Στον κόσμο του Κοσμά Πολίτη (της Ελένης Γούλα)

0
162

της Ελένης Γούλα (*)

 

 

Τέλος πάντων, κάτι πρέπει ν’ αγαπάει κανείς σ’ αυτό τον κόσμο.

                                      Μπορείς να ζήσεις δίχως να σ’ αγαπάνε, μα όχι δίχως ν’ αγαπάς.

                                        Κοσμάς Πολίτης, (Στου Χατζηφράγκου. Ύψιλον, 1990, σελ 179)

 

Ντρέπομαι που το λέω, αλλά το έργο του Κοσμά Πολίτη μου ήταν σχεδόν άγνωστο. Δεν με τραβούσε ο λυρικός του τρόπος, κι αυτές οι άπειρες περιγραφές με το πλήθος των λεπτομερειών και μαζί ένας τόνος μελαγχολίας με έπιανε θαρρείς από το λαιμό. Δε γινόταν λυγμός, να εκφραστεί και να περάσει, να λάμψει ο ήλιος. Σαν πίκρα κατακαθόταν και βάραινε την ξεγνοιασιά της νιότης μου.

Τις μέρες ωστόσο του εγκλεισμού και της αναγκαστικής καραντίνας, αναδιαρθρώνοντας τη βιβλιοθήκη, έπεσα πάνω στην Eroika. Δεν θυμόμουν καθόλου το βιβλίο, παρόλο που θεωρείται από τα εμβληματικά ελληνικά μυθιστορήματα ενηλικίωσης (Bildungsroman). Υπακούοντας σε μια επιταγή καθήκοντος, όπως μου φάνηκε, ξεπερνώντας την ανυπομονησία μου να διαβάσω τελευταίες παραγωγές, που περιμένουν στα ράφια και στα κομοδίνα και παντού, μπήκα με κάποια αμηχανία στον κόσμο του Κοσμά Πολίτη.

Οδηγός μου έγινε από την αρχή ο έφηβος Παρασκευάς. Αυτός ανέλαβε να με γνωρίσει πρώτα με την παρέα των συμμαθητών του, ύστερα με την πόλη του και μετά με όλα τα άλλα. Ανάσες, παλμοί, ήχοι, χρώματα, μαγεία.

Οι φίλοι του Παρασκευά μεγαλώνουν σε μια πόλη χωρίς ονοματικό προσδιορισμό με βίλες, αγορά, θάλασσα, δάσος από πεύκα, βάρκες, καΐκια, υπηρέτριες, ράφτες και πανηγύρια σε διπλανά χωριά. Οι περισσότεροι φοιτούν στο Ελληνικό γυμνάσιο, άλλοι στο Αμερικάνικο κολλέγιο, ενώ υπάρχει και το σχολειό των Φρέρηδων, που κοροϊδεύουν. Είναι γιοι καλών οικογενειών, αλητεύουν όλη μέρα και κάνουν σκανταλιές με αρχηγό τον Λοΐζο. Σε μια τέτοια «επιχείρηση πυροσβεστικής», σκαρφαλώνουν στο παλιό σπίτι του πρόξενου και γνωρίζουν τη μικρή του κόρη τη Μόνικα, που γίνεται μοιραία γυναίκα για την παρέα. Ερωτεύεται αδιέξοδα τον Λοΐζο, ενώ την ερωτεύεται ο Αλέκος, που στο τέλος την κάνει δική του, απελπισμένα. Ο Παρασκευάς παρακολουθεί, περιγράφει και αφηγείται τα γεγονότα ύστερα από χρόνια, κάνοντας κάπου-κάπου πρόδρομες αναφορές.

