Συλλαμβάνοντας έκκεντρα την ιστορία (του Χρίστου Κυθρεώτη)

0
444

Χριστίνα Καράμπελα, Αυτί, 2009-2014, Ιωλκός, σελ. 110

Μετά το ατμοσφαιρικό Καιροί τέσσερεις και το παιγνιώδες, υπαρξιακό αστυνομικό μυθιστόρημα Ο ψίθυρος της Ευδοκίας, η Χριστίνα Καράμπελα επιστρέφει με ένα ιδιαίτερο βιβλίο, το Αυτί, μια μεταμυθοπλαστική καταγραφή της ταραγμένης δεκαετίας που μόλις πέρασε. Εγκλωβισμένος στο ωτακουστικό πάθος του ο ήρωας και αφηγητής του βιβλίου περιφέρεται στη μνημονιακή πραγματικότητα ακούγοντας και συχνά αποδελτιώνοντας διαλόγους γύρω του, τα λόγια αλλά και ό,τι περιβάλλει τα λόγια, τα «περιρρέοντα», όπως τα χαρακτηρίζει. Σε μια πρώτη φάση, οι συζητήσεις αυτές λειτουργούν ως μυθοπλαστική θρυαλλίδα, πυροδοτώντας τη φαντασία του αφηγητή που «εξερευνά» τις πιθανές ιστορίες των εμπλεκόμενων στις καταγραφές του. Σύντομα, όμως, η βουή της πραγματικότητας υπερισχύει, στομώνοντας τις ιστορίες του και μπλοκάροντας τη φαντασία του – η οποία αδύναμη να παραγάγει μυθοπλασίες μεθίσταται σε άλλο επίπεδο: ο αφηγητής της Καράμπελα αρχίζει να μην ακούει απλώς όσα λένε οι γύρω του, αλλά να φαντάζεται και τις σκέψεις τους, να τις «ακούει», όπως πιστεύει.

Αυτή η «εμπαθητική» ικανότητα που θεωρεί πως κατέχει σηματοδοτεί την απαρχή, ή την εκδήλωση, μιας προσωπικής κρίσης που ο αναγνώστης παρακολουθεί να ξεδιπλώνεται παράλληλα με τη γενικότερη κρίση, οικονομική, κοινωνική και πολιτική. Το «πάντρεμα» των δύο κρίσεων, το χώνεμα της μιας μέσα στην άλλη, είναι και το πιο ερεθιστικό τεχνικό επίτευγμα του βιβλίου. Τα σωματικά συμπτώματα, για παράδειγμα, που παρουσιάζει ο αφηγητής, και τα οποία παιγνιωδώς συνδέονται με το «αυτί» του, όπως οι ίλιγγοι και οι εμβοές, μπορεί από τη μία πλευρά να τον απομονώνουν από τον κοινωνικό περίγυρο, από την άλλη όμως τον «ενσωματώνουν» ιδανικά σε αυτόν: σε μια αποπροσανατολισμένη, στροβιλιζόμενη κοινωνία, που δεν μπορεί να ακούσει ούτε τις σκέψεις της. Βρίσκοντας την ιδανική δίοδο στο αυτί του, η περιρρέουσα κρίση, μολύνει, «αποικίζει» τον ήρωα της Καράμπελα. Μέσα από τη δική του υπαρξιακή περιδίνηση δραματοποιείται πειστικά το συλλογικό βέρτιγκο, μέσα από τα θραύσματα των διαλόγων και των «σκέψεων» που αδυνατούν να ολοκληρωθούν σε ιστορία αναπαρίσταται, με τρόπο υπόκωφο πλην σπαρακτικό, η αμηχανία και το αδιέξοδο, το ομαδικό τραύλισμα που χαρακτήρισε όλη την προηγούμενη δεκαετία. Με το τρίτο, σταθερό βήμα της, η συγγραφέας μάς δίνει μια λοξή, έκκεντρη και παρ’ όλ’ αυτά ακριβή απεικόνιση της ελληνικής κρίσης.

