Σύγχρονη τέχνη, τεχνοκριτική και Διαδίκτυο: Ο εγγενής πολιτικός χαρακτήρας τους (του Δημήτρη Σαραφιανού)

0
165

του Δημήτρη Σαραφιανού (*)

Η σύγχρονη τέχνη έχει κατεξοχήν θεωρηθεί πολιτική τέχνη, είτε γιατί διαπραγματεύεται τρέχοντα πολιτικά ζητήματα, όπως ζητήματα παγκοσμιοποίησης, κλιματικής κρίσης, καταπίεσης μειονοτήτων, διαμόρφωσης κοινωνικών υποκειμένων και ταυτοτήτων· είτε γιατί ο τρόπος που διαπραγματεύεται το θέμα της παράγει ρήξεις και τομές, επαναστατικοποιώντας τους προηγούμενους τρόπους θέασης (αν και αυτή η επαναστατικοποίηση μπορεί να σχετίζεται περισσότερο με τεχνικές διαφημιστικού σοκ)· είτε γιατί οι μηχανισμοί παραγωγής της αναδεικνύουν, πολύ περισσότερο από το παρελθόν, τις προσδέσεις με την πολιτιστική βιομηχανία ή, αντίστροφα, την προσπάθεια ρήξης με αυτή.

Η πρότασή μου είναι ότι, πέραν όλων των ανωτέρω, η σύγχρονη τέχνη είναι κατεξοχήν πολιτική τέχνη γιατί μετέχει ενός μηχανισμού συγκρότησης της πολιτικής ηγεμονίας.

Η πολιτική ηγεμονία στηρίζεται στη γνωστή αρχή «διαίρει και βασίλευε»: Βασικός μηχανισμός της είναι η παραγωγή διακρίσεων στο εσωτερικό του κοινωνικού σώματος και η ανασύνθεσή τους κατά τρόπο που να διευκολύνεται η αναπαραγωγή του κοινωνικού συστήματος. Για να συμβεί αυτό πρέπει να κατακερματίζονται τα κοινωνικά υποκείμενα και να ανασυντίθενται κοινωνικές συμμαχίες με την παροχή ευρύτερων δικαιωμάτων και προνομιών σε τμήματα του κοινωνικού σώματος. Αυτό σίγουρα περνάει μέσα από θεσμικούς αποκλεισμούς (όπως, π.χ., συμβαίνει με τις διακρίσεις απέναντι στους μετανάστες στο όνομα της συμμετοχής στο κοινό έθνος, απέναντι στις μειονότητες στο όνομα της συμμετοχής στο κοινό γένος κ.λπ. κ.λπ.), περνάει όμως και από την παροχή δικαιωμάτων και δυνατοτήτων κοινωνικής κινητικότητας μέσα από εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς μηχανισμούς: καθένας μπορεί να καλυτερεύσει τη θέση του, ανεξάρτητα από την κοινωνική του προέλευση, εάν «το αξίζει».

Η τέχνη πάντοτε παρήγαγε διακρίσεις, πρωτίστως μεταξύ αυτών που έχουν διδαχθεί να συμμετέχουν στην καλλιτεχνική κοινότητα και αυτών που δεν έχουν, και μια σειρά εκπαιδευτικών και πολιτιστικών μηχανισμών παγίωναν και επικύρωναν αυτές τις διακρίσεις (ποιος έχει ταλέντο, ποιος όχι).

 

