Στοίχειωμα και (μεταφραστικές) Εμμονές (του Άρη Μαραγκόπουλου)

0
667

 

 

…Όμως υπήρξαν τελικά αυτές οι πιθανότητες απ’ τη στιγμή που διαπιστώνεις ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξαν; Ή, μήπως, εκείνη που τελικά επικράτησε ήταν και η μόνη πιθανότητα που υπήρξε; Ύφανε, υφάντρα του ανέμου.

Tζέιμς Τζόις, Ulysses (κεφ. II, «Νέστoρας»), 1922.

 

του Άρη Μαραγκόπουλου

To μυθιστόρημα της Αντόνια Σούζαν Μπάιατ Possession που προσφάτως μεταφράστηκε θεωρώ ότι πρέπει επισταμένως να διαβαστεί από τους συγγραφείς μας, κυρίως τους νεότερους (και τους νεόκοπους). Kι αυτό επειδή το βιβλίο επιδεικνύει (αυτή είναι η ακριβής λέξη, η Μπάιατ, πανεπιστημιακός για πολλά χρόνια, στις συνεντεύξεις της υπογράμμιζε τη «διδακτική» πλευρά του) μια σειρά αφηγηματικές τεχνικές που αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Δεν θα τις απαριθμήσουμε εδώ. Ο αναγνώστης ανακαλύπτει τη λειτουργία τους στον βαθμό που διαβάζει ξανά και ξανά το κείμενο κατά τον τρόπο που το επιχειρούν δύο από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου: δύο πανεπιστημιακοί φιλόλογοι ψυχή τε και σώματι παραδομένοι στη σαγήνη (δηλαδή possessed) μιας αρχειακής αναδίφησης που υπερβαίνει κανόνες και δεοντολογίες προκειμένου να «αναστηλώσει», δηλαδή να κάνει κτήμα της (να possess) τον ανευρεύνητο βίο και τα ιδιάζοντα πάθη ενός ερωτικού ζεύγους βικτωριανών ποιητών.

Aυτοί οι δύο πρωταγωνιστές – φιλόλογοι, ακριβώς επειδή είναι στοιχειωμένοι (possessed) από τον εν πολλοίς απόκρυφο βίο των υπό έρευνα ρομαντικών ποιητών, αξιοποιούν στο έπακρο το δοκιμασμένο εργαλείο κάθε φιλολογικής έρευνας (και κάθε επαρκούς αναγνώστη): την επισταμένη, σε αγχωτικό ρυθμό, επανανάγνωση κειμένων και τεκμηρίων.

Είναι αυτός ο λόγος που ο παντογνώστης αφηγητής παίζει δευτερεύοντα, «τεχνικό» ρόλο σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Η φωνή του «ακούγεται» μόνον τρεις φορές (στα κεφ. 15, 25 και στο «Υστερόγραφο 1868») – και τον ενδιαφέρον είναι ότι αυτό συμβαίνει με εμφανή διάθεση ειρωνείας σ’ αυτή τη φωνή, με την έννοια της σαφούς κριτικής της συγγραφέως στην πλασματική αληθοφάνεια του κατά Μπαλζάκ ρεαλισμού του 19ου αιώνα.

