«Στου άσπρου και του μαύρου τις διαβαθμίσεις» (του Γιάννη Στρούμπα)

0
110

 

του Γιάννη Στρούμπα

 

 

Καταδυόμενος στο παρελθόν της παιδικής του ηλικίας και του γενέθλιου τόπου του, δηλαδή της Δεσφίνας Φωκίδας, ο Γιώργος Θεοχάρης συγκεντρώνει αναμνήσεις, ιστορίες, βιώματα, δημοσιεύματα, εικόνες, και τα παντρεύει στον τόμο Δίφορη μνήμη. Ποίηση, ιστορία, αυτοβιογραφία, συλλογικό βίωμα, μαρτυρία συμπλέκονται στο έργο του Θεοχάρη, το οποίο ο συγγραφέας αποφεύγει συνειδητά να κατατάξει ειδολογικά. Η στόχευση για τη σύνθεση ενός υβριδικού έργου διαφαίνεται τόσο στο οπισθόφυλλο, όπου σημειώνεται ότι «ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης δεν μιλά μόνο για τον μικρόκοσμο της Δεσφίνας», παρά και «δίνει ένα συναξάρι με τους βίους απλών ανθρώπων, που παρόμοιους θα βρούμε σε όλη την ελληνική ύπαιθρο», σε μια εμφαντική κατάδειξη της διάθεσης ώστε η Δίφορη μνήμη να αποκολληθεί από το περιστασιακό και να αρθεί στο διαχρονικό· αποτυπώνεται όμως και στη σταθερή επιλογή του συγγραφέα να αναδεικνύει στις πραγματεύσεις του την ποιητική υπόσταση της μνήμης, ακόμη κι αν η αφορμή της είναι μια φαινομενικά δημοσιογραφική αναφορά.

Το βίωμα, λοιπόν, στον Θεοχάρη δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά αφορμή. Ο συγγραφέας δεν αποσκοπεί απλώς στο ανασκάλεμα προσωπικών στοιχείων που αφορούν τους κατοίκους της γενέτειράς του, ώστε να ανασυστήσει το ληξιαρχείο της· αλλά διά των στοιχείων αυτών σκιαγραφεί το προφίλ μιας κοινωνίας και μιας εποχής. Γι’ αυτό και οι βιωματικές ιστορίες των ηρώων διασταυρώνονται μεταξύ τους, με τη θέασή τους από τη διαφορετική οπτική γωνία του κάθε πρωταγωνιστή, ώστε να αναδειχτούν ήθη και ψυχοπνευματικές λειτουργίες. Οι ίδιες λειτουργίες αξιοποιούν το πρωτογενές τους βιωματικό υλικό, επιζητώντας την αυθεντικότητα. Εδώ ο συγγραφέας επιστρατεύει ό,τι πειστικότερο, δηλαδή τις οικογενειακές συνθήκες, γεγονός που επισύρει και την αντίδραση της μητέρας του: «Δεν αφήνεις και τίποτα κρυφό, τα βγάζεις όλα στη φόρα στα ποί’ματα!». Βέβαια, η αγάπη με την οποία περιβάλλει ο Θεοχάρης τον τόπο και τους ανθρώπους του δεν επιτρέπει την ολοκληρωτική θυσία του προσωπικού στο καθολικό. Είναι και οι ίδιοι οι άνθρωποι ένας κόσμος προσωποποιημένος, όχι απρόσωπος και αδιάφορος. Όλοι μαζί, ωστόσο, συνθέτουν το γενικό κάδρο. Κι ο πίνακας στην ολότητά του είναι αυθεντικός, γιατί συγκολλά αναμνήσεις· ακόμη, χιουμοριστικά περιστατικά, όπως η φάρσα στο καφενείο του χωριού για το καθάρσιο από την Αγγλία, το προοριζόμενο τάχα για τον πενόμενο ελληνικό λαό· διαπιστώσεις λαϊκής αγνότητας, όπως της γριάς Δεσφινιώτισσας στην Αθήνα, η οποία ανακαλεί το παντοπωλείο του τόπου της που τα είχε όλα συγκριτικά με τα αθηναϊκά εξειδικευμένα καταστήματα· σοφίσματα παιδικής κατεργαριάς, όπως την επίκληση στον άρρωστο πατέρα, ώστε να επιτευχθεί η δωρεάν είσοδος στον κινηματογράφο· τρυφερές βουτιές στο απαγορευμένο, όπως οι ακατέργαστες στο λάδι του ελαιοτριβείου ή στο ξύγκι του σφαγείου, χωρίς να τις αποτρέπουν οι λίγδες με τις οποίες φορτώνονταν τα ρούχα.