Ρήξεις στους μηχανισμούς επικοινωνίας με τον θεατή

Η σύγχρονη όμως τέχνη, με τη διαρκή επαναστατικοποίηση της αισθητικής φόρμας (επαναστατικοποίηση που δεν συνδέεται αναγκαστικά με κάποια κοινωνική ή πολιτιστική ρηξιακή διάθεση, αλλά μπορεί να συνδέεται με την εντεινόμενη τάση διαφοροποίησης των εμπορευμάτων), προκαλεί ρήξεις και στους μηχανισμούς επικοινωνίας της με τον θεατή. Έχουν πολλαπλασιαστεί σήμερα τα φίλτρα των συμβολικών κωδίκων επικοινωνίας που παρεμβάλλονται μεταξύ του έργου τέχνης και του θεατή, παρά το ότι ένα έργο σύγχρονης τέχνης έχει τη δυνατότητα να αποκαλύψει στον θεατή πολύ περισσότερα απ’ ό,τι μια επιστημονική ανάλυση για το θέμα ή το πράγμα καθ’ εαυτό που διαπραγματεύεται ή που είναι και παρά το ότι πάντοτε ο θεατής μπορεί να αναρωτηθεί μπροστά σε ένα έργο τέχνης: «τι συναισθήματα μου δημιουργεί» και αντίστοιχα: «γιατί μου γεννά αυτά τα συναισθήματα» (συναισθήματα που και αυτά διαμεσολαβούνται από συμβολικούς κώδικες επικοινωνίας, οργανωμένους από πρακτικές, θεωρίες και μηχανισμούς). Φαντάζει αβυσσαλέα η απόσταση ανάμεσα στον τρόπο θέασης του καταναλωτή των κυρίαρχων πολιτιστικών προτύπων και του έργου τέχνης που αμφισβητεί όχι μόνο τα συγκεκριμένα πρότυπα αλλά και παλαιότερα κυρίαρχες ή απλά τρέχουσες καλλιτεχνικές φόρμες και καλλιτεχνικά ή ευρύτερα φιλοσοφικά ρεύματα. Ο μέσος θεατής, παρότι έχει μάλλον πλέον συνηθίσει σε σύγχρονες καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις, τις έχει συνηθίσει διατηρώντας την απόστασή του, την αδιαφορία του ή και την απέχθειά του. Ακόμα και η πρακτική του να βρεθεί κανείς μπροστά ή μέσα σε ένα έργο τέχνης (όχι μέσω αντιγράφου) τείνει να γίνει ξένη προς τον μέσο θεατή.

Οι διαχωρισμοί και οι ιεραρχήσεις μεταξύ αυτών που ξέρουν, που καταλαβαίνουν, που αισθάνονται ή που απωθούνται από το έργο τέχνης είναι πολύ πιο έντονοι απ’ ό,τι στο παρελθόν και οι πολιτιστικοί μηχανισμοί (πανεπιστήμια, μουσεία, γκαλερί, εκθέσεις, κριτική) τις αναπαράγουν και τις επικυρώνουν.

Μετατόπιση του μηχανισμού επιβεβαίωσης του κύρους του έργου τέχνης

Ενδιαφέρον έχει ότι αυτή η αποστασιοποίηση δεν αίρεται πλέον μέσα από τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς, που στο παρελθόν έπαιζαν και ένα ρόλο καλλιέργειας αισθητικών κριτηρίων και, συνεπώς, ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός, μιας πολιτιστικής κινητικότητας.

Και αυτό δεν σχετίζεται, κατά τη γνώμη μου, μόνο με την αυξανόμενη πολυπλοκότητα της σύγχρονης τέχνης, αλλά και με το ότι έχει μετατοπιστεί ο μηχανισμός επιβεβαίωσης του κύρους του έργου: από εκεί που οι μηχανισμοί της αγοράς, οι πολιτιστικοί θεσμοί και η ακαδημαϊκή κριτική διαμόρφωναν ένα κοινό κανονιστικό πλαίσιο επικύρωσης του έργου τέχνης (με την ακαδημαϊκή κριτική να διαδραματίζει ένα βασικό ρόλο), σήμερα η αγορά των έργων τέχνης επικυρώνει με τα δικά της κριτήρια την αξία των έργων, χωρίς την αναγκαία διαμεσολάβηση της ακαδημαϊκής κριτικής, διαμορφώνοντας και τους δικούς της εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς μηχανισμούς που παρέχουν υπηρεσίες με (ή χωρίς) το ανάλογο κόστος. Η τεχνοκριτική τείνει να αντικατασταθεί από λογισμικά που προβλέπουν τις μελλοντικές τάσεις της αγοράς (ποιοι καλλιτέχνες μπορεί να αποκτήσουν μεγαλύτερη αξία, ποιοι να πέσουν κ.λπ.) και οριακά τείνει να υπαχθεί στους πολιτιστικούς μηχανισμούς που η ίδια η αγορά επιβάλλει μέσω χορηγιών. Η μετατόπιση αυτή μπορεί να πάρει και χαρακτηριστικά ανοιχτής εχθρότητας, στο βαθμό που μια τεχνοκριτική παρέμβαση διακυβεύει την αξία της επένδυσης. Από κει που ο κριτικός της τέχνης εμφανιζόταν ως ενδιάμεσος μεταξύ κοινού και καλλιτέχνη (ζητώντας καμιά φορά και τα ανάλογα μεσιτικά) τώρα βρίσκεται κι αυτός σε μια ανάλογη απόσταση από το κοινό.