Οπότε τον πρωτεύοντα αφηγηματικό ρόλο εδώ κρατούν τα πεποιημένα τεκμήρια: ημερολόγια, επιστολές, αποκόμματα, σημειώσεις, διάφορα παραφερνάλια της εποχής, σχόλια στο περιθώριο βιβλίων κλπ., που αραδιάζονται σε τέτοιο χειμαρρώδη βαθμό και με τόση σχολαστική στις λεπτομέρειες πειστικότητα, ώστε οι αφηγήσεις τους να μεταφέρουν με δραματική ενάργεια στον αναγνώστη (καθώς τα αποκρυπτογραφεί βαθμιαία, εκ παραλλήλου με τους φιλολόγους που τα ερευνούν) την αίσθηση υπαρκτών ηρώων με σάρκα και οστά και, εν προκειμένω, των λογίων του 19ου αιώνα που υποτίθεται ότι τα συνέγραψαν. Το κείμενο είναι πιο δυνατό, πιο ανθεκτικό, πιο ηρωικό, πιο σωματικό, πιο σαγηνευτικό από εκείνον που το συγγράφει, διδάσκει θαυμάσια η Μπάιατ.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο τετριμμένος, συντηρητικός βίος των δύο πανεπιστημιακών ηρώων καθρεφτίζεται ως σε μαγική αντανάκλαση στον παλαιϊκό καθρέφτη των σεβάσμιων, περίπου ανέγγιχτων λογίων φαντασμάτων του ρομαντικού 19ου αιώνα –όπως του Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι (1828-1882), της Κριστίνα Ροσέτι (1830-1894), του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ (1812-1889), της Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ (1806-1861), του Άλφρεντ Τένισον (1809-1892), ή ακόμα της Έμιλι Ντίκινσον (1830-1886)– καθιστά το βιβλίο προκλητικά ενδιαφέρον επίσης για το πανεπιστημιακό κοινό της φιλολογίας. Ειδικά εκείνο που, όπως πάλι ομολογεί η Μπάιατ, «απολαμβάνει εξίσου τις σημειώσεις με το κείμενο», και το οποίο, όταν συμβαίνει να αναμετρηθεί με τη λογοτεχνική βιογραφία ενός παλαιότερου συγγραφέα, ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα στο μύθευμα και το γεγονός, συχνά προκρίνοντας, ειδικά στη μεταμοντέρνα εποχή μας, το πρώτο.[1]

Ένα τρίτο αναγνωστικό κοινό που οπωσδήποτε αφορά αυτό το μυθιστόρημα είναι οι ποιητές. Το Possession είναι μυθιστόρημα που αναπτύσσεται κυρίως διά της ποιητικής ύλης. Ένα βιβλίο που εντός του εκρήγνυνται, στην κυριολεξία, χίλιοι εφτακόσιοι τόσοι στίχοι, πλασμένοι στο πνεύμα και κυρίως στο ύφος των βικτωριανών λογίων που αναφέρθηκαν παραπάνω. Τα ποιήματα που συνθέτει εδώ η Μπάιατ δεν είναι στολίσματα για πειστικότερη «ατμόσφαιρα εποχής», δεν είναι σχόλια, προσθήκες, ιντερμέδια: αποτελούν δομικό στοιχείο που εμπνέει και διαμορφώνει τη συγκρότηση των χαρακτήρων και την πλοκή.

Θα το διατυπώσω κάπως ανορθόδοξα: τα ποιήματα της Μπάιατ στα ιστορικά συμφραζόμενα του μυθιστορήματος, δηλαδή του ρομαντισμού, αποδίδουν εν θερμώ τη ζώσα, την αρχετυπική ύλη από την οποία πλάθεται αυτό που αποκαλούμε ανθρώπινη «ψυχή». Λειτουργούν όπως τα τραγούδια της δημώδους ποίησης κάθε χώρας, περιέχουν, δηλαδή, τα ουσιώδη του βίου και τα προβάλουν με δραστική γλώσσα· εκείνη που άλλοτε παραμυθεί με ονειροφαντασίες και μυθολογίες, και άλλοτε συγκινεί μεταπλάθοντας πάνδημες χαρές και πληγές του βίου. Εκείνη τη γλώσσα που απεγνωσμένα αναζητούσαν οι ρομαντικοί ποιητές ανασκάπτοντας μανιωδώς τα παλαιότερα, «προκαπιταλιστικά» κοιτάσματά της.

Διόλου τυχαία το μυθιστόρημα παραπέμπει ευθύς εξαρχής τον αναγνώστη στον φιλόσοφο Giambattista Vico (1688-1744) και στο μείζον έργο του Principj di Scienza Nuova (1725, 1730, 1744). Ο Βίκο, απλούστατα, θεωρεί ότι το μέσο για την κατανόηση της Ιστορίας είναι η γλώσσα, οι λέξεις, ο ποιητικός λόγος, η «ποιητική θεολογία».