Στοιχεία ονειρικά, σπέρνει το μυθιστόρημα καθώς ο αφηγητής επιμένει στον καιρό, στο πέρασμα από τον Χειμώνα στην Άνοιξη και σε ένα κεφάλαιο περιγράφει τον κρυφό κήπο των κοριτσιών, όπου ξυπνάει μια μέρα ο Παρασκευάς. Πίσω από την αφήγηση ωστόσο, μπορούμε να διακρίνουμε τους υπαινιγμούς για την ηρωική ηλικία της εφηβείας, όπως υποδηλώνει άλλωστε και ο τίτλος, δανεισμένος από την 3η συμφωνία του Μπετόβεν, την Ηρωική (Sinfonia Eroica). Τον αγώνα της ενηλικίωσης υπαινίσσονται επίσης και οι αναφορές στον πρώτο μεγάλο γνωστό πόλεμο της ιστορίας, τον Τρωικό Πόλεμο. Στον ρόλο της Ελένης η Μόνικα, του Πάτροκλου ο Αντρέας και του Αχιλλέα, ο Λοΐζος. Γι αυτό και όταν πεθαίνει ο Αντρέας, ο Λοΐζος, οργανώνει αγώνες προς τιμήν του, όπως στην Ιλιάδα ο Αχιλλέας προς τιμήν του νεκρού Πάτροκλου. Ο συγγραφέας, μέσα από την αφήγηση του ενήλικου πια Παρασκευά δεν σχολιάζει ούτε εξηγεί, μόνο αφήνει να εννοηθεί το βάθος, έτσι ώστε να συμπεράνει ο αναγνώστης τις αιτίες πίσω από τις συμπεριφορές και τα γεγονότα που παρατίθενται.

Όσο γνώριζα τους ήρωες της Eroika, τόσο έβρισκα και τις αρετές του έργου. Τελειώνοντας, ένιωσα την ανάγκη να συνδέσω τα πρόσωπα με τον δημιουργό τους και να ανακαλύψω, πιθανολογώντας και ενστικτωδώς, τη δύναμη που τα έπλασε έτσι αληθινά.

Πρέπει να ομολογήσω ότι ένιωσα ένα σφίξιμο, όταν κατάλαβα ότι το πραγματικό όνομα του συγγραφέα ήταν Παρασκευάς, Πάρις για τους δικούς του, Ταβελούδης, όπως και του αφηγητή της Ερόικας. Ότι φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και μετά στο Αμερικάνικο κολέγιο, το οποίο παράτησε χωρίς να το τελειώσει, όπως και ο Λοΐζος. Ότι είχε έναν αυταρχικό πατέρα, η μητέρα του πέθανε όταν ήταν 12 χρόνων και του άρεσε να αλητεύει, όπως ο Λοΐζος, του οποίου στο έργο, ο πατέρας είναι απών, τον φροντίζει η γαλλίδα δασκάλα του (γαλλίδα δασκάλα είχε και ο συγγραφέας) και η μητέρα του τον έχει εγκαταλείψει.

Όμως και ο Αλέκος, και ο Παρασκευάς, ακόμη και το μαμόθρεφτο ο Πιέρ, που φοιτά στους Φρέρηδες, είναι φτιαγμένοι από στοιχεία του ίδιου Παρασκευά Ταβελούδη. Αλλά και η ματιά, η οπτική, είναι των αλητόπαιδων, που έχουν ευγενική καταγωγή και φοιτούν σε καλά σχολεία, όπως κι εκείνος.

Ο συγγραφέας βγάζει τη γλώσσα στο «καθώς πρέπει» και στην υποκρισία που τη βλέπει στους θεσμούς και τους δασκάλους. Δεν μηδενίζει όμως. Αντιλαμβάνεται και αποδέχεται το μυστήριο που υπηρετεί η εκκλησία, αλλά και τις περιπέτειες των μεγάλων μέσα από τους οποίους ξεχωρίζει τους αληθινούς χαρακτήρες.

