Στρατής Χαβιαράς: Εκεί που αρχίζει μια ιστορία

0
875

 

Γεννήθηκε στον Καναδά το 1923, σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Toronto και στο Yale.  Στο πρώτο του βιβλίο, Paradox in Chesterton ο δάσκαλος του, φιλόσοφος και θεωρητικός της επικοινωνίας, Marshall McLuhan, έγραψε την εισαγωγή. Ο William Hugh Kenner, περί ου ο λόγος, έγραψε άλλα είκοσι πέντε βιβλία με θέμα την αγγλοαμερικανική και Ιρλανδική λογοτεχνία, και δίδαξε σε πολλά πανεπιστήμια στην Αμερική και την Ευρώπη. Η εποχή του Πάουντ (The Pound Era, 1971), θεωρείται το κορυφαίο του έργο τόσο για τον ποιητή των Cantos όσο και για τον επίμονο, διηπειρωτικό Μοντερνισμό στην ακμή του.

Το 1959 ήμουν στη Νεα Υόρκη, φιλοξενούμενος του Κίμωνα Φράιαρ, βοηθός του στη μετάφραση της Ασκητικής και αντιγραφέας της εκτεταμένης αλληλογραφίας του με τον Καζαντζάκη, η οποία πριν μερικά χρόνια είχε μισομουχλιάσει σε κάποιο υπόγειο. Μια συνέντευξη μου με τον Φράιαρ για τη μετάφραση του στα αγγλικά της Οδύσσειας του μεγάλου κρητικού, υπήρξε το πρώτο μου δημοσίευμα, με επιμέλεια Γιώργου Π. Σαββίδη (περιοδικό Ταχυδρόμος).

Παράλληλα σπούδαζα στο Manhattan Technical Institute και με τα αρχάρια αγγλικά μου προσπαθούσα να διαβάσω αμερικανική λογοτεχνία. Το 1959-60, οι χρόνιες κεφαλαλγίες του Φράιαρ έγιναν επίμονα μεταδοτικοί και χρειάστηκε να δω οφθαλμίατρο (αστιγματισμός και υπερμετρωπία), συν λογοπεδικό ή φωνίατρο για κάποιο σύνδρομο δυσκολίας ανάγνωσης και διαταραχής ομιλίας. Οι θεραπείες που προτάθηκαν αφορούσαν γυαλιά ανάγνωσης και ακτινοβολία του εγκεφάλου («Μην ανησυχείτε κ. Χαβιαρά, η ένταση στην αρχή θα είναι πολύ μικρή και η διάρκεια μόλις 15 λεπτά της ώρας»).

Το βιβλίο που προσπαθούσα να διαβάσω εκείνες τις μέρες και δε θα ξεχνούσα ποτέ, ίσως γιατί σιγοψηνόταν μαζί με το μυαλό μου στον ηλεκτρικό φούρνο του Dr. Cramer, ήταν το δεύτερο βιβλίο του Hugh Kenner, Η ποίηση του Έζρα Πάουντ (The Poetry of Ezra PoundNew Directions, 1951). Ο πραγματικός λόγος για τον οποίο δεν θα το ξεχνούσα ποτέ ήταν άλλος. Ότι αυτό το έργο με τη διαύγεια της γραφής και τα επιχειρήματά του άρχισε να διαβρώνει κάπως το θυμό των Αμερικανών για τις δραστηριότητες του Pound στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Όχι όμως στο Harvard, όπου ακόμα και σαράντα χρόνια αργότερα, όταν διηύθυνα την Αίθουσα Ποίησης και συνεργαζόμουν με το τμήμα της Αγγλικής και Αμερικανικής Λογοτεχνίας και Γλώσσας, η κυρίαρχη γνώμη τόσο για τις αντιαμερικανικές ομιλίες του Pound στο φασιστικό ραδιόφωνο όσο και για τα αντισημιτικά του σχόλια, αλλά και το ίδιο το ποιητικό του έργο, ήταν αρνητική.

Όταν μπήκε ο χειμώνας του 1960, ούτε τα γυαλιά ούτε η ακτινοβολία του εγκεφάλου είχαν σταματήσει τους πονοκεφάλους μου. Τότε όμως ολοκληρώθηκε η μετάφραση της Ασκητικής και πήρα το λεωφορείο για τη Charlottesville, Virginia, όπου θα γνώριζα τη γιαγιά Ελένη, αδελφή της γιαγιάς μου, που ζούσε εκεί με την οικογένεια της. Την ίδια μέρα σταμάτησαν οι πονοκέφαλοι μια και καλή. «Οξεία Νεοϋορκίτιδα», σχολίασε η μοναχοκόρη της γιαγιάς και εξαδέλφη του πατέρα μου, Μπέτι, μόλις τρία χρόνια μεγαλύτερη μου. Ο παππούς Γιώργος, επώνυμο Μακαρίτης και εν ζωή, διατηρούσε μίνι μάρκετ σε μια φτωχογειτονιά της πόλης.

