ΗΛΙΑΔΑ: μια ποιητική ιστορία (της Χριστίνας Χατζηβασιλείου)

0
131
Αρχαία που βρέθηκαν στα έργα για το Μετρό στη Θεσσαλονίκη

της Χριστίνας Χατζηβασιλείου (*) 

 

                                                      Aν καταφέρεις να απαλλαγείς από την προσδοκία και                                                          την ελπίδα ναι, είσαι ελεύθερος. ΗΛΙΘΙΕ.

 

Το βιβλίο ΗΛΙΑΔΑ: μια ποιητική ιστορία είναι ειδολογικώς ακατάτακτο, όπως περίπου “ανένταχτος” είναι και ο πρωταγωνιστής του. Δεν είναι ποίηση, δεν είναι χρονογράφημα ή ευθυμογράφημα, δεν είναι σενάριο ούτε θεατρικό έργο, δεν είναι προϊόν μελλοντικής αποδελτίωσης, δεν είναι ημερολόγιο, δεν είναι επιστολικό ούτε αστυνομικό μυθιστόρημα, δεν είναι βιογραφία ή αυτοβιογραφία∙ είναι όλα αυτά ταυτόχρονα. Παρακολουθώντας το ομηρικό έπος, ο συγγραφέας δανείζεται παραθέματα από τις εικοσιτέσσερις ομηρικές ραψωδίες και τα χρησιμοποιεί ως σύντομους, ποιητικούς τίτλους/οδοδείκτες για κάθε μία από τις ισάριθμες ενότητες του βιβλίου, για κάθε ένα –ας το βαφτίσουμε– κεφάλαιο ή καλύτερα κομμάτι ενός ψηφιδωτού. Γιατί αυτό μας δίνει ο Φράγκογλου στο πρώτο του μυθοπλαστικό βιβλίο: ένα παλίμψηστο του οποίου ο αναγνώστης καλείται να ανακαλύψει τις επικαλυπτόμενες, παρελθοντικές γραφές, και να ταξινομήσει τις πιο πρόσφατες, ώστε να μπορέσει να συνθέσει μια ιστορία, την Ιστορία.

Έτσι, σελίδα τη σελίδα, το κείμενο μοντάρεται και ξαναμοντάρεται καθώς μπροστά στα μάτια μας εμφανίζονται πεζά αφηγήματα και διηγήματα, ειδησεογραφικά δημοσιεύματα, αστυνομικά δελτία και ανακοινώσεις για ανθρώπους που εξαφανίστηκαν, προσωπικά ημερολόγια, θεατρικοί διάλογοι και σκηνικές οδηγίες από κινηματογραφικά σενάρια, στίχοι, χαϊκού και δημώδη άσματα, αλλά και φωτιές, εκρήξεις, βομβαρδισμοί και οδοφράγματα, πολιτικά διαγγέλματα και δολοφονίες και απεργίες πείνας και πόρνες και άστεγοι και άτυχοι…

Όλοι τους ανένταχτοι…

Ο Φράγκογλου οικοδομεί ένα δυστοπικό αφήγημα για το σύγχρονο, απορφανισμένο από αισθήματα, παρακμιακό άστυ, γιατί η πόλη είναι, κατά τη γνώμη μου, η βασική πρωταγωνίστριά του. Εδώ θα ήθελα να σταθώ για να επικαλεστώ και τον ανοιχτό διάλογο που βρήκα να έχει το κείμενο αυτό με την Πόλη (2008) του θεατρικού συγγραφέα Μάρτιν Κριμπ (γεν. 1956), ένα θεατρικό έργο άκρως δυστοπικό που πήρε τον τίτλο του από το ομώνυμο ποίημα του Καβάφη, με φόντο έναν άγνωστο πόλεμο που μαίνεται υπογείως σε μια μεγαλούπολη χωρίς να είναι, όμως, ορατός από όλους. Ο άγγλος συγγραφέας κατασκευάζει με όλα τα αφηγηματικά μέσα που διαθέτει ένα road movie για τα νυχτόβια πλάσματα –άντρες κυρίως– (να είναι τυχαίο;) που ζουν σαν σκιές ανάμεσά μας και όλοι επιμένουμε να αγνοούμε. Η διακειμενικότητά της ΗΛΙΑΔΑΣ, όμως, δε σταματά εδώ∙ με τσεχοφική καλοσύνη και λεπτότητα, ο Φράγκογλου συναντά το περιθώριο σε υπόγειες διαδρομές και του προσφέρει μια στέγη για τις ιστορίες του:

«Όταν η γλώσσα αποδομείται και καταρρέει, τότε καταρρέει και η μνήμη, όπως επίσης και η ικανότητα να λέμε ιστορίες και άρα να επιβιώνουμε», μας θυμίζει ο πολύτροπος αφηγητής/παραμυθάς Φίλιπ Ρίντλεϊ (γεν.1964).

