ Στήβεν Ράνσιμαν μέχρι τον Πάτρικ Λη Φέρμορ και τον Έντμουντ Κήλυ, οι οποίοι είχαν συνδέσει την ζωή τους με την Ελλάδα και έπαιζαν τον ρόλο του πρεσβευτή υπέρ των ελληνικών γραμμάτων. Σε διαφορετικούς βαθμούς  και με διαφορετικούς τρόπους κατάφεραν να απεκδυθούν τις αυτοκρατορικές (κυριολεκτικά στην περίπτωση του Ράνσιμαν και του Φέρμορ, μεταφορικά στην περίπτωση του Κήλυ) πολιτισμικές προβολές σε μία χώρα της «περιφέρειας» όπως η Ελλάδα, δίνοντάς μας μέσα από την ανεπίγνωστη συγκρότηση ενός ενάντιου λόγου (counter-discourse) κάποιες ενδείξεις των μορφών που θα μπορούσε να προσλάβει η αποαποκιοποίηση στην οποία αναφερθήκαμε.  Οφείλουμε, σε πρακτικό επίπεδο, να ομολογήσουμε ότι η επιρροή τους έβαινε μειούμενη σε αντιστοιχία με την ηλικία τους. Οι απώλειές τους δεν αναπληρώθηκαν, εν μέρει εξαιτίας της γενικής παρακμής των Ελληνικών γραμμάτων στον Δυτικό κόσμο (μικρότερης πάντως από ότι κάποιοι θέλουν για κάπως ιδιοτελείς λόγους και σε ορισμένες περιπτώσεις να πιστεύουμε) και εν μέρει εξαιτίας συγκεκριμένων ιστορικών παραγόντων που έχουν να κάνουν με την εξοικείωση μιας νεότερης γενιάς ανθρώπων των γραμμάτων με το νεοελληνικό γίγνεσθαι. Για αυτό και όσο μένουμε αδρανείς στην προώθηση της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό ο χρόνος μετρά εναντίον μας.

Δεν γνωρίζουμε ποιοι θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ρόλο που σκιαγραφήσαμε, ιδίως μάλιστα τον ρόλο του συντονιστή που φέρνει σε επαφή τον συγγραφέα με τους σωστούς εκδότες και επιμελητές, βοηθώντας έτσι τον συγγραφέα να εξοικονομήσει χρόνο,  χρήμα και κυρίως ψυχικές δυνάμεις. Μπορούμε όμως να πούμε ότι θα έπρεπε να έχουν ως μόνιμο μέλημα ακριβώς αυτή την προώθηση των Ελληνικών λογοτεχνικών έργων. Λόγου χάρη, θα μπορούσαν να εντάσσονται στο Διπλωματικό Σώμα αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να ανήκουν στους διπλωματικούς υπαλλήλους που αλλάζουν συνήθως ανά τριετία. Θα μπορούσαν να είναι μέλη ή υπάλληλοι κάποιου σ(Σ)υνδέσμου αλλά όχι με την έννοια του υπαλλήλου που αποδίδει απολογισμό ανά τρίμηνο και εμφορείται από δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία.  Ούτε φυσικά μπορεί να είναι κάποιοι οι οποίοι θα μιλούν σπαστά αγγλικά ή μετά από κάποιο σημείο θα δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν την ροή της κουβέντας ή θα έχουν μερική μόνο εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής της χώρας στην οποία θα αναπτύξουν την δραστηριότητά τους.

Σε όσους τυχόν αντιτείνουν ότι τα προαπαιτούμενα αυτά είναι υπερβολικά αποκρινόμαστε προκαταβολικά: ζητούμε μόνο τα στοιχειώδη.

 

Ο Κωνσταντίνος Λερούνης είναι Φιλόλογος -Συγγραφέας.

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ γυναίκα στο Ιράν μέσα στο μυθιστόρημα (επιλογές της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)
Επόμενο άρθροΣικελιανός : Μια αναγνωστική πρό(σ)κληση (της Βαρβάρας Ρούσσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