Συζήτηση:  Για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό (της Εύας Στάμου)

5
2059

 

της Εύας Στάμου

 

Η περιορισμένη  παρουσία έργων σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας στη διεθνή αγορά του βιβλίου είναι ένα ζήτημα καίριο, για το οποίο εκτυλίσσεται ήδη μια σημαντική συζήτηση στον φιλόξενο «Αναγνώστη», εκκινώντας από το πολύ αξιόλογο άρθρο του κ. Μάντη. Η πλήρης ανάλυση του ζητήματος απαιτεί εκτενή πραγμάτευση, στο μέτρο δε που μπορούμε να μιλάμε για επαΐοντες, οι πλέον ειδικοί επί του συγκεκριμένου ζητήματος δεν είναι οπωσδήποτε οι ίδιοι οι συγγραφείς (που βρισκόμαστε πολύ κοντά στο πρόβλημα για να το δούμε αντικειμενικά), αλλά οι κριτικοί που έχουν εποπτεία της συναφούς πεζογραφικής παραγωγής, τόσο της διεθνούς όσο και της ελληνικής.

Θα ήθελα εδώ να κάνω τρεις σύντομες παρατηρήσεις με αφορμή το πρόσφατο άρθρο με το οποίο επανέρχεται στο θέμα ο κ. Μάντης:

Η αποτελεσματική λύση του προβλήματος πιστεύω ότι δεν θα προκύψει από την ανακάλυψη ενός  εγχώριου Ισμαήλ Κανταρέ — αυτό θα είναι σημαντικό για τον ίδιο, αλλά δεν θα αλλάξει αυτομάτως το δεδομένο της συγκριτικής απουσίας της ελληνικής πεζογραφίας από τη διεθνή αγορά βιβλίου (όπως και η ατομική επιτυχία του Κανταρέ δεν άλλαξε συνολικά την τύχη της αλβανικής λογοτεχνίας διεθνώς). Το ζητούμενο είναι να αλλάξει η οπτική των παραγόντων του βιβλίου στο εξωτερικό (διαχειριστές δικαιωμάτων μετάφρασης, ατζέντηδες, εκδοτικοί οίκοι) ώστε η στάση τους για τα κείμενα σοβαρών Ελλήνων δημιουργών να μην είναι καταρχάς απορριπτική, αλλά δεκτική και φιλοπερίεργη, ώστε να δίνεται η δυνατότητα σε σύγχρονα έργα που το αξίζουν να περάσουν τα σύνορα της χώρας.

Η παρότρυνση «να ανασκουμπωθούμε  και να γράψουμε καλύτερα» είναι ορθή αλλά ευνόητη για κάθε ευσυνείδητο δημιουργό, και στην ευλογοφάνειά της μπορεί να λειτουργήσει παραπλανητικά. Ο λόγος είναι ότι κανείς συγγραφέας δεν δημιουργεί στο κενό – όλοι γράφουμε σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο, το οποίο στη χώρα μας καθορίζεται κυρίως από τις προτιμήσεις των ίδιων των εκδοτικών οίκων και τις συνακόλουθες επιλογές των επιτροπών βραβείων — σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες σημαντικό ρόλο παίζουν (επίσης) οι ατζέντηδες που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των συγγραφέων, καθώς και κάποιοι καταξιωμένοι κριτικοί. Αν, λόγου χάριν, τα βραβεία δίνονται με υψηλή συχνότητα σε κείμενα με ορισμένη θεματική και τυποποιημένα υφολογικά χαρακτηριστικά, η παραγωγή νέων βιβλίων δεν θα μείνει ανεπηρέαστη — ανακυκλώνοντας ουσιαστικά το είδος των πεζογραφημάτων τα οποία αποδεδειγμένα αδυνατούν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του διεθνούς αναγνωστικού κοινού. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να αλλάξει σταδιακά ένα ολόκληρο σύστημα στο οποίο έχει εμπεδωθεί μια ορισμένη νοοτροπία, η οποία οδηγεί στα προβλήματα που πολύ εύστοχα αναφέρει και το άρθρο του κ. Μάντη — καθώς και τα άρθρα του κ. Αγγελή, του κ. Πανσέληνου, του κ. Τσιάμη, και των υπολοίπων.

Η Ελλάδα παραμένει μία από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες που δεν προτάσσει μια συγκεκριμένη εθνική πολιτική βιβλίου. Οι δραστηριότητες του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού είναι πολύπλευρες και αξιόλογες, ωστόσο η συγκρότηση μιας πολιτικής βιβλίου απαιτεί ρητή στοχοθεσία, σαφή χρονοδιαγράμματα, επιμερισμό καθηκόντων προς την επίτευξη μετρήσιμων αποτελεσμάτων — όλα αυτά δηλαδή που χώρες με ίση ή και μικρότερη συγγραφική παραγωγή, έχουν θέσει σε λειτουργία εδώ και αρκετά χρόνια, επιτυγχάνοντας τη συστηματική διάδοση της πεζογραφίας τους στο ευρωπαϊκό αναγνωστικό κοινό.