Κωνσταντία Σωτηρίου, Πικρία χώρα, Πατάκης, σελ. 118

Το κλείσιμο μιας «τριλογίας» αποτελεί συχνά το πιο δύσκολο κομμάτι της, το σημείο στο οποίο θα κριθεί αν όλη η προηγούμενη προσπάθεια είχε τον συνεκτικό χαρακτήρα μιας σύνθεσης, αν υπάρχει πράγματι κάτι προς ολοκλήρωση εκεί. Το στοίχημα αυτό, του οποίου μοιάζει να έχει απόλυτη επίγνωση, θέτει και κερδίζει η Κωνσταντία Σωτηρίου με την Πικρία χώρα, το τρίτο μέρος μιας ευρύτερης σύνθεσης βιβλίων που διαβάζονται βεβαίως και αυτοτελώς. Ό,τι ξεκίνησε με το Η Αισέ πάει διακοπές και συνεχίστηκε με τις Φωνές από χώμα κλείνει ιδανικά με το τρίτο βιβλίο της Σωτηρίου, τη συγκλονιστική, αδρά δοσμένη ιστορία του θανάτου μιας Κύπριας γυναίκας, μητέρας αγνοουμένου. Το βιβλίο, όπως και τα προηγούμενα της πεζογράφου, αξιοποιεί διάφορα υλικά, που συνομιλούν: μεταξύ άλλων, την αφήγηση της Ασπασίας (ή Σπασούλλας), τον διάλογο που έχουν οι φίλες της πάνω από το νεκροκρέβατό της το βράδυ που θα πεθάνει (γραμμένο στην κυπριακή ιδιόλεκτο), αλλά και την απόκοσμη, σε κλίμα μαγικού ρεαλισμού, αφήγηση μιας παράξενης ιστορίας που θυμίζει παραμύθι. Το τρίτο αυτό υλικό, αν και φαινομενικά το πιο παράταιρο, είναι που απογειώνει και το βιβλίο – αποδίδοντας την ατμόσφαιρα ανεπανόρθωτης καταστροφής, το απαρηγόρητο συναίσθημα που προξένησαν πράξεις που δεν είναι εύκολο να περιγραφούν με λόγια.

Μια πλειάδα θεμάτων διασταυρώνονται σε αυτή τη συγκινητική νουβέλα, με προεξάρχουσα τη δυστυχία του κοινωνικά αδικαίωτου πένθους. Καθώς ο γιος της Ασπασίας συμμετείχε στο πραξικόπημα κατά του Μακάριου που προηγήθηκε της τουρκικής εισβολής, το στάτους του διαφέρει από αυτό των άλλων αγνοουμένων και η ίδια δεν νομιμοποιείται να συναθροίσει την αγωνία ή το πένθος της με το συλλογικό πένθος, παραμένοντας μέχρι τέλους μητέρα προδότη ανάμεσα σε μητέρες ηρώων. Από μόνη της, η ένταση που προκύπτει από αυτή την κατάσταση θα αρκούσε για να προσδώσει δύναμη και βάθος στο βιβλίο. Καθώς συμπλέκεται όμως με τα υπόλοιπα μοτίβα της νουβέλας, αλλά και των δύο βιβλίων που προηγήθηκαν, η ιστορία της Ασπασίας αναβιβάζεται σε μέρος μιας ευρύτερης πεζογραφικής πρότασης που καταθέτει η Σωτηρίου και σχετίζεται με τη γυναικεία εμπειρία βίωσης και θέασης της ιστορίας, και ιδιαίτερα του πολέμου. Το επίτευγμά της είναι ότι δεν «μιλάει για» αυτή την εμπειρία, αλλά τη δένει οργανικά στο σώμα των βιβλίων της, προσφέροντάς μας άμεση και οιονεί αδιαμεσολάβητη πρόσβαση, αφού ο λόγος των κατά βάση «λαϊκών γυναικών της είναι πηγαία και αυθεντικά διαποτισμένος σε αυτήν: ακόμα και όταν δεν εκφέρεται στο κυπριακό ιδίωμα, παραμένει λόγος «ιδιωματικός», όπως συχνά συμβαίνει στην καλή λογοτεχνία. Το γεγονός ότι πρόκειται για έναν λόγο που δεν κραυγάζει, αλλά χαμηλόφωνα θέλγει και παρηγορεί, δεν πρέπει να μας επιτρέψει να παραγνωρίσουμε τη μεγάλη αξία του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here