Συνάφειες (διήγημα της Γεωργίας Συλλαίου)

0
154

 

της Γεωργίας Συλλαίου

Κάθομαι ξανά στο παγκάκι του κήπου, εκείνο που πρώτο δέχεται το φως του ήλιου τα πρωινά. Το χώμα είναι ακόμα υγρό, μπορώ να διακρίνω την πάχνη πάνω στο γρασίδι, όμως εδώ, λίγο πιο ψηλά, μπορώ με μισόκλειστα τα μάτια να ξεκουράσω ασφαλής τα πόδια μου που δεν σταμάτησαν να τρέχουν όλη τη νύχτα. Ο ήλιος ανεβαίνει κι άλλο, η ζέστη με ναρκώνει και έτσι ξεχνάω για λίγο την πείνα μου. Ακούω μουρμουρητά, πόρτες να ανοιγοκλείνουν, σκούπες να ξύνουν τα μωσαϊκά, νερά να εκτοξεύονται από κουβάδες. Αναγκαστικά λοιπόν είμαι σε επιφυλακή, ξεγελώ προς το παρόν τους πάντες με την ακινησία μου. Ποτέ δεν ξέρεις από πού και πότε θα σου’ ρθει η επιτακτική εντολή να ξεκουμπιστείς. Να όμως που αναγνωρίζω το ασταθές βήμα του φίλου μου – έτσι αποκαλώ τον ένοικο του δευτέρου ορόφου – και αμέσως στρέφω με ελπίδα το κεφάλι. Το στομάχι μου διαμαρτύρεται έντονα, η προσμονή εκτοξεύει επιτακτικά  τις απαιτήσεις του.

Λες;

Μπα, κάθεται δίπλα μου με τα χέρια αδειανά, αλλά δεν απελπίζομαι, άστον λίγο να κλάψει τη μοίρα του και πού θα πάει, θα θυμηθεί ότι αυτή την ώρα κάτι περιμένω κι εγώ απ’ αυτήν τη ζωή. Ο φίλος μου ακουμπάει τη ράχη του στα κάγκελα, μα τι άβολη στάση είναι αυτή, δεν τον ενοχλούν τα σίδερα; Κλείνει και τα μάτια, αν τον πάρει ο ύπνος, η κατάσταση δεν σώζεται με τίποτα. Τον ξέρω, είναι ικανός να κοιμηθεί οποιαδήποτε στιγμή, σε οποιαδήποτε στάση, εκτός αν είναι όρθιος βέβαια.

Τα πρωινά και τα απογεύματα, όταν πηγαίνει να κολυμπήσει στη θάλασσα, κρύβει κάτω από την πετσέτα του ένα μπουκάλι. Πρόκειται για μια εντελώς άχρηστη προφύλαξη, διότι οι πάντες στην πολυκατοικία φαίνεται να γνωρίζουν το μικρό ένοχο μυστικό του. Τον παρακολουθούν εντατικά και μόλις απομακρυνθεί λίγο αρχίζουν τα «τς τς», τα περιφρονητικά γέλια και τα χαμηλόφωνα λόγια. Απορώ γιατί δεν τους στέλνει στον διάολο πετώντας τους το μπουκάλι στο κεφάλι, αφού βέβαια πιει πρώτα το περιεχόμενο: είναι φανερό ότι το χρειάζεται τόσο, όσο χρειάζομαι κι εγώ αυτή τη στιγμή ένα υποτυπώδες γεύμα.

Και να που σηκώνεται, ξανανεβαίνει τα σκαλιά και μπαίνει στο σπίτι του. Οι ελπίδες μου αναπτερώνονται. Τεντώνω τα αυτιά μου και ακούω τον ήχο του ψυγείου που ανοίγει και κλείνει, το ίδιο συμβαίνει και με ένα –δυο ντουλάπια. Υπομονή.

Ορίστε, κατεβαίνει ξανά, με την πετσέτα διπλωμένη προσεκτικά στο ένα χέρι και στο άλλο το πιάτο με τις μικρές μπουκιές ευτυχίας. Τρέχω προς το μέρος του αλλά μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω. Πολύ ευχαρίστως, θα παραταθεί κάπως η οδυνηρή ευδαιμονία της αναμονής, όμως η αγωνία μου έχει πια εξανεμιστεί. Καθόμαστε πλάι πλάι στα σκαλάκια που οδηγούν στην άμμο. Τρώω προσεκτικά, πού και πού σηκώνω το κεφάλι για να τον δω: Πίνει κι αυτός μικρές γουλιές από το μπουκάλι και ατενίζει τη θάλασσα.

Και οι δυο μας αυτή τη στιγμή βρίσκουμε μια θέση στον κόσμο και δεν ενοχλούμε κανέναν. Εν τω μεταξύ ο ήλιος έχει ανεβεί αρκετά ψηλά, βλέπω στο δέρμα του σταγόνες ιδρώτα. Στραγγίζει το μπουκάλι κι εγώ γλείφω το πιάτο. Υποθέτω ότι τώρα θα μπει στο νερό και αποφασίζω να τον περιμένω. Έχω πιθανότητες και για δεύτερη μερίδα στην επιστροφή.

Καθώς κατεβαίνει τη σκάλα, το πόδι του γλιστράει, το γόνατο λυγίζει. Ο φίλος μου κουτρουβαλάει και καταλήγει ξαπλωμένος στην άμμο, ανάσκελα, με το πρόσωπο στραμμένο στον ήλιο.

Γελάει. Μου γνέφει ανασηκώνοντας το κεφάλι. Δεν διστάζω πια καθόλου, ανεβαίνω στο στήθος του που είναι τόσο αποστεωμένο όσο και το δικό μου στέρνο. Αρχίζω να χουρχουρίζω. Τον ακούω να ψιθυρίζει ακατανόητες κουβέντες καθώς χαϊδεύει το ταλαιπωρημένο μου τρίχωμα. Μάτια χρυσαφένια, νύχια χωρίς πόνο, σωτηρία και άλλα τέτοια που μοιάζουν με προσευχή και ίσως κάποια υπόσχεση, μια υπόσχεση που αφορά εμένα – έτσι διαισθάνομαι.

Σιγά σιγά τα μάτια μας κλείνουν. Δεν ακούγεται παρά ο ήχος του νερού που σκάει στην ακτή.

Να δεις που από δω και πέρα δεν θα φοβόμαστε τίποτα και κανέναν.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΤο είδος του KWANSABAS. Γνωριμία με τον Ran Walker (της Τασούλας Τσιλιμένη)
Επόμενο άρθροΥπάρχουν κι άλλα ασήκωτα (του Ευάγγελου Αυδίκου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