Ώσπου να γίνει αυτό, η δική μου εμπειρία δείχνει ότι η διεθνής παρουσία του έργου μας θα επαφίεται κυρίως στις πρωτοβουλίες έγκριτων μεταφραστών που έχουν το ‘βίτσιο’ να διαβάζουν Έλληνες συγγραφείς και να προτείνουν τίτλους σε ξένους εκδοτικούς οίκους που με τη σειρά τους λαμβάνουν σημαντικό ρίσκο δημοσιεύοντας έργα που αξίζει να προσεχθούν από τους συστηματικούς αναγνώστες και κριτικούς άλλων χωρών.

 

 

 

Προηγούμενο άρθρο10 χρόνια “Α”: Μεγάλος πια .. (του Φαίδωνα Ταμβακάκη)
Επόμενο άρθροΗ επιτυχία και το κενό (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

5 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Οι αρμόδιοι φορείς της πολιτείας πρέπει να ευαισθητοποιηθούν, καθ’ ότι σήμερα, αν δεν προάγεται η εθνική λογοτεχνία μέσω κονδυλίων σε εκδότες και μεταφραστές από κάποιον εθνικό φορέα, και αν αυτά τα κονδύλια δεν καταβάλλονται στην ώρα τους ή ακόμα εκκρεμούν, τότε δύσκολα ο ξένος εκδότης θα επιλέξει Έλληνες συγγραφείς.

    • Ως είναι γνωστό, οι Έλληνες εκδότες δεν τολμούν να μεταφράσουν έργα Ελλήνων λογοτεχνων για ένα βασικό λογο: ποιος και πως θα διακίνησε το μεταφρασμένο βιβλίο στον ωκεανό των εκδόσεων της παγκόσμιας, όχι μόνο ευρωπαϊκής, αγοράς. Αν αυτό παραπέμπει στην έλλειψη εθνικής πολιτικής βιβλίου, ας το επεξεργαστών το πρόβλημα οι αρμόδιοι.

  2. Το ζήτημα που θίγει το σχόλιο σας είναι καίριο. Αν δεν αντιμετωπιστούν με τρόπο πρακτικό κάποια βασικά προβλήματα δεν θα μπορέσουν να γίνουν ουσιαστικά βήματα προς την προώθηση της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό.
    Να προσθέσω με την ευκαιρία ότι διαβάζω συχνά ευρωπαϊκά μυθιστορήματα μεταφρασμένα στα αγγλικά, τα οποία ενίοτε βρίσκουν το δρόμο τους σε διεθνείς λίστες βραβείων, ακόμα και στο Booker — κάποια από αυτά τα μυθιστορήματα έχουν αρετές αλλά και αρκετά ελαττώματα — σίγουρα υπάρχουν σύγχρονα ελληνικά μυθιστορήματα που είναι ανώτερα από αυτά τα προβεβλημένα βιβλία. Αυτό το οποίο κυρίως χρειάζεται είναι η κατάλληλη πρακτική κινητοποίηση και η ευαισθητοποίηση από τους αρμόδιους φορείς

  3. Μεστό κείμενο, συμφωνώ με τις παρατηρήσεις σας. Μια διαφοροποίηση: αναφέρεστε – όπως και οι περισσότεροι αρθρογράφοι – στο ελληνικό μυθιστόρημα. Δεν θα ήταν ισως καλύτερο να μεριμνήσουμε για το ελληνικό διήγημα, στο οποίο ως είδος έχουμε παραδοσιακά μα και στις μέρες μας κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις;

  4. κύριε Γεωργιάδη, κατανοητό το σκεπτικό σας, αλλά το κύριο πρόβλημα με την προβολή καλών Ελλήνων διηγηματογράφων είναι ότι συχνά αδυνατούν να βρουν το κοινό που τους αξίζει στο εσωτερικό – ακόμα και η έκδοση μιας συλλογής διηγημάτων είναι κάτι που προκαλεί δυσανεξία σε πολλούς οίκους. Για να είμαστε δίκαιοι πάντως, το πρόβλημα αυτό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, καθώς και πολλοί οίκοι του εξωτερικού προτιμούν να εκδίδουν ογκώδη μυθιστορήματα – λόγου χάριν, ακόμα και πολύ καλοί διηγηματογράφοι, όπως ο Toibin ή η Enright, είναι γνωστοί εκτός Ιρλανδίας μόνο για τα μυθιστορήματά τους.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