Κι αυτό δεν είναι περίεργο, η ίδια η τεχνοκριτική αποτελεί μια πνευματική δημιουργία που μετέχει στον ανοιγόμενο από το έργο τέχνης «διάλογο». Διάλογο σε εισαγωγικά, γιατί η εικαστική γλώσσα δεν έχει την ίδια δομή, την ίδια ασφάλεια με τη γλώσσα του λόγου, όσο κι αν και οι δύο συμπροσδιορίζονται από ευρύτερα κυρίαρχους συμβολικούς κώδικες επικοινωνίας.

Στην πραγματικότητα ο τεχνοκριτικός δεν μπορεί ποτέ να είναι ενδιάμεσος. Ο λόγος δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη θέαση, την εγγύτητα με το έργο τέχνης, αποτελεί πάντα μια μετάφραση, μια ερμηνεία, πολλώ δε μάλλον όταν το έργο προέρχεται από ένα άλλο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. Μετάφραση που σημαίνει την προσπάθεια μεταφοράς της ουσίας του έργου και των συναισθημάτων που γεννούνται από αυτό σε ένα εντελώς διαφορετικό επικοινωνιακό πλαίσιο. Ακόμα και η επιμέλεια, που βρίσκεται στο μεταίχμιο λόγου και εικόνας, κατεξοχήν χρωματίζει την πρόσληψη του έργου, ανοίγοντας νέα πεδία προσλήψεων και διαλόγων.

Διάλογος καλλιτέχνη, έργου τέχνης, θεατή

Η σημασία του τρόπου που ανοίγεται ή δεν ανοίγεται αυτός ο διάλογος δεν είναι αθώα. Ιδωμένη ως ιδεότυπος, η σχέση καλλιτέχνη – έργου τέχνης – θεατή είναι μια κατεξοχήν δημοκρατική συλλογική πρακτική.

Στη σχέση αυτή φαίνεται ορισμένες φορές να παράγονται στρεβλώσεις, όταν ο διάλογος εμποτίζεται από άλλες προθέσεις. Όταν π.χ. ο θεατής εισέρχεται στη σχέση αυτή ως αγοραστής ή όταν το έργο έχει δημιουργηθεί κατά τρόπο ώστε να βρει ευκολότερα τον αγοραστή του.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, ακόμα και όταν δεν φαίνεται να μεσολαβούν τέτοιες στρεβλώσεις, τα υποκείμενα δεν εισέρχονται ως τυπικά ίσα σε αυτό το διάλογο, αλλά με όλους τους κοινωνικούς τους προσδιορισμούς. Η κριτική του έργου τέχνης και η κριτική της επιμέλειας λειτουργούν σε συγκεκριμένα πολιτισμικά πλαίσια και παρεμβαίνουν σε έναν ήδη ανοικτό διάλογο για τα αισθητικά, φιλοσοφικά και κοινωνικοπολιτικά ζητήματα μέσω ρήξεων, μετατοπίσεων και επικυρώσεων. Αυτό σημαίνει ότι οι στρεβλώσεις που προαναφέρθηκαν δεν είναι εξωτερικές του διαλόγου, αλλά συστατικές του. Η εξουσία, οι διαιρέσεις, οι ανταγωνισμοί είναι παρόντες κατά την εκδίπλωσή του. Συνεπώς αποτελεί επιλογή, πολιτική επιλογή, ποια θέση θα πάρει κανείς σε αυτό το διάλογο