 

Με όσα αναφέρθηκαν έως εδώ φοβάμαι ότι κάποιοι, επιπόλαια διαβάζοντας, θα θεωρήσουν ότι το Possession είναι ένα βιβλίο που αφορά ένα ειδικό, περιορισμένο κοινό. Δεν συμβαίνει αυτό. Κάθε άλλο. Πρόκειται για συναρπαστικό μυθιστόρημα. Οι ανοίκειες συγγραφικές τεχνικές, η καθόλα ποιητική μορφή, η μανιώδης φιλολογική έρευνα δεν αφορούν αποκλειστικά συγγραφείς, ποιητές και φιλολόγους. Στο βαθμό που όλα αυτά αποδίδονται με πειστικότητα αφορούν κάθε αναγνώστη που δεν αρκείται σε βιβλία όπου η ημερομηνία λήξης τους συμπίπτει με το κλείσιμο της τελευταίας σελίδας.

Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να προστεθεί ότι το Possession είναι, πέρα απ’ όλα όσα αναφέρθηκαν έως εδώ (ή, πιο σωστά, ακριβώς χάρη σ’ αυτά) ένα δραματικό, στο όριο του τραγικού, βικτωριανό ρομάντζο (Α romance είναι ο υπότιτλος), μια λαβυρινθώδης ερωτική ιστορία και μάλιστα σε δύο αντικρυστές αφηγήσεις: τη σύγχρονη των δύο πανεπιστημιακών ερευνητών και τη βικτωριανή του ζεύγους των λογίων ποιητών.

Εδώ ο έρωτας εναλλάσσεται σε διαφορετικές αποχρώσεις: εμπνέει την τέχνη και εμπνέεται απ’ αυτήν, υπερβαίνει τα στερεότυπα της εποχής, αργεί να ολοκληρωθεί ή ολοκληρώνεται ως απρόσμενη καταιγίδα· άλλοτε απροσχεδίαστος, αθώος, φυσικός, άλλοτε απλώς σαγηνευτικός (possessing)· σωματικός, ελευθεριακός, δαιμονισμένος (possessed) υποκύπτει στη βαθμιαία κατάκτηση (possession), αποκρούει με πείσμα την κατακυρίευση, τη χειραγώγηση και τη δυνάστευση (possession), κατακτά, τέλος, την ισότιμη αποδοχή μη κτήσης του άλλου, την ανεξαρτησία του έναντι του άλλου (dispossession).

Τέλος, το βιβλίο είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα με την αυθεντική έννοια του όρου. Καμία σχέση με την ψευδο-ιστορική ρωπογραφία όπου οι συγγραφείς (το είδος ευδοκιμεί πολύ εδώ) σκυλεύουν ανέξοδα πηγές και τεκμήρια, αντιγράφουν ως κακοί δημοσιογράφοι τον εντυπωσιακό αφρό, περιθωριοποιούν την ανθρωπιστική ουσία, αδιαφορούν για πειστική πλοκή και ζωντανούς χαρακτήρες. Το αυθεντικό ιστορικό μυθιστόρημα έχει δύο χαρακτηριστικά: Πρώτον, η Ιστορία ενσωματώνεται σ’ αυτό τόσο μόνον όσο χρειάζεται για να αναδειχθούν οι ήρωες, η πλοκή, το όποιο δράμα. Δεύτερον, ως Ιστορία νοείται κυρίως η κουλτούρα, η κυρίαρχη θέαση των πραγμάτων, οι φωνές που την αντιστρατεύονται, η θέση των ηρώων στο εκάστοτε φυσικό περιβάλλον, η αντίληψη και η χρήση του χρόνου και της γλώσσας, οι εμπειρίες και οι γνώσεις της εποχής κλπ. Αυτοί οι δύο κανόνες, ακόμα και αν λαμβάνονται υπόψη, θέλει ιδιαίτερη μαστοριά ώστε να συγκροτήσουν μυθιστόρημα και όχι ψευδο-ιστορική πραγματεία. Με αυτή την έννοια το Possession αποτελεί επίσης άριστο υπόδειγμα νεότερου ιστορικού μυθιστορήματος, εξελίσσοντας το είδος ένα βήμα πιο εκεί από τους σύγχρονους προπάτορες του είδους όπως ο Τζον Φόουλς με το The French Lieutenants Woman (που επίσης κινείται στη βικτωριανή εποχή, αλλά με άλλη σκοπιμότητα).