 

Όμορφη, ιστορική πόλη η Charlottesville με το νεοκλασικό παλάτσο (Monticello), που σχεδίασε στα είκοσι έξι του ο τρίτος πρόεδρος των ΗΠΑ, Thomas Jefferson, το πανεπιστήμιο της Virginia, επίσης έργο του (1819), την επιβλητική οροσειρά Blue Ridge και τις εκτεταμένες δασικές περιοχές της για ξύλευση και αναψυχή. Έτσι, όταν οι συγγενείς με ενεθάρρυναν να παρατείνω τη διαμονή μου ως φιλοξενούμενος τους, δέχτηκα ευχαρίστως. Για να καλύπτω μερικά από τα έξοδα μου, άρχισα να δουλεύω βραδυνές ώρες στην “Ταβέρνα” του ελληνοαμερικανού Gus Anthos, προέδρου της εκεί ελληνορθόδοξης μειονότητας με την εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και τις πολιτισμικές της δραστηριότητες. Τις πρωινές μου ώρες τις περνούσα στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου, διαβάζοντας και τελειώνοντας ένα πρώτο μυθιστόρημα, τα κουσούρια του οποίου, όπως ακριβώς προειδοποιούσε ο Pound, έλαμψαν στη μετάφραση που προσπαθούσα να κάνω στα αγγλικά, και το έβαλα στην άκρη, πριν το πετάξω.

Στην “Ταβέρνα” του Gus δούλευε ακόμα ένας δικός μας Gus ή Κώστας κι ένας “αλλόφυλος”, ο οποίος έκλεβε ασύστολα, και το αφεντικό τον αντικατέστησε μ’ έναν νεαρό, συνομήλικό μου. Εκτός από μπίρα και κρασί σερβίραμε hot dogs, hamburger, BLT (bacon, lettuce, tomato) σάντουιτς και stew, (σπεσιαλιτέ του μεγάλου Gus, που μαγείρευε μόνο όταν πεινούσε ο ίδιος).

Ανάμεσα στους τακτικούς πελάτες που έπιναν μέχρι να κλείσει το μαγαζί, ήταν ο κύριος και η κυρία Stephens οι οποίοι παρά τα 80 τους πέταγαν σπίθες πάνω στη μπάρα tap dancing, ένας τυφλός ψυχίατρος που μας αφηγούνταν τις ατιμίες των πελατών του, μια μεσήλικη μπεκρού που μιλούσε μόνο στο άδειο ποτήρι της, ένας μικροεπιχειρηματίας που έβριζε με τη βαριά προφορά του νότου, ο νεαρός συγγραφέας και τραγουδοποιός Dick Farinã που με γνώρισε στον μέγα Bill Faulkner, και τέλος ο John Pinkham, ένας μοναχικός, χαμηλών τόνων πενηντάρης που έδειχνε γνήσιο ενδιαφέρον για το γράψιμο μου και με εξέπληξε ύστερα από ακριβώς είκοσι χρόνια, στη Νεα Υόρκη, στην παρουσίαση του πρώτου μυθιστορήματος μου When the Tree Sings (Simon & Schuster, 1979).

Επίκαιρα θέματα στην “Ταβέρνα”, οι μαύροι, η πτώση ενός επιβατικού τζετ στην Ουάσιγκτον όταν οι μηχανές του ρούφηξαν ένα σμάρι κοτσυφιών, το ντιμπέιτ στην ασπρόμαυρη τηλεόραση μεταξύ Κένεντι και Νίξον και, μέρες αργότερα οι εκλογές, η με κομμένη ανάσα καταμέτρηση ψήφων, και ο τσίμα – τσίμα θρίαμβος του JFK.

Αργά το απόγευμα γέμιζε η “Ταβέρνα” με φοιτητές, ζευγάρια και μεγαλύτερες παρέες νέων που μόλις είχαν σχολάσει απ’ τη δουλειά. Ατσίδα σερβιτόρος, τους προλάβαινα όλους, αλλά πρόσεχα να μην κάνω ζημιές, ο μεγάλος Gus μου έκανε παρατηρήσεις για το παραμικρό όταν καθυστερούσα πιάνοντας συζήτηση με ενδιαφέροντες τύπους και τύπισσες, και φύλαγα τα φιλοδωρήματα μου για την επιστροφή στην Αθήνα. Στην Ταβέρνα γνώρισα και τη Mary-Anne, η οποία δίδασκε στην σχολή νοσοκόμων του Πανεπιστημίου και συγκατοικούσε με άλλες δυο εργαζόμενες κοπέλες, συνομήλικές της. Ψηλή, λεπτή, μακριά μαύρα μαλλιά και σκούρα μπλε μάτια, ζεστή φωνή και χαμηλοί τόνοι, η Mary-Anne ερχόταν συνήθως με μια κοκκινομάλλα, τη Janet. Ωραίες γυναίκες κι οι δυο, αλλά η πρώτη είχε κάτι ξεχωριστά υγρό στη ματιά της και άλλο αέρα, ίσως γιατί όπως κάποια στιγμή έπιασε το αυτί μου, διάβαζε, κι ένα απόγευμα την είδα να βγάζει από την τσάντα της ένα μυθιστόρημα της Susan Sontag, αν θυμάμαι καλά, το Death Kit, το οποίο οι Times καταδίκασαν ως «βαρετό και κραυγαλέα άσχετο με την τέχνη της πρόζας». Πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, το Death Kit ζει και βασιλεύει, αναγνωρισμένο ως “an American classic”.