Δεν είναι λοιπόν αθώα ούτε η παρέμβαση του τεχνοκριτικού σε αυτό το διάλογο. Η αναγωγή, π.χ., του τεχνοκριτικού σε φορέα ενός επιστημονικού λόγου τού αναγνωρίζει μια εξουσία, που ιδίως σήμερα είναι πολύ αμφίβολο ότι διαθέτει. Αποτελεί λοιπόν επιλογή αν ο κριτικός θα αναπτύξει ένα λόγο περίκλειστο, που απευθύνεται προς την ακαδημαϊκή κοινότητα, προς τους εν γένει επαΐοντες, προς τα κέντρα λήψης αποφάσεων, ή εάν θα γίνει ο συνοδοιπόρος του θεατή στο ταξίδι μέσω του έργου τέχνης προς μια πιο εμπλουτισμένη βίωση της πραγματικότητας.

Μέσα από μια τέτοια επιλογή, στόχος της κριτικής δεν πρέπει να είναι ένα κανονιστικό κλείσιμο του διαλόγου, με την επιβολή μιας άποψης, που συνεχώς άλλωστε ανατρέπεται από την επαναστατικότητα του αντικειμένου, αλλά ο εμπλουτισμός του, το άνοιγμά του σε νέα πεδία προσλήψεων. Για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται μια παρέμβαση πλούσια μεν, καθώς το θέμα δεν είναι η προσέλκυση του κοινού μέσω εύπεπτων έργων και εύπεπτων κριτικών, αλλά προσβάσιμη, μέσω πρακτικών που επιτρέπουν στο θεατή να συμμετέχει. Αλλιώς η απόσταση και η εξατομίκευση διευρύνεται, ο κριτικός θα απευθύνεται σε όλο και πιο περίκλειστες κοινότητες ειδικών, απόμακρες ακόμα και από τους ίδιους τους καλλιτέχνες.

Ο εμπλουτισμός αυτός δεν είναι επίσης ένα ειρηνικό γλωσσικό παίγνιο, ιδίως όταν τα διακυβεύματα στην κεφαλαιόκαινο περίοδο που ζούμε απειλούν να καταλύσουν κάθε όριο ειρηνικής διαβίωσης.

Η κριτική δεν πρέπει απλώς να μην υποκύπτει στις λογοκριτικές αξιώσεις κάποιου μηχανισμού, οφείλει να συμμετέχει στον διάλογο που ανοίγεται με την ίδια αγωνιστική φόρτιση που αντανακλά το έργο, με τον ίδιο βαθμό εμπλοκής στα ερωτήματα που συνταράσσουν το ίδιο το έργο. Η επιλογή της αυτολογοκρισίας, όταν δεν σχετίζεται με την εξουσιαστική επιβολή λογοκριτικών μηχανισμών, αλλά με την αποφυγή διατάραξης σχέσεων, συνιστά οικειοθελή κατάλυση του διαλόγου, εμποτισμό του με ανειλικρίνεια. Είναι στοιχείο του υπαρξιακού πυρήνα της τεχνοκριτικής να είναι μεροληπτική, παθιασμένη, πολιτική, όπως έλεγε και ο Μπωντλέρ και –θα πρόσθετα– προσβάσιμη.

Αν δεν συμβεί αυτό, η κριτική θα παραμείνει αυτοαναφορική, αποστεωμένη και διακοσμητική. Ο τρόπος δηλαδή που εντάσσεται η κριτική στον αισθητικό διάλογο σχετίζεται με το ερώτημα είτε της αποδοχής κυρίαρχων εξουσιαστικών προτύπων που επικυρώνουν την ηγεμονία είτε της προσπάθειας συγκρότησης αντιηγεμονικών πρακτικών.