Γεμάτος φλόγα είναι ο άντρας που φτιάχνει αυτούς τους χαρακτήρες με υλικά της πραγματικής ζωής και ο οποίος δημοσιεύει το πρώτο του μυθιστόρημα, το Λεμονόδασος σε ηλικία 42 χρόνων (1931). Δανδής και κοσμοπολίτης ταράζει την ηθογραφική πεζογραφία του μεσοπολέμου και απλώνει την αύρα του μοντέρνου, ανασαίνοντας ζωή και πόνο. Δεν υποκρίνεται, όπως γίνεται φανερό στον αναγνώστη, δεν κυνηγάει τη δόξα και το χρήμα. Κάτι πιο δυνατό μέσα του τον σπρώχνει, αυτό που δεν ησυχάζει με υλικά αγαθά και κοσμικές κατακτήσεις. Είχε παρατήσει το σχολείο στα 16, δεν πήγε σε πανεπιστήμιο, παντρεύτηκε χωρίς τη θέληση του πατέρα του, ανήσυχος γυναικοκατακτητής, εγκατέλειψε την οικογένειά του, αργότερα όμως επέστρεψε σ’ αυτή, συγκλονισμένος από τον θάνατο της κόρης του, για τον οποίο θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο, απολύθηκε από την τράπεζα, όπου ήταν διευθυντής, προσχώρησε στο ΚΚΕ και διώχθηκε για τις ιδέες του. Σε όλη του τη ζωή, χωρίς να κάνει εκπτώσεις. Έτσι γράφουν οι βιογραφίες και έτσι συμπεραίνει κανείς προσεγγίζοντας τις πηγές και το έργο.

Ο συγγραφέας ζει την ιστορία που γράφει, δεν την κατασκευάζει με υλικά μόνο της τέχνης του, ενώ οι λεπτομέρειες και οι υπαινιγμοί του, ανυψώνουν τον αναγνώστη από τα πολλά πρόχειρα, φτηνά και εφήμερα. Τον υποψιάζουν για τις ομορφιές της αφήγησης, που μπορεί να σκάβει και να φωτίζει.

Με αυτές τις διαπιστώσεις, όπως ήταν επόμενο, προχώρησα στο άλλο εμβληματικό βιβλίο του Κοσμά Πολίτη, Στου Χατζηφράγκου. Γρήγορα αντιλήφθηκα ότι διαβάζω σπουδαία λογοτεχνία. Αν και το μυθιστόρημα γράφτηκε το 1962, παραμένει σύγχρονο με μοντέρνα δομή. Η όποια αποσπασματικότητα, ισορροπεί από την εσωτερική συνοχή, ενώ οι πολλές περιγραφές και οι άπειρες λεπτομέρειες είναι απαραίτητες για να στηθεί το σκηνικό, να κινηθούν οι ήρωες και να αρχίσουν να ανασαίνουν με λέξεις στο  χαρτί. Παντού στο έργο είναι εμφανής η λεπτή ειρωνεία του αφηγητή για τα ανθρώπινα και οι οξυδερκείς σχολιασμοί, ενσωματωμένοι στη ροή της αφήγησης. Ο συγγραφέας δεν το παίζει έξυπνος. Η στόχευση στο μικρό και καθημερινό, έτσι ώστε να αποκαλυφθεί το μεγάλο χωρίς ρηχότητα και βερμπαλισμούς, χαρακτηριστικό του μοντέρνου μυθιστορήματος, επιλέγεται εδώ συνειδητά από τον συγγραφέα, όπως διευκρινίζει άλλωστε και ο ίδιος, υπονομεύοντας ειρωνικά την παραδοσιακή μεγαλοστομία της λογοτεχνίας:

Η αφήγηση τραβάει στο τέλος της. Αλήθεια, κρίμας, εδώ μέσα δεν περίσσεψε χώρος για όσια και ιερά, για τάφους και για κλέη των προγόνων, για ένδοξα πεδία μάχης – ή για κίονες ιωνικούς, παλαίστρες και αμφιθέατρα, για βυζαντινές εικόνες αμύθητης αξίας, για κώδικες, χρυσόβουλα και αρτοφόρια και αδαμαντοκόλλητες μίτρες και πατερίτσες. Δεν απόμεινε θέση για όλα αυτά: φαίνεται πως από τότες κιόλας, πριν εξήντα χρόνια, οι καθημερινοί άνθρωποι, με τις καθημερινές έγνοιες και τις μικροχαρές τους, με τις αντιλήψεις τους, ακόμα και με τα παραστρατήματα και με τ’ ανόητα καμώματά τους, είχαν αρχίσει, από τη δύναμη και μόνο των πραγμάτων, να διεκδικούνε την πρώτη θέση και να παραμερίζουν τις παραδεγμένες συμβατικές αξίες μέσα στη μνήμη που ιστορεί. Και μάλιστα, σαν άνθρωποι ανεπιτήδευτοι, αφήνουν να βγαίνει ελεύθερο το δραματικό στοιχείο, αρτυσμένο και με κάποια ειρωνεία, δίχως να το κωμικοποιούν οι καθιερωμένες μεγαλορρημοσύνες. Φυσικά, υπάρχουν και θεατές, ας πούμε, που δεν καταλαβαίνουν τίποτα, αν δεν συνοδεύεται από φουσκωμένα λόγια. (σελ. 233-4)

