Στον κόμβο ατομικού κι συλλογικού (της Αθηνάς Βογιατζόγλου)

1
423

 

 

της Αθηνάς Βογιατζόγλου

 

Είχα καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο που να μαγνητίζει την προσοχή μου από τις πρώτες φράσεις του και να τη διατηρεί αμείωτη ως την τελευταία του λέξη. Ως μικρό βιβλίο, το Στην Εντατική της Βέρας Παύλου είναι ένα πρότυπο στο είδος του: πυκνό (πολλαπλασιάζοντας έτσι μαγικά την έκτασή του) και συγχρόνως λιτό και ευθύβολο· περίπλοκο (με την έννοια των ποικίλων διαδρομών στοχασμού που ανοίγει) και συγχρόνως διαυγές· βαθύ (καθώς σκάβει συνεχώς στο βίωμα, στις αισθήσεις, σε ό,τι πεταλουδίζει μπρος στα μάτια της συνείδησης) και παρηγορητικά καθημερινό. Συνυφαίνοντας ημερολογική γραφή, δοκιμιακό λόγο και μια γεμάτη νεύρο αλλά και ανάσες λυρισμού αφήγηση, η Παύλου μας παίρνει μαζί της σ’ ένα ταξίδι μεταμορφωτικό. Πρόκειται για μια ακόμη καίρια επιλογή του έγκριτου εκδοτικού οίκου Επέκεινα του Βαγγέλη Γαλάνη, ένα ανέκδοτο ποίημα του οποίου ανοίγει το βιβλίο.

Το θέμα που πραγματεύεται η συγγραφέας είναι ενδιαφέρον και ασυνήθιστο: μια εβδομάδα παραμονής της σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, στην καρδιά της πανδημίας του κορωνοϊού. Σε χρόνο ενεστώτα παρακολουθούμε όσα της συμβαίνουν: συζητήσεις με γιατρούς και νοσηλευτές, θεραπευτικές αγωγές, περιγραφές του χώρου, όνειρα, συναισθήματα και στοχασμούς που ανακινεί η καταστασή της, συνθέτουν ένα χρονικό δεξιοτεχνικά γραμμένο και περίτεχνα δομημένο, που αξίζει να διαβάσει κανείς. Η κλινική στην οποία νοσηλεύεται η συγγραφέας-ηρωίδα δεν είναι κλινική κόβιντ· το μικρόβιο που απειλεί τη ζωή της και που ο οργανισμός της παλεύει να αντιμετωπίσει με έναν πυρετό που αντιστέκεται στα φάρμακα είναι αγνώστου προελεύσεως και παραμένει αχαρτογράφητο από τους γιατρούς ως το τέλος, όταν η υγεία της βελτιώνεται και ο κίνδυνος εξαλείφεται. Αν όμως η κλασική ιατρική απορεί, η ίδια η ασθενής σταδιακά κατανοεί: «Η σκέψη περνά μέσα από την γλώσσα, λέει ο Ζακ Λακάν, και η γλώσσα περνά από το σώμα. Η ασθενεια είναι άγραφη ομιλία του σώματος που αναζητά να μιληθεί, να “γραφτεί”. Αυτό είναι μέρος της θεραπείας. Παράλληλα με τα  φάρμακα. Είναι το άλλο φάρμακο» (σ. 18).  Συμπληρωματική για το ίδιο ζήτημα είναι η αναφορά της στον ψυχαναλυτή και φιλόσοφο Πωλ Λωράν Ασσούν, ο οποίος απέναντι στη «σιωπή των οργάνων», της ψυχρής αντίληψης της υγείας, του ιατρικού ιδεώδους, «αντιπαραθέτει την οπτική της φλόγωσης του σώματος ως ασυνείδητης λιβιδινικής έκφρασης προς τη ζωή, την ευχαρίστηση και την ελευθερία. […] Το άρρωστο υποκείμενο ζει “ύπουλα” μια ενορμητική ζωή και αυτό μπορεί να του δώσει τη ευκαιρία να “βρει την υγειά του”» (σ. 28-29).