 

Μερικοί προβληματισμοί τώρα για τη μετάφραση. Η κ. Κατερίνα Σχινά ασφαλώς μόχθησε για να αποδώσει το απαιτητικό βιβλίο της Μπάιατ, κυρίως επειδή αυτό το έργο είναι όλα όσα περιέγραψα πιο πάνω: Ποίηση, ερωτικό ρομάντζο, Ιστορία, (ψευδο)αρχειακό μυθιστόρημα, φιλολογικό detective story. Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι ως προς τη μετάφραση αυτού του τόμου ισχύει η γνωστή ρήση για το αμετάφραστο της ποίησης. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αποδώσει κανείς ένα ποίημα. Διαβάζουμε συνήθως ωραίες άπιστες μεταφράσεις –και μάλιστα ποιητών– που είτε μεταφράζουν Ντίκινσον είτε σεξπιρικά σονέτα το αποτέλεσμα θυμίζει Τέλλο Άγρα και άλλες που, αντιθέτως, είτε μεταφράζουν Μπλέικ είτε Έλιοτ το αποτέλεσμα ηχεί απελπιστικά «σύγχρονο», δηλαδή άψυχο.

Η κ. Σχινά, που δεν δηλώνει ποιήτρια, επιλέγει μια μέση, αρκετά «αισθαντική», θα έλεγα, οδό για να αποδώσει το βικτωριανό χρώμα, αν και κάποιες φορές η εμμονή της να αποδοθεί οπωσδήποτε η ομοιοκαταληξία του πρωτοτύπου την παρασύρει σε αυθαίρετες κατασκευές που οδηγούν σε αδιέξοδη κατεύθυνση το αίσθημα και το νόημα των ποιημάτων όπως, για παράδειγμα, στην απόδοση των πρώτων στίχων από το ποίημα του Τένισον που εισάγει τον αναγνώστη στο μυθικό Κάμελοτ «On either side the river lie / Long fields of barley and of rye, / That clothe the wold and meet the sky»[2] – που στην εδώ απόδοση θυμίζει κακό Ρώμο Φιλύρα: «Κι από τις δυο πλευρές του ποταμού / Αγροί με σίκαλη και με κριθάρι ομού / Ντύνουν τον κάμπο ως την άκρη τ’ ουρανού.» Μα, ερωτώ, «το κριθάρι ομού»; Προς τι; Σ’ αυτό το απόσπασμα η ομοιοκαταληξία, όχι, δεν είναι το πρώτο ζητούμενο.

Άλλο παράδειγμα: το «Ηοw lovely-white her skin her Lord well knew» αποδίδεται: «Πόσο καλά το γνώριζε το πάλλευκό της σώμα…», οπότε ο αναγνώστης διαβάζει την ταυτολογία ότι το υποκείμενο γνωρίζει το σώμα της ενώ, φυσικά, υποκείμενο είναι ο παντογνώστης Κύριός της που, υπό το άγχος της ομοιοκαταληξίας, χάνεται στο μετάφρασμα.

Δεν θα κουράσω με περισσότερα παραδείγματα αυτού του είδους, για τον απλό λόγο ότι το έργο της μεταφράστριας υπήρξε ιδιαίτερα απαιτητικό και όσα σημειώνω εδώ, απέναντι στο μέγεθος με το οποίο είχε να αναμετρηθεί, θεωρούνται μάλλον πταίσματα.

 

Αυτό, όμως, που με προβληματίζει περισσότερο –υποθέτω ότι το ίδιο συνέβη και στη μεταφράστρια– αφορά στην απόδοση του πολύσημου τίτλου Possession ως Εμμονή (δηλαδή ως οbsession). Η λέξη αυτή έχει μονοσήμαντο, συμπαγές νόημα, δεν μπορεί να αποδώσει το εύρος εννοιών που περιλαμβάνει το Possession και η συνακόλουθη συνειδητή αξιοποίησή του στο πρωτότυπο κείμενο, εύρος που υπαινίχθηκα σε όσα έγραψα παραπάνω.