Στο βιβλίο πρωταγωνιστής είναι η Σμύρνη, η πατρίδα του συγγραφέα, που έχει πια καταστραφεί. Άλλωστε η έκδοση συμπίπτει με τα σαράντα χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή και μοιάζει με μνημόσυνο. Δεν περιγράφεται όμως η πτώση ούτε η καταστροφή της αγαπημένης πόλης, αλλά η ακμή της, με κέντρο μια γειτονιά με έλληνες στου Χατζηφράγκου. Κι έτσι, ενώ στην Ερόικα, το σκηνικό αποτελεί σύνθεση στοιχείων από υπαρκτές πόλεις (κυρίως, όπως λένε οι μελετητές, της Σμύρνης και της Πάτρας, όπου έζησε ο συγγραφέας), Στου Χατζηφράγκου, ο Πολίτης χρησιμοποιεί, ακόμη και στον τίτλο, πραγματικές τοποθεσίες και περιστατικά. Ο σκοπός εδώ δεν είναι να δοξαστεί μια ηρωική ηλικία, όπως στην Ερόικα η εφηβεία, αλλά μια πόλη, που όπως και η παρέα των εφήβων της Ερόικας, υπάρχει στη μνήμη. Και αυτή τη μνήμη ανασταίνει ο συγγραφέας με ευθύτητα και τιμιότητα. Επιλέγει τη Σμύρνη των παιδικών του χρόνων, που είναι η Σμύρνη της ακμής, αφού αυτήν γνώρισε. Σ’ αυτήν έζησε, πήγε σχολείο, δούλεψε, παντρεύτηκε. Έφυγε λίγες μέρες πριν την καταστροφή και σαν πρόσφυγας «είχε τον τρόπο του».

Για την καταστροφή αφιερώνει την ΠΑΡΟΔΟ, (σελ 137-151) ανάμεσα στο 7ο και 8ο κεφάλαιο, την αφήγηση ενός πρόσφυγα περιβολάρη. Ο ίδιος επιλέγει να μιλήσει για τις απώλειες στην ιδιωτική σφαίρα:

Ο Τζώνης (ο λωλός) χάνει το αγαπημένο του ποντικάκι και μετά χάνεται κι αυτός από το μαχαλά ακολουθώντας την «Ομορφιά του κόσμου» («Ομορφιά του κόσμου» ονομάζει ο ήρωας την όμορφη γυναίκα του μηχανικού, που επιβλέπει την πλακόστρωση του σοκακιού)

Ο Παντελής χάνει τη σιόρα –Φιόρα, την εβραία που έχει ερωτευτεί, η οποία μετά το πογκρόμ μετακομίζει οικογενειακώς στην Οβραίικη γειτονιά.

Ο Σταυράκης πνίγει πάνω στον καυγά τον φίλο του Αρίστο, βασανίζεται από τη συνείδησή του και τέλος ομολογεί την πράξη του με ένα δραματικό τρόπο και βουτάει κι ο ίδιος τρελαμένος στη θάλασσα.

Παρόλες όμως αυτές τις απώλειες και όχι με τρόπο ηθικοπλαστικό ή διδακτικό, το τέλος αφιερώνεται σε δυο παιδιά κάπως ιδιαίτερα – την Κατερινούλα την ποτίζανε κουτόχορτο μικρή και ο Γιακουμής ήτανε το ζαβό – που την Κυριακή της Αποκριάς μετά από τη βόλτα τους με την άμαξα, χαζεύουν από το παράθυρο μια κοπέλα να παίζει πιάνο.