Οι αναδιφήσεις του Θεοχάρη αναζωπυρώνουν μια μνήμη δίφορη, μια μνήμη δισυπόστατη, διπλής λειτουργίας, η οποία εδράζεται σε χαρές αλλά και σε λύπες, σε ανατάσεις αλλά και σε καταπτώσεις, κι ακόμη περισσότερο σε καταστάσεις που εμπεριέχουν αμφότερα τα αντιθετικά σκέλη. «Αναφέρομαι ακόμη στα πικρά ακούσματα των τραγουδιών κατά τη γαμήλια διαδικασία, όταν, για παράδειγμα, οι συγγενείς της νύφης, παίρνοντάς την από το σπίτι για τη στέψη, τραγουδούσαν σπαραχτικά τραγούδια, λες και κήδευαν άνθρωπο». Η κατεξοχήν χαρμόσυνη τελετή, ο γάμος, σφραγίζεται κι από τραγούδια πικρά, σπαραχτικά, σαν μοιρολόγια. Κι η ερμηνεία για τούτο προκύπτει σε άλλη περίσταση από τη λαϊκή θυμοσοφία: «Και πίσω από το β’νάκ’ [σ.σ.: βουνάκι] ξενιτειά είν’, παιδάκι μ’, και μέσα στον γάμο ξενιτειά είν’…». Ο γάμος-ξενιτειά απροσδόκητα επιβεβαιώνει τη συνύπαρξη των αντιθέτων. Έτσι, η δίφορη μνήμη συναντά τόσο την ανάταση από τα χαρίσματα των συγχωριανών, που συμβάλλουν συλλογικά στην οικοδόμηση του σπιτιού, όσο και την καταβαράθρωση από τις ωμότητες του εμφυλίου ή τις καταδικαστικές προκαταλήψεις, που αντικρίζουν στα γυαλιά μυωπίας της κόρης τον κοινωνικό στιγματισμό και την περιθωριοποίηση.

Στη δίφορη μνήμη του Θεοχάρη αναβλύζουν, μέσα από τις αντιθέσεις της, η γνησιότητα και το βάθος. Το δεκαπεντασύλλαβο ερώτημα «Τσουλάει, πατέρα, η ζωή μονάχα με μπιρίμπα;» είναι ρητορικό, και σχολιάζει τη ρηχότητα πίσω από «εξευγενισμένες» εκδηλώσεις, οι οποίες όμως είναι συνάμα άχρωμες, άοσμες, άγευστες. Ο άνθρωπος που αυτοκτονεί δεν ομολογεί την αποστροφή του απέναντι στη ζωή, αλλά την απογοήτευσή του ακριβώς επειδή δεν βρίσκει μια ζωή με νόημα: «Πήδησε εκείνη στο κενό, γυμνή ομολογία της δίψας της να ζήσει». Και, βέβαια, η απροκάλυπτα ποιητική κατάληξη της ενότητας «Πατρίδος. Καταβοή και συγκατάβασις», που σχολιάζει το αναπότρεπτο, το προδιαγεγραμμένο, σαν τραγική μοίρα κάθε ανυπεράσπιστου ανθρώπου-θύματος, καταδεικνύει ως ανύπαρκτη την απόσταση ανάμεσα στον θύτη και το θύμα και, γενικότερα, ως φαινομενική την αντίθεσή τους: «Θυμάμαι το θύμα και τον θύτη./ Τον θύτη ως θύμα,/ και το θύμα ως θύτη,/ θυμάμαι./ Τη μαύρη μοίρα/ των Λαβδακιδών του χωριού μου,/ θυμάμαι».

Αλλά και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά που αποδίδει ο Θεοχάρης στη δίφορη μνήμη αναδεικνύουν την ποιητική της υπόσταση. Η «συνειδητοποίηση της επίγειας περατότητός μας» συντελείται μέσω ενός συνειρμού, ο οποίος οδηγεί από τον ψαλμό «Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει» στην εικόνα του άνθους της πικραλίδας, του «κλέφτη», που διαλύεται μ’ ένα έστω απαλό φύσημα. Η ανάμνηση των αναπηριών σε παιδιά, λόγω γάμων μεταξύ πρώτων ξαδερφιών, αποκτά δύναμη επειδή παρατίθεται ασχολίαστη, μακριά από «αναμάρτητες» ηθικολογίες. Στέκει όμως μάρτυρας μιας εποχής και ανθρώπων δίχως γνώση και παιδεία, κι ίσως γι’ αυτό τραγικών μέσα στο πείσμα και στην επιμονή τους. Οι προλήψεις του παππού ενισχύουν την ανάγλυφη χάραξη της εντυπωμένης μνήμης, όταν εκείνος «νιώθει» ότι ανακουφίζεται από τον πονοκέφαλο με το αίμα που του αφαιρούν από την κορφή του κεφαλιού του, το οποίο όμως δεν είναι παρά το ξεγέλασμα μιας κόκκινης μπογιάς. Ο πρωτογονισμός του παππού συναντά και την πρωτόγονη απόδοση δικαιοσύνης, εκδικητικής, ωμής, κυνικής και, σαν αντίδρασης, εξίσου σκληρής με τη δράση: «Καθίστε κλεισμένες, άτιμες, μέχρι να βγάλει το μ’νί σας δόντια». Δεν θα μπορούσε να απουσιάζει δε από την ποιητική μνήμη η λυρική της πτυχή: «ο μέγας πλάτανος έριχνε φύλλα θλίψεως»· και «Τώρα όλο το μεγαλείο του παρελθόντος κείται σε σωρούς πλίνθων και κεράμων. Απέραντες στιβάδες δομικών υλικών μνήμης».