Ακόμα και η λέξη Μανία (στη θέση του Εμμονή) θα ήταν, κατά την ταπεινή μου άποψη, περισσότερο επιτυχημένη επιλογή, επειδή θα επέκτεινε κάπως την έννοια προς το δαιμονιακό, μεταφυσικό του πράγματος το οποίο αποτελεί συστατική ιδέα του βιβλίου – ιδέα που δεν παραλείπει η Μπάιατ να σημειώσει επίσης στη μικρή Εισαγωγή της (παρατίθεται στην ελλ. έκδοση του βιβλίου): η συγγραφέας εξηγεί ότι από νεαρή ηλικία υπήρξε possessed, την είχε δηλαδή στοιχειώσει, η ποίηση των Τένισον και Μπράουνινγκ…

Η επιλογή αυτή, επαναλαμβάνω, δεν αφορά απλώς τον τίτλο. Εκ των πραγμάτων προξενεί επιπλοκές στο κυρίως κείμενο. Κι αυτό επειδή η Μπάιατ αξιοποιεί όλες τις αποχρώσεις του Possession: κατάκτηση, κτήση, απόκτημα, κυρίευση, κυριαρχία, προσεταιρισμός, δυνάστευση, δέσμευση, δαιμόνισμα, στοίχειωμα κλπ. Εμμένοντας στη μοναδιάστατη, γενικόλογη και άχρωμη επιλογή της λέξης Εμμονή, η μετάφραση στερεί από τον αναγνώστη τη δυνατότητα να διακρίνει την επιμέρους διαφοροποίηση του possession στην κατά περίπτωση χρήση του. Κατά συνέπειαν και συχνά, όποτε η λέξη δεν επαρκεί για να αποδώσει την απόχρωση της συγγραφέως, η μεταφράστρια εξ ανάγκης καταφεύγει σε επινοήσεις με συνηθέστερη την προσθήκη διευκρινιστικών εκτός κειμένου λέξεων κλπ.

Παράδειγμα: στο αγγλικό κείμενο διαβάζουμε: «Α possession, as by daemons. A kind of blinding». Στο ελληνικό: «Μια εμμονή, μια κατακυριάρχηση, σαν να με είχαν καταλάβει οι δαίμονες. Κάτι σαν τύφλωση». Πέρα από την προσθήκη της εκτός κειμένου επεξήγησης (κατακυριάρχηση), διότι προφανώς η μεταφράστρια συνειδητοποιεί ότι το εμμονή δεν επαρκεί, η απόχρωση που το στοίχειωμα, ως πιθανή απόδοση του possession, θα μετέδιδε σε συνδυασμό με το δαιμονικό στοιχείο (αλλά και σε συνδυασμό με τη λιτότητα της όλης διατύπωσης που εντείνει τη δραματικότητα του νοήματος)[3] πιστεύουμε ότι εδώ θα άρμοζε περισσότερο.

Άλλο παράδειγμα: «Ι dislike the hatred which seems to come from outside myself and take possession of me». Απόδοση: «Απεχθάνομαι το μίσος, που φαίνεται να έρχεται από κάπου έξω από μένα και να με διακατέχει ολοκληρωτικά». Μα, διακατέχει ολοκληρωτικά; Αντί απλά στοιχειώνει; Ή, έστω, κατακτά; Για ποιο λόγο;[4] Επειδή πολύ απλά η μετάφραση αποφεύγει επιμελώς να εγκλωβιστεί στους δαιμονιώδεις κυματισμούς του πρωτοτύπου possession. Γεγονός, όμως, που την ωθεί ξανά σε εκτός κειμένου επεξηγηματικές προσθήκες, όπως σε ένα τρίτο παράδειγμα: «Ι felt possessed. Ι had to know», το οποίο αποδίδεται: «Ένιωσα εντελώς κυριευμένος. Είχα πάθει εμμονή. Έπρεπε να μάθω» αντί του σαφέστερου, πλέον λιτού και ασφαλώς πιο δραστικού: «Ένιωσα πως μ’ έχει στοιχειώσει. Έπρεπε να μάθω».[5]