Ένα πρωί, διάβασα στην εφημερίδα Daily Progress, η οποία έβγαινε καθημερινά από το 1882, ότι εκείνο το βράδυ ο Hugh Kenner θα μιλούσε στο πανεπιστήμιο για τον μοντερνισμό. Παρακάλεσα το αφεντικό να μου δώσει άδεια να πάω, αλλά δε βρήκε αντικαταστάτη για τη βάρδια μου κι η απάντηση του ήταν «No way, Jose!» Είχα χάσει μια μοναδική ευκαιρία να τον ακούσω και να τον γνωρίσω προσωπικά. Απ’ ό,τι καταλάβαινα ήδη, το δικό μου γράψιμο μπορεί να ήταν ακόμη άτσαλο, αλλά το ένιωθα γέννημα θρέμμα του μοντερνισμού.

Η Mary-Anne ήταν καθολική. Τετάρτες νήστευε, Κυριακές εκκλησιαζόταν, αλλά αφού γνωριστήκαμε αρκετά, μετά τη λειτουργία με έπαιρνε με το αυτοκίνητο της να πάμε στο μουσείο, στη μεγάλη σπηλιά Luray Caverns και τους σταλακτίτες που συνδεδεμένοι με ηλεκτρικά σφυράκια έπαιζαν Handel και Haydn, ή στις πλαγιές του Blue Ridge για picnic.

Εγώ βέβαια πήγαινα στην Ορθόδοξη εκκλησία τις Κυριακές, ήταν νόμος της θείας, όπου μου έκανε αίσθηση η συνοχή της μικρής εκείνης ελληνικής παροικίας με τα βαφτίσια, τους γάμους, τις γιορτές και τα πανηγύρια, όλα κατά το ελληνικό πρότυπο αλλά στα αγγλικά, συχνά με ελληνική βουνίσια προφορά. Στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος είχα μεταξύ άλλων γνωρίσει και τον Sam, έναν επιτυχημένο τριανταπεντάρη εργολάβο και δεινό πότη. Οι γονείς του είχαν εστιατόριο, η αδελφή του Κλειώ παντρολογιόταν. Πλησίαζε Μεγάλη Εβδομάδα και όταν ανακοίνωσα ότι μετά το Πάσχα σκόπευα να γυρίσω στην πατρίδα, ο Sam μου πρότεινε μια πτήση μ’ ένα από τα δυο ιδιωτικά αεροπλανάκια που διέθετε. Δεν είχα πετάξει ως τότε κι επιπλέον ανησυχούσα για τη δεξιότητα ενός πιλότου που έπινε. Συμβουλεύτηκα τη Mary-Αnne. Δεν γνώριζε τον Sam, αλλά με ενθάρρυνε να το κάνω, θα ήταν ωραία η θέα της Charlottesville και της κομητείας Albemarl, Virginia  από ψηλά. «Να ’χεις ακόμα κάτι να θυμάσαι απ’ το χωριό μας…» χαμογέλασε, «Φρόντισε όμως να πετάξετε πρωί, πριν ο φίλος σου πάρει τα σκονάκια του».

Μεγάλο Σάββατο, ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό, φτάσαμε στο μικρό αεροδρόμιο της κομητείας κι ο Sam, ξενέρωτος απ’ τις χθεσινοβραδινές μπίρες, τράβηξε το κάλυμμα από μουσαμά ξεσκεπάζοντας ένα διθέσιο αεροπλανάκι. Δε θυμάμαι τη μάρκα του, φαινόταν σε καλή κατάσταση, μόνο που ήταν convertible, ανοιχτό από πάνω κι έπρεπε να φορέσουμε προστατευτικά γυαλιά, χοντρές ωτασπίδες κι εκείνους τους παλιομοδίτικους πέτσινους σκούφους των πιλότων στις αρχές του 20ού.  Ακόμα πιο παράξενο, η θέση του επιβάτη ήταν μπροστά – μπροστά, ενώ εκείνη του πιλότου πίσω.

“Don’t worry,” με καθησύχασε o Sam.

“Me, worry?” κι ας έτρεμα μέσα μου. Φαντάσου ένα Ferrari σε ράλι και σένα στη θέση του οδηγού, ενώ ο οδηγός με το τιμόνι, το γκάζι και τα φρένα να κάθεται πίσω. Μπήκαμε, προσδεθήκαμε κι ο Sam άναψε τη μηχανή. Χωρίς ράδιο-επικοινωνία με τον πύργο ελέγχου, πήραμε άδεια για απογείωση κι εντός λεπτών ένιωσα την πίεση του αέρα καταπρόσωπο καθώς το αεροπλανάκι κέρδιζε σταθερά ύψος. Θα πρέπει να είμαστε γύρω στα 100 μέτρα πάνω απ’ τον μοναδικό διάδρομο απογείωσης και προσγείωσης, και ήδη τον έβλεπα σε κάτοψη όπως και τις μικρές εγκαταστάσεις του αεροδρομίου με το όχημα της πυροσβεστικής. Έξω απ’ το συρματένιο περίφραγμα, πυκνό δάσος.