Η κατανόηση της γλώσσας του σώματος που κραυγάζει την καταχωνιασμένη αλήθεια του μέσα από το σύμπτωμα της ασθένειας εξηγεί εν μέρει τη θεραπεία της συγγραφέως. Το βιβλίο της τελειώνει με ένα όνειρο που είδε το τελευταίο βράδυ στο νοσοκομείο και το οποίο ξεκλειδώνει ένα ακόμη σημαντικό μυστικό της ίασης:

 

Ο γιατρός μου – ψύχραιμος, ήπιος και πολύ προσεκτικός, με τον οποίο είχαμε μια σιωπηλή με τα μάτια επικοινωνία – είναι απέναντί μου και μου ζητά να βάλω τα χέρια πάνω στους ώμους του. Δεν μιλάμε. Συνεννοούμαστε με σήματα. Ακουμπώ τα χέρια, εκείνος τα δικά του και αρχίζουμε να κάνουμε κάποιες κινήσεις, κάπως σαν ένα μυστικό, περίεργο χορό, ώσπου κάποια στιγμή με αφήνει, στρέφω την πλάτη σε εκείνον και συνεχίζω τον χορό μόνη μου… (σ. 47)                                      

                                                           

Στο βιβλίο η σχέση γιατρού και ασθενούς σχολιάζεται πολλαπλώς, παραλληλιζόμενη με τη σχέση ψυχαναλυτή και ψυχαναλυόμενου: ως ένα πεδίο συνεχών μεταβιβάσεων και από τις δυο πλευρές, π.χ.: «Η λεπτή κλωστή ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο καθορίζεται από την προσωπική ιστορία του καθενός, από την επιθυμία που στηρίζει την ύπαρξή του και φυσικά από την παρουσία και τη δράση των γιατρών-Θεών. Στο πρόσωπό τους γίνονται μεταβιβάσεις που δεν γνωρίζουν. Η αγάπη, η φροντίδα αλλά και ο στοχασμός τους πάνω στη δική τους μεταβίβαση στον ασθενή μπορεί να γίνει εργαλείο θεραπείας». (σ. 22)

Στη θετική αλληλενέργεια της ηρωίδας με τον γιατρό της θα πρέπει να προστεθεί και η σχέση της με το σύνολο των ανθρώπων που τη φρόντισαν στην Εντατική. Βρέθηκε σε μια πτέρυγα όπου οι γιατροί ήταν πολύ ανθρώπινοι και όπου γιατροί και νοσηλευτές διέθεταν υπομονή και έδιναν χώρο στον ασθενή. Ωστόσο, αυτό δεν την εμποδίζει να ασκεί κριτική, με κάθε ευκαιρία, σε πλευρές του γενικότερου ιατρικού κατεστημένου, όπως στις περιπτώσεις «της πλήρους παράκαμψης του προσώπου, που δεν ενημερώνεται, ή του υπερβάλλοντος ζήλου των γιατρών, που εδράζεται στο φόβο για το απρόβλεπτο», συνθήκες που μπορεί να καθορίσουν «μια αρνητική πορεία της νόσου μέσα από τον λόγο του Άλλου» (σ. 11)· ή στο ότι η ιατρική «παραμένει στον πόνο επιχειρώντας να τον κατευνάσει, χωρίς να ακούει την οδύνη του υποκειμένου» (σ. 28) κ.ά.

Ο σημαντικότερος, εντέλει, παράγοντας που οδήγησε στην ίαση της ηρωίδας μοιάζει να είναι η ίδια η θέληση και η δημιουργικότητά της. Η υπερίσχυση της ορμής της ζωής έναντι εκείνης του θανάτου· το ότι επιδίωξε εξαρχής να κατακτήσει τη σωτήρια αυτονομία της σε έναν τόπο όπου επιβάλλεται εκ των πραγμάτων ο ετεροκαθορισμός. Ήταν η μόνη, εξάλλου, ανάμεσα στους δώδεκα νοσηλευόμενους που δεν ήταν διασωληνωμένη ή σε καταστολή. Αυτή η συνθήκη τής παρείχε τη δυνατότητα να εποπτεύει τον χώρο, να βλέπει, να ακούει, να μιλά, να αισθάνεται, πλάι σε ασθενείς απολύτως, όπως το θέτει, «αποϋποκειμενοποιημένους» (σ. 9). Το βιβλίο ξεκινά με μοναδική αμεσότητα, εξηγώντας την ιδιομορφία της περίπτωσής της:

Το να μπεις σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας σε καλή κατάσταση, έχοντας τις αισθήσεις σου, μιλώντας, συμμετέχοντας είναι μια σπάνια και μοναδική συνθήκη. Δίχως να το επιδιώκεις, με μια σπρωξιά της άδηλης πλευράς της ζωής, γίνεσαι μάρτυρας (témoin) με όλες τις σημασίες της λέξης.  (σ. 9)

Ήδη την επομένη της εισαγωγής της ζητά να της δώσουν τα γυαλιά της και να σηκώσουν το κρεβάτι της: «από κείνη τη στιγμή γίνομαι το περισκόπιο του χώρου. Όλοι έρχονται και μου μιλάνε, εκμυστηρεύονται κάτι», σημειώνει· κι αμέσως μετά: «έγινα κάτι σαν εθνογραφική παρατηρήτρια. Είναι ο ερευνητής/η ερευνήτρια στην ανθρωπολογία, που βρίσκεται ξαφνικά εντός μιας κοινότητας και παρατηρεί. Η κοινότητα σαφώς επηρεάζεται από την παρουσία του ερευνητή. Το βλέπω εδώ στην πράξη» (σ. 14). Ως μάρτυρας-περισκόπιο-ερευνήτρια, λοιπόν, η ηρωίδα βρίσκεται σε συνεχή διάδραση με ό,τι την περιβάλλει, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι ο εαυτός περιλαμβάνει τον Άλλο και ότι με αυτή την επίγνωση και πρακτική κατακτά την αυτονομία του, την οποία ορίζει ως «αμοιβαία αποδεκτό μεταξύ υποκειμένων νόμο. Όχι ατομική βούληση. Ο εαυτός περιλαμβάνει εγγενώς τον Άλλο» (σ. 13). Έτσι, ανταλλάσσει σχόλια με γιατρούς και νοσηλευτές· εισπράττει ενθάρρυνση αλλά και κατανοεί, συμπάσχει, δίνει με τη σειρά της θετική ενέργεια στο προσωπικό της Εντατικής. Με τους ασθενείς οι δυνατότητες επικοινωνίας είναι φυσικά πολύ λιγότερες, καθώς εκείνοι δεν είναι σε θέση να την αντιληφθούν, αλλά κι εκεί η μαγεία της διάδρασης επιτυγχάνεται δυο φορές, με συγκινητικά νεύματα αλληλεγγύης.

Πολύ χαρακτηριστικό όσον αφορά τη σταθερή μέριμνα της Παύλου για τη διασταύρωση του ατομικού με το συλλογικό είναι το όνειρο που είδε τις πρώτες μέρες της νοσηλείας της: βρέθηκε έξω από μια αίθουσα με κορίτσια μικρής ηλικίας που περίμεναν να ξεκινήσει μάθημα χορού· ωστόσο, υπήρχαν πολλές απουσίες και έλειπε και ο δάσκαλος ή η δασκάλα· εκείνη  αποφασίζει να μπει στην αίθουσα και να καθησυχάσει τις μαθήτριες, αλλά όπως πήγε να κινηθεί, μια μεγάλη τρύπα άνοιξε στον διάδρομο και έπεσε μέσα (σ. 23). Όπως και το όνειρο με το οποίο κλείνει το βιβλίο, είναι και αυτό στοιχειοθετημένο με πλάγια γραφή, καθώς εκφράζει την ασυνείδητη ζωή και διαχωρίζεται έτσι από το υπόλοιπο κείμενο. Κι ακόμη, όπως και εκείνο το όνειρο, σχετίζεται και αυτό με τον χορό. Μόνο που εδώ δεν καθοδηγεί τα χορευτικά βηματα της συγγραφέως ο γιατρός, αλλά η ίδια επιχειρεί να καθησυχάσει μικρές σε ηλικία μαθήτριες του χορού, που η δασκάλα/ο δάσκαλός τους απουσιάζει. Η ανάγκη για αλληλεγγύη και κοινωνική προσφορά γίνεται για μια ακόμη φορά φανερή, όπως και η αγωνία της για κάτι που εμφανίζεται ως συλλογική παθογένεια, ως απουσία μιας γενικότερης καθοδήγησης. Η νοσηλεία της στην Εντατική στην καρδιά της πανδημίας του κορωνοϊού την οδηγεί σε μια σειρά από καίριες σκέψεις, που φωτίζουν και το αγωνιώδες αυτό όνειρο. Παραθέτω ενδεικτικά:

Η πανδημία είναι μια παλινδρόμηση της ανθρωπότητας στο σημείο μηδέν. Είναι η ασθένεια του πλανήτη. Η φύση, το περιβάλλον, βρίσκονται σε τέλεια ανισορροπία. Το σύμπτωμα είναι ο ιός, οι ασθένειες, οι θάνατοι. Όπως το ανθρώπινο σώμα φτάνει σε ανισορροπία και βγάζει τα ερωτήματά του, την ομιλία του με τα συμπτώματά του, έτσι και ο πλανήτης νοσεί. Συντονιζόμαστε. Σε μια προσωπική στιγμή του υποφέρειν βρέθηκα συντονισμένη με το υποφέρειν της ανθρωπότητας και δη στο μάτι του κυκλώνα, στην Εντατική. (σ. 23)

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μου φαίνεται η αντίδραση της ηρωίδας όταν ξυπνά από το όνειρο με την αίθουσα του χορού: «Πέφτω, πέφτω πέφτω μέχρι που ξυπνώ. Νιώθω ανακούφιση που βρίσκομαι στο νοσοκομείο. Η τρύπα του Πραγματικού (Réel)» (σ. 23). Αυτή η αίσθηση ανακούφισης την κατακλύζει από τις πρώτες μέρες της εισόδου της στην Εντατική, καθώς, όπως συχνά σχολιάζει, σε συνθήκες πανδημίας το νοσοκομείο και η Εντατική είναι ο ασφαλέστερος και συγχρόνως ο κοινωνικότερος χώρος στον οποίο μπορεί κανείς να βρεθεί. Σε συνδυασμό με τη δημιουργικότητά της, την τάση της να ανακαλύπτει και να ανανέωνεται μέσα από τις δοκιμασίες, γεννιέται μια ευφορική διάθεση που διαπερνά τη γραφή της και διοχετεύεται συχνά σε  ευφάνταστες μεταφορές και εικόνες· ξεπηδούν απρόσμενα, ανάμεσα σε ρεαλιστικά δοσμένες περιγραφές ενός περιβάλλοντος που σε όλους μας δημιουργεί αισθήματα απώθησης και φόβου – και μεταμορφώνουν το τοπίο. Έτσι, ενώ η είσοδος της ηρωίδας στην Εντατική συνοδεύεται από τις παγερές διαδικασίες του σχετικού πρωτοκόλλου («Μου αφαίρεσαν τα πάντα, με καλωδίασαν ταχύτατα, μου έκαναν καρδιογραφήματα και υπερήχους δίχως να με ρωτήσουν τίποτα. […] Καθώς τα χέρια μου ήταν μαύρα από τις φλέβες που είχαν ήδη σπάσει από τους καθετήρες, αποφασίστηκε να γίνει μια μικρή επέμβαση στο πόδι και να εισαχθεί εκεί ένας κεντρικός καθετήρας για τις αντιβιώσεις», σ. 10), την επόμενη μέρα απολαμβάνει το ιδιότυπα αναζωογονητικό λουτρό της Εντατικής («Δυο πανέμορφες νοσηλεύτριες έρχονται με ένα καρότσι με λεκάνες και σφουγγάρια. […] Νιώθω ότι βρίσκομαι σε σύγχρονο Ασκληπιείο. Το στρώμα κάνει κυματισμούς για να μην ακινητοποιείται το σώμα. Δύο υπέροχες παρουσίες με πλένουν με σφουγγάρια και αφρόλουτρα, λούζουν τα μαλλιά με πικραμύγδαλο, αλλάζουν σεντόνια, περιποιούνται σώμα και πρόσωπο με