 

Να σημειώσουμε προς επίρρωση των εδώ ισχυρισμών μας, ότι το μυθιστόρημα έχει πυκνές αναφορές στο μεταφυσικό στοίχειωμα, στον παγανισμό, στις αρχαίες κέλτικες δοξασίες, αλλά και στον πνευματισμό με τις αντίστοιχες συνεδρίες που ήταν πολύ της μόδας στα βικτωριανά χρόνια. Μάλιστα δύο ολόκληρα κεφάλαια, πολύ χαρακτηριστικά ως προς την κατανόηση της πλοκής και των χαρακτήρων (τα 17 και 21), ελέγχουν τον πνευματισμό σε ειρωνικό τόνο, κατά τον τρόπο που το κάνει, για παράδειγμα ο Μπράουνινγκ στο ποίημα για τον «κ. Σλατζ»[6] που ήδη αναφέραμε. Τα κεφάλαια αυτά, κατ’ απομίμηση του «κ. Σλατζ», έχουν στο κέντρο τους ένα διασκεδαστικό ποίημα (που, ωστόσο, φωτίζει μια τραγική ανατροπή στα συμφραζόμενα του τέλους) υπό τον αστείο τίτλο Μummy Possest – που εδώ αποδίδεται σοβαροφανώς, δηλαδή εκτός αφηγηματικών συμφραζομένων, ως «Εμμονή της Μάνας». Το ποίημα όμως δεν εξιστορεί απλώς κάποια μητρική εμμονή αλλά συγκεκριμένη ψευδο-μανία, ψευδο-δαιμόνισμα, μιας μητέρας (όχι μάνας, αλλά Mummy, δηλ. Μαμάς επί το ειρωνικότερον) την οποία στοιχειώνει, στην κυριολεξία, το γεγονός της απώλειας του νεογνού της και επιζητά να επικοινωνήσει μαζί του διά του πνευματισμού!

Eίναι, τέλος, χαρακτηριστικό ότι η μοναδική φορά που η λέξη possession τείνει να (αυτο)καταργηθεί ως dispossession (λίγο πριν το τέλος: με την έννοια της απεξάρτησης, της απελευθέρωσης από το στοίχειωμα της ακαδημαϊκής έρευνας, της κάθαρσης κλπ.), η συγγραφέας πολύ έξυπνα –και στο πνεύμα όσων υποστηρίζονται εδώ– γράφει: «Τhis was the moment of truth. Also the moment of dispossession, or perhaps the word was exorcism». Η στιγμή δηλαδή της αλήθειας, στιγμή που καταργείται, επιτέλους, το δαιμονιακό στην έντασή του στοίχειωμα (στιγμή της dispossession), ούτε λίγο ούτε πολύ ισοδυναμεί με εξορκισμό!

 

Για να συνοψίσουμε: η πολύσημη λέξη που τιτλοφορεί το βιβλίο της Μπάιατ υπονοεί τρία βασικά πράγματα τα οποία, σε όλο το πλάτος του μυθιστορήματος, καλύπτονται με σαφείς μεταφυσικές προεκτάσεις που αντιστοιχούν στις δοξασίες και το Ζeitgeist των βικτωριανών χρόνων (και όχι μόνο): το δαιμονισμένο, μανιακό στοίχειωμα κάποιων φιλολόγων με την έρευνα του βίου παλαιότερων ποιητών.[7] Στοίχειωμα που «δικαιολογεί» ως και τη μανιακή, καθόλα ιδιοτελή / ανήθικη / παράνομη προσπάθεια πρόσκτησης, κατοχής, των υλικών τεκμηρίων που άφησαν οι εκλιπόντες ποιητές·[8] στοίχειωμα τέλος, που περιλαμβάνει επίσης τη δαιμονισμένη, μανιακή πορεία προς την ερωτική κατάκτηση του άλλου.[9]