Έκλεισα το βιβλίο συγκινημένη. Φαντάστηκα τον κοσμοπολίτη 74χρονο συγγραφέα, μόνο του και φτωχό, αφού στο τέλος της ζωής του ζούσε κάνοντας μεταφράσεις, και ένιωσα την ανάγκη να τον ευχαριστήσω. Είχε χαθεί για πάντα η Σμύρνη, είχε περάσει η ζωή του, είχε πεθάνει η μοναδική του κόρη, όμως νάτος εκεί να ατενίζει το μέλλον μέσα από τα μάτια των αθώων παιδιών. Η ομορφιά του κόσμου στους λίγο λωλούς, λίγο ζαβούς, κάπως «παρμένους», πέρα από τα υλικά φτιασίδια, προς δόξαν της αλητείας.

Ήταν λίγα χρόνια μετά το τέλος του Β Παγκόσμιου πολέμου, όταν οι νέοι, που είχαν αντικρύσει τον θάνατο και την καταστροφή, διασκέδαζαν και διεκδικούσανε τη ζωή. Στην Ελλάδα, όπου, τυπικά, είχε τελειώσει ο Εμφύλιος, ακόμη κι αν τα πάθη πονούσανε δυνατά, όμως οι δημιουργικές δυνάμεις φτιάχνανε τη σκηνή για να παίξουνε ρόλους. Να λάμψουν με τα έργα και τις ζωές τους. Ακόμη η Χούντα είναι μια μακρινή προοπτική. Σ΄ αυτή τη συγκυρία ο Κοσμάς Πολίτης παρουσιάζει τον κόσμο της Σμύρνης ζωντανό. Με μια λάμψη που πάει πέρα από τη σπουδαία πόλη και φτάνει ως εμάς σήμερα.

Το 2022, συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή και το βιβλίο αυτό, θα περιληφθεί, υποθέτω, στις λίστες τις σχετικές με το θέμα. Ωστόσο, θα είναι νομίζω, άδικο να πιστέψουν, ιδίως οι νέοι αναγνώστες, ότι δεν τους αφορά. Γιατί, αλήθεια, καθώς η «Ομορφιά του κόσμου» χάνεται στο βάθος του δρόμου και ο Τζώνης τρέχει από πίσω της, ο καθένας αναλογίζεται τη δική του Ομορφιά. Έτσι, όπως όλοι, αυτά τα χρόνια του εγκλεισμού, θρηνούμε για τις χαμένες ζωές μας, όπως μετράμε απώλειες και συμφορές, τούτη η σοφία του Κοσμά Πολίτη λειτουργεί νομίζω θεραπευτικά. Μας κάνει καλό να αφουγκραστούμε τα μικρά, τα καθημερινά, τα σπουδαία που μένουν, όταν όλα χαθούν. Και είναι πολύ βοηθητικό το παράδειγμα του συγγραφέα, που κοσκινίζει τη μνήμη και ανασύρει τη ζωή. Αυτή που μια μόνο φορά δίνεται στον άνθρωπο. Τον κάθε άνθρωπο. Πλούσιο ή φτωχό, μεγάλο ή μικρό.

Στου Χατζηφράγκου πιστεύω θα διαβαστεί και θα ξανα-αγαπηθεί από τους νεότερους. Το αξίζει. Το βιβλίο, η Σμύρνη, ο συγγραφέας, αλλά και ο σύγχρονος αναγνώστης.

 

(*) H Ελένη Γούλα είναι εκπαιδευτικός, φιλόλογος

Αναφορές:

Κοσμάς Πολίτης, Eroica, έκδοση της εφ, Τα Νέα, χ.χ.ε.

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Ύψιλον/βιβλία, 1990

Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/education/literature_history/search.html?details=13

Πολιτιστικός Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας http://www.potheg.gr/WriterDetails.aspx?id=7711384&lan=1

Αποσπάσματα από τα έργα του Κοσμά Πολίτη: Στου Χατζηφράγκου και Eroica http://www.snhell.gr/anthology/writer.asp?id=38

Εποχές και Συγγραφείς. Κοσμάς Πολίτης (βίντεο).

 

Ζητήστε τα βιβλία του Κοσμά Πολίτη εδώ

Προηγούμενο άρθροΤο “επικίνδυνο” μυστικό της ντουλάπας (της Μένης Κανατσούλη)
Επόμενο άρθροΑνθολογία ρομαντικών ποιητών (της Βαρβάρας Ρούσσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here