κρέμες», σ. 13). Όταν ζητά να φάει της απαντούν ότι δεν γίνεται γιατί ίσως χρειαστεί να τη διασωληνώσουν. Στην Εντατική αντιλαμβάνεται τι είναι η διασωλήνωση και μας το εξηγεί: «Ένας τεράστιος σωλήνας εισέρχεται από το στόμα, το οποίο συγκρατείται ανοιχτό και φτάνει στους πνεύμονες. Ο ασθενής ναρκώνεται και τίθεται σε καταστολή, διότι είναι αδύνατο να αντέξει αυτή τη διαδικασία. Άνθρωπος και μηχανή γίνονται ένα» (σ. 16). Αποφασίζει ότι αυτό δεν πρόκειται να της συμβεί· και εξάλλου αισθάνεται όλο και καλύτερα, το οξυγόνο της είναι επαρκές και έχει αρχίσει να πεινάει, κάτι που η ίδια (γιατί οι γιατροί «δεν γνωρίζουν το σώμα σου», σ. 17) θεωρεί δείγμα θεραπείας. Από εκεί και πέρα η φαντασία της απελευθερώνεται και η Εντατική εμφανίζεται ως κάτι πολύ περισσότερο από «μεταιχμιακός τόπος όπου τα σώματα και οι ανάσες λειτουργούν μηχανικά» (σ. 21). Το περιβάλλον ανακαλεί στον νου και στις αισθήσεις της κάτι από την ομορφιά της τέχνης: της μουσικής («Ο ήχος των μηχανημάτων λειτουργεί σαν μουσική συμφωνία. Άλλα πιο έντονα, άλλα λιγότερο έντονα, μεταγράφουν τα σήματα των σωμάτων σε καμπύλες, γραφήματα, αριθμούς», σ. 18), του χορού («Μια χορογραφία νοσηλευτών ξεχύνεται στους διαδρόμους. Φορούν ωραίες στολές σε διαφορετικές αποχρώσεις του μπλε. Παντελόνι, σακάκι με κοντό μανίκι. Οι γιατροί στα λευκά ξεχωρίζουν»), της ποίησης («Η μαγεία θα έλθει μέσα από τον λόγο της γιατρού που έχει γίνει βασική συνομιλήτριά μου. Οι λοιμωξιολόγοι, μου εκμυστηρεύεται, είναι οι σύγχρονοι μάγοι. Έχουν να κάνουν με κάτι αόρατο, άγνωστο, δαιμονικό. […] Υπάρχει πάντα εκεί δίπλα το ασυνείδητο, η φαντασία, η μαγεία της ποίησης», σ. 27).

Ο ερωτισμός είναι ένα ακόμη ευφορικό βίωμα που διαποτίζει διακριτικά το βιβλίο. Μολονότι, όπως παρατηρεί η Παύλου, είναι πολύ εύκολο στην Εντατική «το ζωντανό λιβιδινικό κορμί […] να γλιστρήσει στο “σώμα” που είναι το άψυχο κουφάρι» (σ. 31), συγχρόνως – ή ίσως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, καθώς οδύνη και ηδονή είναι πολύ κοντά – η ερωτική επιθυμία είναι πολλαπλώς ορατή, όπως για παράδειγμα στον τρόπο που μια νοσηλεύτρια περιποιείται το σώμα ενός νέου άντρα που χτύπησε με τη μηχανή του («Η φωνή της, με το ηχόχρωμα και τον τόνο της, δίνει στον άνδρα σε καταστολή μια αίσθηση επιθυμίας», σ. 30), ή στο όνειρο με το οποίο είδαμε ότι κλείνει το βιβλίο.