Το στοίχειωμα ανταποκρίνεται σημασιολογικά, ερμηνευτικά, υφολογικά, συντακτικά σε όλες τις παραπάνω έννοιες και, με την επίμονη επανάληψή του στο μετάφρασμα κατά το πρότυπο του πρωτοτύπου, θα μπορούσε να μεταφέρει ικανοποιητικά στον αναγνώστη το βάθος, το πνεύμα και το ύφος εκείνου. Η επιλογή της λέξης εμμονή, εγκλωβισμένη στη μονοδιάστατη σημασία της, υποχρεώνει τη μετάφραση, όπως δείξαμε παραπάνω, σε περιττές προσθήκες, επεξηγήσεις, τεχνάσματα κλπ. σβήνοντας εν τέλει τη λειτουργική δραστικότητα του Possession. Άλλο στοίχειωμα και άλλο εμμονή, έτσι δεν είναι;

 

Το επάγγελμα του μεταφραστή είναι σκληρό. Η πίεση του χρόνου που, κατά κανόνα, ασκούν οι εκδότες μεγάλη. Μεταφράσεις όπως αυτή απαιτούν (τουλάχιστον) δυο χρόνια καθημερινής εργασίας. Κανείς μεταφραστής δεν πληρώνεται σε αντιστοιχία με τον όγκο της δουλειάς του. Κανείς. Επίσης ο μεταφραστής σπανίως κρίνεται και ακόμα πιο σπανίως επαινείται για την επίμοχθη δουλειά του. Τα γράφω αυτά επειδή η μετάφραση κειμένων όπως του μυθιστορήματος της Μπάιατ θέλει κότσια για να ολοκληρωθεί. Και αξίζουν συγχαρητήρια στην κ. Σχινά, για τον μόχθο και την επιμονή της.

Το μετάφρασμά της, πέρα από τους προβληματισμούς μου (επειδή αν αποσιωπούμε, αν δεν συζητούμε τα προβλήματα, χανόμαστε αύτανδροι στο πέλαγος της μεταφραστικής και φιλολογικής ευκολίας), σε γενικές γραμμές στέκεται έντιμα απέναντι στις πολλαπλές προκλήσεις του πρωτοτύπου. Ακτινοβολεί με εύρυθμη, δουλεμένη γλώσσα και ποιητική χάρη που διαλέγεται μαστορικά προς εκείνη του πρωτοτύπου. Ο αναγνώστης βυθίζεται απολαυστικά στην απέραντη και πολύπλευρη ομορφιά του ρομαντίζοντος κειμένου της Μπάιατ.

Αν δεν ίσχυαν τα παραπάνω θα θεωρούσα εντελώς περιττό να καταθέσω δημοσίως τους προβληματισμούς μου – οι οποίοι, κατ’ ουσίνα, δεν αφορούν αποκλειστικά τη μεταφράστρια. Αφορούν και τις δικές μου εμμονές ως μεταφραστή όπως και του καθενός που παλεύει με την απαιτητική τέχνη του μεταφρασμένου λόγου. Ο μεταφραστής, υπό το βάρος των παντοίων απαιτήσεων, ενδο- και εξω-κειμενικών, κάποτε λυγίζει, κάποτε έχει ανάγκη μια τρίτη ματιά. Αυτή την τρίτη ματιά επιχείρησαν οι εδώ μεταφραστικοί προβληματισμοί με αφορμή ένα μυθιστόρημα που (είναι φανερό ότι) πολύ αγαπώ. Κατά τα άλλα: «Ύφανε, υφάντρα του ανέμου», όπως θα έλεγε ο επιστήθιος φίλος μου κ. Τζόις.

 

 

[1] Αυτή η θέση προοικονομείται στο άνοιγμα του μυθιστορήματος με το παράθεμα από το “«Ο κ. Σλατζ, «το Μέντιουμ»” του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ (αποσπασμένο από τη σκοπιμότητα του ποιητή, γι’ αυτήν θα γίνει λόγος παρακάτω), το οποίο καταλήγει πολύ χαρακτηριστικά: «Ηοw on so slight foundation found this tale, / Βiography, narrative?» or, in other words, / «How many lies did it require to make / the portly truth you here present us with?» (= «Πώς σε σαθρά θεμέλια έχτισες τόσο στέρεο μύθο / Βιογραφία, αφήγηση;» Ή μ’ άλλα λόγια / «Πόσα ψεύδη χρειάστηκαν για να κατασκευάσεις / Τούτη τη λαμπρή αλήθεια που μας σέρβιρες εδώ;».