Η προσεκτική απόσταση του Θεοχάρη από το ηθικολογικό σχόλιο αποδίδει την κεντρικότερη ίσως αντιμετώπιση στο βιβλίο του της μνήμης ως φωτογραφικής διεργασίας. Με τον πολύσημο τίτλο «Αρνητικά προς εμφάνιση», ο Θεοχάρης συνθέτει μια ενότητα, της οποίας οι υποενότητες φέρουν ως τίτλους τους τα ονόματα μοντέλων φωτογραφικών μηχανών. Η επιδίωξη του φωτογραφικού στιγμιότυπου από τον συγγραφέα ίσως επικυρώνει τη διάθεση μιας ρεαλιστικής απεικόνισης, δίχως εξωραϊσμούς. Οι τίτλοι με τα μοντέλα των φωτογραφικών μηχανών, ωστόσο, προκαλούν συνάμα τον αναγνώστη να διερωτηθεί εάν υπάρχει κάποια νοηματική σχέση ανάμεσα σ’ αυτούς και στα κείμενα που τους συνοδεύουν. Θα μπορούσε στο μοντέλο «Leica Null-Serie» το «null» να παραπέμπει στο λατινικό «nullus» και να υποδηλώνει τον πευκώνα που δεν υπάρχει, καθώς δεν έχει ακόμα φυτευτεί; Θα μπορούσε στo «Exacta VX» να συνδέεται το «exacta» με το ακριβές αντίτιμο του ηλεκτρικού, με βάση την κατανάλωση του ρεύματος, για το οποίο γίνεται λόγος στο κείμενο; Θα μπορούσε το «Leica Monochrom» να υποδηλώνει το μοναδικό γαϊδούρι για πούλημα στο πανηγύρι, που δεν ήταν στεφανωμένο με κλαδιά ακακίας, παραμένοντας «μονόχρωμο»; Θα μπορούσε το «Zenith ME-Helios 40-2» να συνδέεται με το απόλυτο ζενίθ μιας στάσης ανάτασης, μιας στιγμής ολοφώτεινης όπως ο ήλιος («Helios»!), δηλαδή της συμμετοχής όλων των συγχωριανών στην οικοδόμηση του νέου σπιτιού; Ίσως μια σχετική προέκταση να μην υπήρχε στις προθέσεις του συγγραφέα, η προοπτική της, ωστόσο, είναι γοητευτική.

Στην αναμέτρησή του, βέβαια, με το κλικ της μηχανής, ο Θεοχάρης κάποτε διαπιστώνει: «Κι αχ, τι κρίμα! Το φιλμ μιας ολόκληρης ασπρόμαυρης εποχής, πώς πήρε φως!…». Τότε η πραγμάτευσή του μετατρέπεται σε μνημόσυνο μιας εποχής που παρήλθε ανεπιστρεπτί, που χάθηκε εγκαταλείποντας μεν πίσω της τις αφέλειές της, αλλά συνάμα και παιδικές αναμνήσεις ποτισμένες από την πλήρωση της οικογενειακής αγάπης και κάθε ανεπαίσθητου καλού, το οποίο, μέσα στο κλίμα της γενικότερης ένδειας, άντρωσε τα παιδιά της εποχής. Γι’ αυτό και η δίφορη μνήμη του συγγραφέα, με το θετικό και το αρνητικό της φορτίο ταυτόχρονα, είναι η πολυτιμότερη («Foto Lux») παρακαταθήκη. Κι ίσως το επιλογικό ποίημα του Θεοχάρη στον τόμο να φωτογραφίζει με τον καλύτερο τρόπο όλο του το βιβλίο:

 

«[…] Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στη θύμηση.

Χαράσσοντας το negative της ύπαρξης,

το άσπρο και το μαύρο της ζωής μας.

Εκεί λοιπόν επιβιώνει η αλήθεια της ζωής.

Στου άσπρου και του μαύρου τις διαβαθμίσεις.

 

Σ’ εκείνες τις μικρές ασπρόμαυρες φωτογραφίες θα υπάρξουμε.

Ίσως γιατί τα κατσαρά δοντάκια τους στο περιθώριο

έχουν τη δύναμη να ροκανίζουν τη φθορά.»

 

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Δίφορη μνήμη, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2021, σελ. 184.

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΗ κακοποίηση, το τραύμα, η ελπίδα (της Ελένης Γεωργοστάθη)
Επόμενο άρθροΌταν οι «αθάνατοι» ζητάνε τα ρέστα από τους… θνητούς (του Σπύρου Κακουριώτη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