Η Εντατική προσλαμβάνει στο ακούραστο μυαλό της νοσηλευόμενης συγγραφέως ποικίλες μεταφορικές διαστάσεις: είναι ένα «Μέτωπο, στην πρώτη γραμμή», όπου κυριαρχεί η βία της κλασικής ιατρικής (σ. 11)· ένας «απόλυτα συμπυκνωμένος χωροχρόνος. Σα να ανεβαίνεις ιλιγγιωδώς σε ένα άλλο υψόμετρο» (σ. 26), σκέψη που ανακαλεί στη μνήμη της το Μαγικό βουνό του Τόμας Μαν, μια «εξαιρετικά επίκαιρη», όπως τη χαρακτηρίζει, αλληγορία για την υγεία και την ασθένεια σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο· είναι, ακόμη, μια «σκηνή με τα δρώμενά της», αυτόνομη σε σχέση με τον έξω κόσμο (σ. 32), όπου «είναι όλα στο φως. Το σώμα μας, ο ψυχισμός μας, οι σχέσεις και όλες οι ιατρικές πράξεις. Ένας ενιαίος χώρος με κολώνες στη μέση» (σ. 34)· ένα «σώμα με φλεβική ροή», η πίεση του οποίου πότε αυξάνει δυσβάσταχτα και πότε καταλαγιάζει (σ. 34). Όταν σηκώνεται από το κρεββάτι με κόπο για πρώτη φορά και συνειδητοποιεί πόσο εξαρτημένη είναι από τα μηχανήματα, όπως και όλοι οι ασθενείς, αντιλαμβάνεται πλέον την Εντατική «σαν μεγάλη μήτρα», και οι ευρύτερες σκέψεις που της γεννά η μεταφορική αυτή σύλληψη πάλλουν, θα έλεγα, τον στοχαστικό πυρήνα του βιβλίου:

 

Μέσα της [στην Εντατική-μήτρα] οι άνθρωποι-έμβρυα τυλιγμένοι με λώρους με ένα μηχανικό σώμα, σε μιαν άλλη διάσταση, από την οποία περνούν στο είναι τους φυσικά σήματα από τους ήχους των μηχανημάτων αλλά και από τις ομιλίες και τις αισθήσεις των ανθρώπων που βρίσκονται εκεί μέσα. […] Είμαι μέλος και μέρος ενός σώματος. Η λειτουργία του περιλαμβάνει και εμένα. […] Η παλινδρομική κίνηση ολόκληρου του πλανήτη προς τη «μήτρα» των Εντατικών είναι ίσως μια προσπάθεια επανεκκίνησης σε άλλη κατεύθυνση. Κάθε παλινδρόμηση σε κάτι πρωταρχικό, αρχαϊκό, άγνωρο, και έτσι μοιάζει να είναι η έλευση αυτού του «ιού», μας φέρνει σε μια κατάσταση κυοφορίας. Είμαστε τα έμβρυα που κυοφορούμαστε σε μήτρες, αλλά ταυτόχρονα και ο μήτρες-σώματα που κυοφορούν το νέο.

 

Το Στην εντατική της Βέρας Παύλου είναι ένα αισιόδοξο βιβλίο, παρόλο που ο τίτλος του μας προδιαθέτει για το αντίθετο – «αν καταφέρεις να αντέξεις και να βγεις, κάτι νέο, άγνωστο, γεννιέται», παρατηρεί χαρακτηριστικά (σ. 24).  Μας καλεί σε μαχητική εγρήγορση, ατομική και κοινωνική, τόσο απέναντι στην ασθένεια γενικά όσο και απέναντι στην πανδημία του κορωνοϊού.  Παρατηρώντας ότι η Εντατική είναι η συμπύκνωση και το αποτέλεσμα μιας εντατικής κοινωνίας (με εντατική εργασία, εκπαίδευση, καλλιέργεια, παραγωγή, ψυχαγωγία, κατανάλωση κλπ. κλπ.), η συγγραφέας μάς ρωτά: «Μήπως να σταματήσουμε  μια στιγμή, σε αυτόν τον νεκρό και ταυτόχρονα πολύ πυκνό και ζωντανό χρόνο, κάτι να ακούσουμε; Να ξεδιπλώσουμε τους ήχους της μελωδίας;» (σ. 29).