 

Το Διαδίκτυο μεταλλάσσει τη διαλογική σχέση

Πώς το Διαδίκτυο μεταλλάσσει αυτή τη διαλογική σχέση; Είναι γνωστά τα εγκώμια για τη δημοκρατικότητα του Διαδικτύου, που πράγματι επιτρέπει τη μεγαλύτερη συμμετοχή του θεατή όχι μόνο στο διάλογο γύρω από το έργο τέχνης αλλά και στη δημιουργία του, ακόμα και με πρακτικές πληθοπορισμού (crowdsourcing), ή στη συλλογική επιμέλεια ψηφιακών εκθέσεων (crowdcurating). Επίσης καθιστά πολύ πιο εύκολη την πρόσβαση σε μια πληθώρα ψηφιακών πρωτοτύπων ή αντιγράφων έργων τέχνης.

Από την άλλη μεριά, η ψηφιακή διάδραση μεταξύ καλλιτεχνών – έργων τέχνης – κριτικών – θεατών παραμένει κατακερματισμένη και εξατομικευμένη (ο καθένας από την ασφάλεια, αλλά και από τη μοναξιά του πληκτρολογίου του), το πλήθος και η ταχύτητα πρόσληψης των πληροφοριών δυσχεραίνουν τον αναστοχασμό, ενώ και η ευκολία στη διαμόρφωση ψεύτικων ταυτοτήτων μπορεί και να διευκολύνει την παρέμβαση εξουσιαστικών μηχανισμών (μέσω bots) ή ακόμα και να επιτρέψει την απελευθέρωση των πιο ταπεινών ενστίκτων, εκτρέποντας το διάλογο σε καταστάσεις σαν το δείπνο στο Τετράγωνο του Έστλουντ.

Και βέβαια διευκολύνει και τον έλεγχο και τη λογοκρισία από τις διαδικτυακές πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, που τείνουν να διαμορφώνουν σύμπαντα επαυξημένης πραγματικότητας με αισθητική που μετατρέπει τον Ανρί Ρουσσώ σε κακή ταινία της Disney corp (όσοι έχουν δει τη διαφήμιση του meta με τον τίγρη και τον βούβαλο θα με καταλάβουν) ή που περιορίζουν τη σχέση καλλιτέχνη – έργου τέχνης – θεατή σε χρηματιστηριακή φούσκα αγοράς NFTs.

Όπως λοιπόν και οι μηχανισμοί συγκρότησης της ηγεμονίας, έτσι και η ανάπτυξη αντιηγεμονικών πρακτικών απαιτεί τακτικές διαμόρφωσης συμμαχιών και προβολής αντιηγεμονικών ηθικών πρακτικών, όπως η αλληλεγγύη, ο αλτρουισμός κ.λπ., χωρίς βέβαια την υποστολή του μαχητικού τόνου.

Από κει και πέρα μια αντιηγεμονική πρακτική απαιτεί τη συγκρότηση μηχανισμών υποστήριξης, που θα φέρνουν τα κοινωνικοαισθητικά υποκείμενα (καλλιτέχνες, κριτικούς, θεατές) σε άμεση διάδραση και ψηφιακά και με φυσική παρουσία: συνέργειες, συλλογικότητες, δίκτυα, χώρους, ανοικτά εργαστήρια, πλατφόρμες, που όμως πρέπει να κοιτάζουν προς τον χώρο έξω από αυτές τις ίδιες. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ατομική συμβολή του ολοκληρωμένου αισθητικού αποτελέσματος παύει να είναι αυτιστική και περιθωριοποιημένη. Το Διαδίκτυο μπορεί να αποτελεί έναν από τους κατεξοχήν χώρους που όλα αυτά τα δίκτυα, ακόμα και αν βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες, μπορούν να έρχονται σε επαφή, να διαπλέκουν τις δράσεις τους και τη διάχυση των πληροφοριών τους μέσω ζεύξεων.