Κάτι δεν πήγαινε καλά. Αντί να συνεχίσει την ανύψωση έξω απ’ το αεροδρόμιο, ο Sam έφερε ένα γύρο από πάνω του και μετά άλλον ένα. Γύρισα κι εκείνος μου έδειξε με τον αντίχειρα το έδαφος. Του έγνεψα «ωραία», αλλά ο Sam συνέχισε τους κύκλους. Ξαναγύρισα να τον κοιτάξω μήπως ήθελε να μου πει κάτι άλλο. Έδειξε πάλι «κάτω», αυτή τη φορά πιο επίμονα. Δεν καταλάβαινα. «ΟΚ, Sam, so what?» Φωνή βοώντος. Και τότε, ενώ συνέχιζε τους κύκλους λίγο πολύ στην ίδια ακτίνα, ο πιλότος του πίσω καθίσματος άρχισε να κατεβάζει το αεροπλάνο, στοχεύοντας στον ασφαλτοστρωμένο διάδρομο για προσγείωση. Αυτή ήταν όλη κι όλη η πτήση που μου είχε υποσχεθεί πάνω απ’ τη Charlottesville; Αλλά μέχρι εκεί είχα χρόνο να σκεφτώ. Μέσα σε δευτερόλεπτα το αεροπλάνο, πάντα σε κυκλική τροχιά, προσπέρασε το διάδρομο κι αντί να προσγειωθεί έπεσε στο γειτονικό δάσος, σπάζοντας στα δέντρα τα φτερά του, και αναποδογύρισε, τα κεφάλια μας χιλιοστά από το έδαφος αλλά άθικτα, τα καύσιμά του γλου, γλου, γλου στα πεσμένα φύλα.

«Λύσου και τρέχα» μου φώναξε ο Sam.

Slam, bam, thank you Sam! Απομακρυνθήκαμε κι όταν πια πήραμε ανάσα, ακούσαμε τη σειρήνα του πυροσβεστικού οχήματος και κάποιον να μας φωνάζει, «Τι στέκεστε εκεί και κοιτάτε; Πηγαίνετε να βοηθήσετε αυτούς που έχουν παγιδευτεί στα συντρίμμια, θα γίνει ανάφλεξη»! Μας είχε νομίσει περαστικούς που χαζεύαμε το θέαμα. Δεν ξέρω πώς ακριβώς ένιωθε ο Sam, αλλά η πρόσκρουση στα δέντρα είχε γίνει τόσο αστραπιαία που δεν πρόλαβα να τρομάξω. Πάγωσα από τον τρόμο κατόπιν, όταν συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί κι ακόμα ζούσα. Το άλλο παράδοξο, το αεροπλάνο είχε γίνει συντρίμμια, αλλά τα καύσιμα του δεν έπιασαν φωτιά. Τύχη σκάνδαλο.

Το 1961, το Μεγάλο Σάββατο είχε συμπέσει με Πρωταπριλιά (αυτό τι σου λέει πάλι, Στρατή;). Εκείνο το βράδυ, στη λειτουργία της Ανάστασης στο ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, άναψα μεγάλο κερί και με ανανεωμένη ευλάβεια ευχαρίστησα τις επουράνιες δυνάμεις για την ευλογία και την παράταση ζωής που μου χορήγησαν, παρά τα αλόγιστα ρίσκα μου.

Μια εβδομάδα μετά το Πάσχα και τους αποχαιρετισμούς με συγγενείς και φίλους πήρα το λεωφορείο για τη Νέα Υόρκη. Πριν επιβιβαστώ στο Ολυμπία, σταμάτησα σ’ ένα δημόσιο τηλέφωνο του λιμανιού και πήρα τον αριθμό στο γραφείο της Mary-Anne για να αποχαιρετιστούμε ακόμα μια φορά. Είχα φροντίσει να έχω αρκετά κέρματα στην τσέπη μου και τα ξόδεψα όλα, ανανεώνοντας το χρόνο επικοινωνίας κάθε τόσο μέσω της υπαλλήλου του κέντρου, η οποία ανακοίνωνε τα λεπτά της ώρας που μου απέμεναν με κάθε κέρμα. Αφού έριξα και το τελευταίο μου, η υπάλληλος μας άφησε να μιλήσουμε άλλη μισή ώρα δωρεάν και παρενέβη μόνο για να μας ειδοποιήσει ότι σε δύο λεπτά θα έκλεινε τη γραμμή. Αναμφίβολα, είχε ακούσει τουλάχιστον ένα μέρος των «αποχαιρετισμών» μας και είχε συγκινηθεί.