Ακόμη και στο μέγα ζήτημα του θανάτου η συγγραφέας μάς προτρέπει σε μια μετατροπή του αρνητικού σε θετικό, της δοκιμασίας σε δύναμη, της κρίσης σε ωρίμανση. Αφού επισημαίνει ότι την εποχή της πανδημίας ο θάνατος (που έτσι κι αλλιώς αντιμετωπίζεται στις σύγχρονες κοινωνίες ως ταμπού, καθώς προξενεί τεράστιο φόβο στην εποχή της υποτιθέμενης  ανθρώπινης παντοδυναμίας) γίνεται ακόμη πιο απρόσωπος, αλλά και πιο τρομακτικός (καθώς «προβάλλεται με κάθε τρόπο από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας συντονίζεται με τις φαντασιώσεις του καθενός», σ. 43), υπογραμμίζει ότι «δίνεται και εδώ μια ευκαιρία συμφιλίωσης με την ιδέα, ώστε να βρει ο θάνατος της θέση του εντός της ζωής, εισάγοντας τον χρόνο. Η γνώση του τέλους ωθεί στην πράξη. Βάζει σε κίνηση τη ζωή» (σ. 44). Κρίνοντας εξάλλου και από μια παλαιότερη σοβαρή περιπέτεια της υγείας της, καταλήγει ότι όταν το σώμα φτάσει στα όριά του μέσω της ασθένειας ο θάνατος μπορεί να φαντάζει ανακούφιση και έτσι να απομυθοποιείται: «Φτάνει κάποια στιγμή που η ζωή κάνει κύκλο, ο άνθρωπος κουράζεται και ήρεμα αποχωρεί» (σ. 45).

Αυτό δεν συνέβη στην περίπτωση της συγγραφέως. Τόσο τότε όσο και τώρα, έγινε καλά χωρίς οι γιατροί να βρουν το μικρόβιο που την ταλαιπώρησε. Ενα μήνα μετά την έξοδό της από την Εντατική θεωρεί ότι «είδε» σε ένα όνειρό της για ποιο λόγο ξαναβρέθηκε στο νοσοκομείο – το όνειρο δεν μας αποκαλύπτεται, γιατί στόχος του βιβλίου δεν είναι η ανασκαφή της προσωπικής ιστορίας της ηρωίδας του αλλά κάτι με πολύ ευρύτερο ενδιαφέρον. Έχουμε στα χέρια μας την καθηλωτική αφήγηση της νοσηλείας μιας γυναίκας που παραμένει σε εγρήγορση και στοχάζεται ακατάπαυστα πάνω σε όσα συμβαίνουν τόσο στον στενό χώρο της Εντατικής, όσο και, με αφορμή αυτόν, στον ευρύτερο χώρο της κοινωνίας και ολόκληρου του πλανήτη στον καιρό μας. Κλείνοντας το βιβλίο δεν μας μένει μια γεύση από σωληνάκια και αντιβιώσεις, ούτε η ασθμαίνουσα ατμόσφαιρα ενός χώρου έκτακτης ανάγκης, αλλά η ζωντανή εικόνα μιας ηρωίδας γεμάτης κέφι για ζωή, αίσθηση αλληλεγγύης, κεραίες στραμμένες στο συλλογικό· κι ακόμη, η απόλαυση μιας γραφής λεπτής, υπαινικτικής, με μια αύρα εσωτερικότητας και μια ποιητική διάθεση που δεν εκτονώνεται σε φραστικές δαντέλες αλλά δουλεύει υπόγεια και γι’ αυτό περισσότερο δραστικά.

[Βέρα Παύλου, Στην Εντατική, εκδόσεις Επέκεινα, Τρίκαλα 2021]

Βρες το εδώ

.

Προηγούμενο άρθροΠέθανε ο Μίκης Θεοδωράκης
Επόμενο άρθρο«Διαβάζουμε παρέα!» Εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Γραμματισμού

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Πολύ ωραία η παρουσίαση του βιβλίου. Θα το διαβάσω οπωσδήποτε.
    Για όποιον ενδιαφέρεται προτείνω επίσης το βιβλίο: “Ταξίδι από τα Κύθηρα” του Θανάση Τζαβάρα, εκδόσεις Συνάψεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here