Στον χώρο της κριτικής, η κρίση και η πανδημία οδήγησαν σε μια διαδικτυακή στροφή που έχει ιδιαιτέρως συμβάλει στη διάδοση της τεχνοκριτικής πληροφορίας σε ευρύτατα στρώματα, αν και είναι διακύβευμα το αν τα στρώματα αυτά είναι εις θέση να αντιληφθούν τον λόγο που διατυπώνεται ή εάν απωθούνται από αυτόν. Γι’ αυτό και η εκμετάλλευση των ψηφιακών δυνατοτήτων επικοινωνίας δεν πρέπει να περιορίζεται σε μονολόγους (π.χ. μέσω podcast), αλλά να επεκτείνεται σε live συνεντεύξεις και συζητήσεις, όπου το κοινό μπορεί να συμμετάσχει διαδραστικά και να προωθεί μορφές όπου καλλιτέχνες, κοινό, έργο τέχνης και κριτικοί θα εμπλέκονται σε συζητήσεις με καλλιτέχνες και επιστήμονες άλλων κλάδων (συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς, κοινωνιολόγους, ιστορικούς, γλωσσολόγους κ.ά.), ώστε ο εμπλουτισμός του διαλόγου να αποκτά καινούργιες δυναμικές.

Ακόμα και αν αυτή η συνέργεια παραμένει συμμετοχικά στο παρόν, εμβαθύνοντας στα κοινωνικά και αισθητικά προβλήματα του καιρού μας, και δεν μπορεί ακόμα να κοιτάξει ενεργητικά προς το μέλλον (και πώς να μπορεί χωρίς κίνηση των κοινωνικών υποκείμενων), σε κάθε περίπτωση αναδιατάσσει τους όρους που συγκροτούν την ηγεμονία, κατευθύνεται προς την άρση των διαιρέσεων και θέτει τις βάσεις για ένα νέο κοινωνικοαισθητικό πλαίσιο επικοινωνίας. Ιδίως αν η εμβάθυνση αυτή παίρνει ανατρεπτικά/υπαρξιακά χαρακτηριστικά, αν αναδεικνύει το μη αναπαραστάσιμο, αυτό που απωθείται ή δεν επιτρέπεται να αναπαρασταθεί και δεν καταπίπτει απλά στον ναρκισσισμό και την καθεστωτική επικυριαρχία.

Από κει και πέρα, πεδίον δόξης για καλλιτέχνες και τεχνοκριτικούς που επιθυμούν να μετατοπίσουν τα όρια των πολιτιστικών πρακτικών. Τα κοινωνικά κινήματα είναι παραγωγοί συλλογικής αισθητικής δραστηριότητας και η διαπλοκή τους με καλλιτεχνικά ρεύματα και αναζητήσεις μπορούν να παράξουν νέους καλλιτεχνικούς ρυθμούς και προτάσεις ζωής για το μέλλον.

 

(*) Ο Δημήτρης Σαραφιανός είναι νομικός και κριτικός τέχνης, επικεφαλής του «Λόφος art project». Το «Λόφος art project» είναι μια πρωτοβουλία που αποσκοπεί στην ανάδειξη των έργων του Πάνου Σαραφιανού (www.panossarafianos.gr) και της Μαίρης Χατζηνικολή (www.maryhatzinikoli.gr), καθώς και στη δημιουργία ενός χώρου εκθέσεων και εκδηλώσεων όπου θα συναντιέται η τέχνη με τη ζωή. Το κείμενο που δημοσιεύουμε αποτελεί εισήγηση στην ημερίδα του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών (AICA Hellas), με θέμα «Η κριτική της τέχνης στην Ελλάδα σήμερα και η αναπροσαρμογή στις νέες συνθήκες», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εικαστικής διοργάνωσης Platforms Project 2022 (Αθήνα, 13-16 Οκτωβρίου). 

Προηγούμενο άρθροΜια ιστορία γεμάτη… Ιστορία: Ο «Μνήμονας» έγινε 50 ετών (του Σπύρου Κακουριώτη)
Επόμενο άρθροΠρος συγγραφείς: συνηθίστε την απόρριψη (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