Στο καράβι της επιστροφής, πράκτορες της Καραμανλικής Ασφάλειας ανακατεύονταν στις παρέες Ελλήνων και Ελληνοαμερικανών επιβατών, κάνοντας ευσυνείδητα τη δουλειά τους, πράγμα που συσχέτισα την επόμενη φορά που χρειάστηκε να ανανεώσω το διαβατήριο μου. Ύστερα από σχεδόν δυο χρόνια στη Νέα Υόρκη και τη Charlottesville, ψάχνοντας για δουλειά στην Αθήνα, δεν έβλεπα την ώρα να ξαναφύγω. Όχι όμως στην Αμερική.

Στο μεταξύ έκανα αίτηση για μια θέση σχεδιαστή στην πολεοδομική εταιρία του Δοξιάδη στην οδό Στρατιωτικού Συνδέσμου (όρος που στο ισπανικό πρωτότυπο σημαίνει Χούντα), αλλά είχα καλύτερη τύχη για την ίδια δουλειά στην τότε Αμερικανική αεροπορική βάση στο Ελληνικό. Την ίδια χρονιά γνωρίστηκα με την Κατερίνα Πλασσαρά που είχε εκδώσει το πρώτο της μυθιστόρημα στα δεκαπέντε της, καθώς και τους ποιητές Δημήτρη Δούκαρη, Τάσο Γαλάτη και Χρήστο Ρουμελιωτάκη. Στο πατάρι του Λουμίδη, στη Σταδίου, κάθε Τετάρτη βράδυ έκανα παρέα με τους ποιητές Λεωνίδα Ζενάκο, Νίκο Ζουμπουλάκη, Νίκο Καραχάλιο και Βασίλη Μπόνο, ένας μικρός κύκλος στην ευρύτερη περιφέρεια του οποίου ήταν παρόντες ο Νίκος Καρούζος, ο Δημήτρης Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Κατσαρός.

Το καλοκαίρι του ’61 πέταξε η Mary-Αnne στην Αθήνα για ένα δεκαπενθήμερο, αλλά το σπιτάκι που είχα χτίσει εκτός σχεδίου την προηγούμενη δεκαετία στην τότε έρημη Αργυρούπολη όπου έμενα με τη μητέρα μου, ήταν πολύ μικρό για τρεις. Συγγενείς στη Σόλωνος μας παραχώρησαν ένα δωμάτιο, απ’ όπου κάναμε εξορμήσεις για μπάνιο στη Βουλιαγμένη ή εκδρομές στα κοντινά νησιά και τις παραλίες της Αργολίδας. Στις 6 Αυγούστου, Επίδαυρος με τη Μαρία Κάλλας Μήδεια στην ομώνυμη όπερα του Μποκερίνι, μια ιστορική υπερπαραγωγή σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Πέρασαν οι μέρες, η Mary-Αnne χάρηκε το ελληνικό καλοκαίρι, μαύρισε, έβγαλε φακίδες και πήρε το αεροπλάνο της επιστροφής για τη Νέα Υόρκη. Η αλληλογραφία μας κράτησε μερικούς μήνες, αραίωσε και σιγά – σιγά σταμάτησε. Δυο χρόνια μετά βγήκε η πρώτη μου συλλογή, Η κυρία με την πυξίδα, όπου της είχα αφιερώσει ένα απ’ ποιήματα.

Τον επόμενο χρόνο δούλευα στο υδροηλεκτρικό φράγμα του Αχελώου και πήρα ακόμα ένα γράμμα, στο οποίο η Mary-Αnne με πληροφορούσε ότι σκόπευε σύντομα να παντρευτεί.

Έγιναν οι εκλογές της 29ης Οκτωβρίου, τη «βία και νοθεία» διαδέχτηκε ο «ανένδοτος», ακολούθησαν ταξίδια στη Γαλλία, τη Γερμανία, τις σκανδιναβικές χώρες, και μια νέα συλλογή ποιημάτων, Βερολίνο, για την οποία έγραψε ο Σινόπουλος στις Εποχές. Το αντικομουνιστικό μένος, η αστυνόμευση της πολιτείας, η νίκη της Ένωσης Κέντρου στις εκλογές του 1963 και 1964, και το βασιλικό πραξικόπημα θα κορύφωναν την πολιτική κρίση με τη δικτατορία των συνταγματαρχών.

Το φθινόπωρο του 1966 βρέθηκα σχεδιαστής στην εταιρία TAC (The Architects Collaborative), την οποία είχε ιδρύσει ο Walter Gropius του Bauhaus και Harvard. Στην ακμή της, η TAC είχε 200 αρχιτέκτονες στο Cambridge, Massachusetts και μερικούς ακόμα σ’ ένα παράρτημα της στην Αθήνα για τα μεγάλα έργα που είχε αναλάβει στο Ιράκ και τη Σαουδική Αραβία. Στα γραφεία της εταιρίας, στη γωνία Σταδίου και Πλατείας Συντάγματος, εργαζόμουν με την αρχιτέκτονα Gail Flynn, με την οποία παντρεύτηκα τον Ιούνιο του 1967 και την ακολούθησα στην Αμερική, αφού πρώτα κυκλοφόρησε η τρίτη συλλογή ποιημάτων μου, Η νύχτα του ξυλοπόδαρου, η οποία όπως μου έγραψε ο φίλος Λεωνίδας Ζενάκος, κατασχέθηκε την επόμενη εβδομάδα από τα τρία βιβλιοπωλεία που τη διέθεταν.