[2] Το απόσπασμα προέρχεται από το ποίημα The Lady of Shalott (1833 / 1842) και όχι από εκείνο που λανθασμένα εξηγείται στη σημ. 95 του τόμου.

[3] Λιτότητα που καταστρέφεται με αυτό το «σαν να με είχαν καταλάβει οι δαίμονες», αντί του απλούστερου «ως από δαίμονες» – αυτό όμως μάλλον αφορά την επιμέλεια του τόμου.

[4] Παρεμπιπτόντως και εδώ η φράση επιμηκύνεται χωρίς λόγο: προς τι αυτό το «να έρχεται από κάπου έξω από μένα» αντί του σαφέστατου, απλούστατου «έξω από μένα»; Αλλά κι αυτό αφορά την επιμέλεια περισσότερο.

[5] Σε παρεμφερές πνεύμα αποδίδεται και η φράση «…the most ardent desire [ενν.: οf my mind / του μυαλού μου] is to be possessed entirely by the pure thought of you» ως «…η πιο φλογερή επιθυμία μου είναι να κυριευτώ εξ ολοκλήρου από την αγνή σκέψη σου» – ενώ θα μπορούσε να αποδοθεί: «η πιο φλογερή επιθυμία μου είναι η αγνή μου σκέψη για σένα να με στοιχειώσει ολοκληρωτικά».

[6] Όνομα που κατά τη γνώμη μας πάλι, οφείλει να αποδοθεί ως ο κ. Βούρκος ή Βόρβορος ή κάτι παρόμοιο, προκειμένου ο αναγνώστης να αντιληφθεί καθαρά τον παθιασμένο, σε μορφή κρυπτολίβελου, λόγο του ποιητή. Στην ανάλογη σημείωση στο τέλος μπορεί να μπει το όνομα στο πρωτότυπο.

[7] «Τhere’s something unnaturally determined about it all. Daemonic. I feel they have taken me over / Yπάρχει κάτι αφύσικα προκαθορισμένο στην όλη ιστορία. Δαιμονιακό. Νιώθω ότι με κατακυρίευσαν». Αυτό θα ομολογήσει η ηρωίδα – φιλόλογος στο τέλος του βιβλίου και της έρευνάς της.

[8] «Ι don’t know what possessed me to do it / Δεν ξέρω τι με στοίχειωσε» (ή τι μ’ έπιασε –που είναι το ίδιο– που με κυρίευσε στην απόδοση Σχινά) ομολογεί ο νεότερος φιλόλογος Ρόλαντ για να δικαιολογήσει την οικειοποίηση ενός θεμελιώδους αρχειακού στοιχείου. (Στο ίδιο πλαίσιο το βιβλίο εξηγεί με λεπτομέρειες ακόμα και το νομικό θέμα της κατοχής (possession) των πνευματικών δικαιωμάτων ενός συγγραφέα: το υλικό μέρος του αρχείου του μπορεί να ανήκει σε κάποιο παν/μιο, ίδρυμα κλπ. αλλά το πνευματικό στους κληρονόμους του…)

[9] Μy dear demon, my tormentor (Αγαπημένε μου δαίμονα, βασανιστή μου) αναφωνεί σε μια επιστολή του ο ποιητής στην απωλεσθείσα ερωμένη του.

 

A.S.Byatt, Μπάιατ, Εμμονή, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, Πόλις

Προηγούμενο άρθροΈκθεση Βιβλίου Φρανκφούρτης : Οι Ίβηρες (επαν)έρχονται, η Ελλάδα μετασχηματίζεται; (του Κώστα Θ. Καλφόπουλου)
Επόμενο άρθροBooker 2022- Shehan Kurunatilaka: Ποιος είναι; (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