«Time passes», όπως γράφει ο Ε.Μ. Forster γεφυρώνοντας κενά χρονικά διαστήματα στο διήγημα τουThe Machine Stops.

Έτσι, αφού ο χρόνος περνάει, ή μένει στάσιμος και περνάμε εμείς, και αφού ξεπέρασα τον παρόντα χρόνο του 1961 και πέρασα στον παρόντα του 1980, έγινα από εικοσιπεντάρης στην Αθήνα σαρανταπεντάρης στο Cambridge, Massachusetts, στο Harvard. Η δωδεκαετής ως τότε υπηρεσία μου στο πανεπιστήμιο είχε ξεκινήσει στη μεγάλη βιβλιοθήκη έρευνας Widener από τη θέση “Book Receipts Clerk”, στις θέσεις “Orders and Receiptς Clerk”, “Receipts Specialist”, “Orders and Receipts Supervisor”, “Head of Gifts and Exchange Division”, και τέλος, από τον Αύγουστο του 1974, «Curator of the George Edward Woodberry Foundation – Poetry Room» και «Henry Weston Farnsworth Room».

Στο μεταξύ είχα αρχίσει να γράφω στα αγγλικά. Η συλλογή ποιημάτων μου, Crossing the River Twice, εκδόθηκε από το Cleveland State University Poetry Center το 1976 και το πρώτο μου μυθιστόρημα, When the Tree Sings, Simon & Schuster, 1979, όταν προσκλήθηκα στον Λευκό Οίκο για έναν χωρίς προηγούμενο εορτασμό της Αμερικανικής ποίησης, στις 3 Ιανουαρίου 1980.

Μπαίνοντας στον προθάλαμο, η φρακοφορεμένη υπάλληλος της υποδοχής καρφίτσωσε ένα άσπρο γαρίφαλο στο πέτο μου, όπως κατάλαβα για να ξεχωρίζουν οι ποιητές από μελετητές και κριτικούς της ποίησης που είχαν επίσης προσκληθεί. Προχωρώντας στην επόμενη αίθουσα, μια γυναικεία φιγούρα – για στάσου! Κι όταν γύρισε προς το μέρος μου, ποιά; η Mary-Anne. Η οποία δεν έδειξε την παραμικρή έκπληξη αναγνωρίζοντας με. «Α, Στράτη,» έκανε σαν να μην είχαν περάσει είκοσι χρόνια από τον τελευταίο αποχαιρετισμό μας στο αεροδρόμιο του Ελληνικού.

«Mary-Anne, κι εσύ εδώ;”

“Έλα να σε γνωρίσω στον άντρα μου», είπε και με τράβηξε απ’ το χέρι. Ο άντρας της ήταν ψηλός, λεπτός, μεγαλύτερος μου στα χρόνια, με ακουστικό βαρηκοΐας και γυαλιά με χοντρούς σκελετούς.

«This is Stratis Haviaras, dear”, με σύστησε η Mary-Anne.

«So we finally meet», εκείνος κι’ έσπευσε να αυτοσυστηθεί, σφίγγοντας μου το χέρι: «Hugh Kenner».

 

Hugh Kenner. Φυσικά! Πιάσαμε συζήτηση για θέματα κοινού ενδιαφέροντος πέρα από εκείνο για τη σύζυγο του, αλλά σύντομα έπρεπε να μπούμε στη ουρά να χαιρετίσουμε τον αποχωρούντα από την προεδρία Jimmy Carter στη μέση της μεγάλης αίθουσας τελετών, όπου εκείνος καλωσόριζε τους καλεσμένους του.

Ήταν λίγοι οι ποιητές που δεν γνώριζα προσωπικά και μόνο δυο μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση: o νεότερος, Michael Ryan, καθόταν προφανώς καταπονημένος σε μια άκρη κρατώντας με τα χέρια το κεφάλι του. Ο άλλος, ο James Dickey, ποιητής από τον Νότο, είχε γίνει διάσημος για το ποίημα που διάβασε στην ορκωμοσία του Carter. Τώρα τον έβλεπες να περιφέρεται ανάμεσα στους καλεσμένους, ψηλός, γεροδεμένος και με καουμπόικο καπέλο, όπως είχε εμφανιστεί στη θρυλική ταινία του John Boorman, Deliverance, για την οποία ο Dickey είχε γράψει το σενάριο.

Κάποια στιγμή χτύπησα στον ώμο τον Ryan να τον ρωτήσω γιατί τόση απελπισία; Η απάντηση του: «Σε δυο εβδομάδες ορκίζεται Πρόεδρος ο Reagan και θα κρατάτε τα κεφάλια στα χέρια σας και οι υπόλοιποι».

Time passes. Τον επόμενο χρόνο, την ημέρα των γενεθλίων μου έγινα πατέρας. Εννέα χρόνια μετά, η Ηλέκτρα μου κόλλησε τη μητέρα της κι εμένα στον τοίχο ανακρίνοντας μας:

«Πού είναι οι βέρες σας; Οι γαμήλιες φωτογραφίες; Το πιστοποιητικό γάμου; Και τι σας είμαι εγώ;»

Μούγγα οι μεγάλοι. Έπειτα μίλησε η μαμά: «Λάλη (υποκοριστικό), στη λαϊκή δημοκρατία του Cambridge, Massachusetts, αναγνωριζόμαστε σαν οικογένεια με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του νόμου. Never mind το πιστοποιητικό γάμου. Το πιστοποιητικό της γέννησής σου τα λέει όλα…»

«Ha, ha, right!» η Ηλέκτρα, και αφού μας έστειλε να κάνουμε τις υποχρεωτικές κατά νόμο εξετάσεις, μας έσυρε στο δημαρχείο και μας πάντρεψε, «για να αποκαταστήσετε και τυπικά», όπως δήλωσε, «τη νομιμότητα μου».

Όταν ήρθε ο δικός της καιρός, η Ηλέκτρα παντρεύτηκε στον ιερό ναό της γειτονιάς τον παιδικό της φίλο Jonathan Savilonis και τον Ιούλιο του 2014 γέννησε δυο κατάξανθα αμερικανάκια, ελληνο-σκοτσεζο-λιθουανικής καταβολής.

Κλείνουμε: Στα εξήντα πέντε μου, είπα «αρκετά». Συνολικά και στις δυο ηπείρους, είχα δουλέψει πάνω από πενήντα χρόνια οκτάωρα. Και ό,τι αποφάσιζα να βάλω ένα τέλος στο κεφάλαιο «Harvard», χτύπησε το τηλέφωνο και κάποιος «απ’ την άλλη άκρη του σύρματος», όπως έγραφαν παλιά, δικηγόρος απ’ ότι υπέθεσα, με πληροφόρησε ότι πελάτης του, «ο οποίος επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμος, προικοδοτεί στο Χάρβαρντ μια ετήσια διάλεξη ή ανάγνωση ποίησης, η οποία θα τιμά τη μακρά υπηρεσία σας στο πανεπιστήμιο και θα φέρει το όνομα σας. Θα είχατε ίσως κάποια αντίρρηση;»

Άλλο πάλι αυτό. Δεν ήταν ούτε φάρσα, ούτε πρωταπριλιά. Η 28η Ιουνίου, ημέρα γενεθλίων και λήξης της θητείας μου στο αρχαιότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Αμερικής, γιορτάστηκε με ένα μεγάλο γεύμα για φίλους και συνεργάτες, όπως ο ποιητής Seamus Heaney και η γυναίκα του, ο τότε κοσμήτορας Mike Shinagel, ο Hugh Kenner και η Mary-Anne, o Sterling Lord, ατζέντης μου και ατζέντης του Kenner στη Νέα Υόρκη, o Δημήτρης Χατζής, γλύπτης και διευθυντής της Σχολής Καλών Τεχνών, ο Robert Gardner, σκηνοθέτης και Διευθυντής του Κέντρου Κινηματογραφικών Σπουδών, και τέλος η πρώην γυναίκα μου Heather Cole και η Ηλέκτρα.

Ήταν το γεύμα όλων των γευμάτων και η Mary-Anne καθόταν δεξιά μου. Σε κάποιο σημείο άπλωσα το μπράτσο μου στη ράχη του καθίσματος της, αλλά πρόσεξα την άγρια ματιά του Kenner και το τράβηξα.

Όπως έλεγε η Άχνα, κι ακόμα δεν μπορώ να θυμηθώ αν το ρητό είναι δικό μου ή άλλου:

«Εκεί που αρχίζει μια ιστορία χίλιοι κόσμοι γεννιούνται,

εκεί που τελειώνει μια ιστορία χίλιες άλλες αρχίζουν».

Να λοιπόν άλλη μια από τις χίλιες: Όταν δούλευα νυχτερινή βάρδια στην κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος του Αχελώου (1963), έβγαλα και την πρώτη συλλογή ποιημάτων μου, Η κυρία με την πυξίδα. Ένα πρωί, ο συντεχνίτης μου Θοδωρής Σακκάς βρήκε στο Τζιπ που χρησιμοποιούσαμε κι οι δυο, ένα χειρόγραφο ποίημα μου και από τότε με φώναζε ειρωνικά “Longfellow”.

O αμερικανός ποιητής Henry Wadsworth Longfellow, ήταν γνωστός και στην Ελλάδα από το επικό ποίημα του The Song of Hiawatha, μια απλοϊκή εκδοχή του οποίου είχα διαβάσει μικρός στα Κλασικά Εικονογραφημένα. Πέντε χρόνια μετά τον Αχελώο, ήμουν υπάλληλος στη μεγάλη βιβλιοθήκη ερεύνης Widener του Πανεπιστημίου Harvard. Εκεί, από τα πρώτα αξιοθέατα που φρόντισα να επισκεφτώ, ήταν ένα μεγάλο αρχοντικό στην οδό Brattle 105, γνωστό ως The Longfellow House. Το γεωργιανής αρχιτεκτονικής κτίριο, είχε μόλις γίνει εν μέρει μουσείο, αλλά δεν είχε ακόμη περιέλθει στην εθνική πολιτισμική κληρονομιά των ΗΠΑ.

Το 1775, εξήντα οκτώ χρόνια πριν το αρχοντικό στην οδό Brattle περιέλθει στην κυριότητα του Longfellow, είχε κάνει κατάληψη και εγκαταστήσει εκεί το αρχηγείο του ο στρατηγός των επαναστατικών δυνάμεων εναντίων των Βρετανών στη διάρκεια της πολιορκίας της Βοστώνης. Στην πρώτη μου επίσκεψη (1971), στο τμήμα του αρχοντικού που λειτουργούσε ανεπίσημα ως μουσείο, δεν ήταν δυνατό να μην προσέξει κανείς τη μικρή επιγραφή στο διπλό κρεβάτι του δευτέρου ορόφου: «George Washington slept here».

 

Η επόμενη επίσκεψη μου έγινε με αφορμή την πρόσκληση σε ένα Κυριακάτικο γεύμα από την Michelle DuPond, απόγονο και μία εκ των κληρονόμων των Longfellow, φοιτήτρια τότε στο Harvard. Η πρόσκληση ήρθε μέσω μιας κοινής φίλης, της Τζιν, η οποία μάθαινε ελληνικά και άκουγε κάθε Κυριακή πρωί, στο WILD Radio Boston, τις πύρινες αντιχουντικές εκφωνήσεις μου στο πρόγραμμα «The Voice of Greece”. Που τελικά φίμωσαν, μέσω του Federal Communications Commission, «twenty Greek-American businessmen”, πίσω απ’ τους οποίους, ο Τομ Πάππας.

 

Έχοντας καλή αίσθηση κλίμακας, η Michelle είχε στήσει στο ισόγειο του αρχοντικού ένα μικρό αλλά πλήρως εξοπλισμένο αντίσκηνο για μελέτη και ύπνο, το λεπτό φουτόν της στρωμένο κατευθείαν στο πάτωμα. Ήταν μια χαριτωμένη εικοσάρα με κουρεμένα κοντά μαλλιά, λευκό ανδρικό πουκάμισο, τζιν, και ήθελε τη γνώμη μου για ένα δοκίμιο μου έγραφε τότε, συνδυάζοντας ποίηση με εικαστικό υλικό. Τα “mixed media” ήταν κάπως της μόδας στις αρχές της δεκαετίας του 1970, αλλά όποτε έβλεπα κάποια ολοκληρωμένη σύνθεση, θυμόμουν τον γνωστό στίχο του Καρούζου, “σφάξε τη μια ομορφιά να πιεί το αίμα η άλλη”.

Στο τραπέζι της κουζίνας η Michelle και ο φίλος της (μου διαφεύγει το όνομα), η Τζιν κι εγώ γευτήκαμε τα εδέσματα από το κοντινό “Café Algiers”, και θα ήπιαμε τουλάχιστον δυο μπουκάλια κρασί κάνοντας ζωηρή συζήτηση για το φαινόμενο της αντικουλτούρας και πού θα μας πήγαινε στον τρόπο ζωής και στις τέχνες. Απ’ ό,τι συγκράτησε η έρημη μνήμη, ούτε μια λέξη περί mixed media, αφού σε κάποιο σημείο η νεαρή οικοδέσποινα μας ζήτησε συγνώμη και παραπατώντας αποσύρθηκε με τον φίλο της στο αντίσκηνο, νεύοντας σ’ εμάς, “επάνω”, στον δεύτερο όροφο.

Και ήταν ένας γλυκός μεσημεριάτικος υπνάκος σε πεντακάθαρα σεντόνια στο αρχαίο κρεβάτι με τη μικρή επιγραφή, το περιεχόμενο της οποίας μπήκα στον πειρασμό να αλλάξω, αλλά δεν τόλμησα. Πάνω από την κεφαλή του κρεβατιού, απ’ όλα τα παράξενα του κόσμου υπήρχε, μια προσωπογραφία, όχι της Martha Washington, ή της Frances’s Appleton, δεύτερης γυναίκας του Longfellow, αλλά της φόνισσας του Jean Paul Marat, Charlotte Corday.

Τέλος, my dear and esteemed ladies, ουκ εστι.

 

 

Προηγούμενο άρθροΔημήτρης Μακρής:«Να ψαρεύουμε στο μεγάλο πέλαγος του ωραίου»
Επόμενο άρθροΑνασκευάζοντας τη λογοτεχνική συγγραφή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