Άλλοτε μέσα από δακρυγόνα, φωτιές από συγκρούσεις και άλλοτε μέσα από βραδιές σε πορνεία όπου οι πελάτες διαβάζουν Μπακόλα, άλλοτε σε σκοτεινά φτωχικά χαμόσπιτα, οι νύχτες δεν είναι ποτέ ήρεμες στην πόλη. Ο φόβος κυριαρχεί παντού:

 «Τις μέρες εκείνες του χαλασμού, οι αψιμαχίες, οι εκατέρωθεν απώλειες, τα οδοφράγματα ήταν θέματα δευτερεύοντα, αλλά όλοι γι’ αυτά μιλούσαν. Γιατί δεν τολμούσαν να μιλήσουν για το πιο σημαντικό: το φόβο. Το φόβο της απώλειας».

 Με φόντο το δυστοπικό, μα όχι άγνωστο στους αναγνώστες, τοπίο μιας σύρραξης που εκκινεί γύρω από έναν άντρα με κίτρινο σκουφί και μια πολιτική εμπλοκή που θα μπορούσε να αφορά σε αλλοτινά, πρόσφατα ή μελλοντικά Δεκεμβριανά (πιστεύω ότι σκόπιμα ο μήνας επισημαίνεται), άνθρωποι ζωντανοί- νεκροί, δίχως βούληση σέρνουν τα βήματά τους στους έρημους νοτισμένους δρόμους της Θεσσαλονίκης αναζητώντας τις λέξεις:

«Έτσι πορευόταν η χώρα. Στρεβλή, κουτσουρεμένη, μα περήφανη για την ελευθερία της, που οι κάτοικοί της τη μάθαιναν στο σχολείο και την τραγουδούσαν στον εθνικό τους ύμνο. Και όταν ερχόταν κανένα κακό, γιατί τη μάτιαζαν οι άλλοι, που την ζήλευαν, κοστουμάτοι χλεμπονιάρηδες και ανέραστες καρακάξες του βορρά, έπιανε το μοιρολόι για τα περασμένα, τα παντοτινά περασμένα. Μα υπήρχαν και κάποιοι – λίγοι είν’ η αλήθεια – που δεν μιλούσαν. Τα μάτια τους μύριζαν το θάνατο, η γλώσσα τους άκουγε τους θρήνους, τα ρουθούνια τους έβλεπαν το αίμα και τ’ αυτιά τους γεύονταν το σίδερο.

Ο Φράγκογλου έχει μέσα στις αμέτρητες λογοτεχνικές και φιλολογικές αποσκευές του και έναν οδηγό που κατά τη γνώμη μου ξεχωρίζει: η πόλη που μας περιγράφει είναι έρημη και στέρφα, καθώς ο Τ.Σ. Έλιοτ (The Wasteland, 1922) πιστεύω ότι του γνέφει από μακριά: o Έλιοτ, εξάλλου, δεν λογαριάζει τους νεκρούς στον Άδη, μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, αλλά τους ζωντανούς νεκρούς σε μια ζωή χωρίς νόημα. Χρησιμοποιώντας λογοτεχνικά σπαράγματα, πάμπολλες θρησκευτικές αναφορές –κυρίως σανσκριτικές μαντείες– συνθέτει ένα εμβληματικό παλίμψηστο που χαρακτηρίστηκε ως περιγραφή μιας παρακμάζουσας κοινωνίας, αλληγορία ή ακόμα και αυτοβιογραφία.

Και ολοένα και σιγουρεύομαι πως και ο Φράγκογλου στέκεται κάπου κει ανάμεσα. Η προσέγγιση στο επικίνδυνο ξωκλήσι του ελιοτικού «Τι είπε ο κεραυνός», υπάρχει και εδώ καθώς η ελπίδα γίνεται προσευχή ξημερώματα στην κορυφή του Προφήτη Ηλία:

«Και αυτοί ανέβαιναν νυχτιάτικα στην κορυφή του Προφήτη Ηλία, να δουν από ’κει το ξημέρωμα της μέρας, με τη θάλασσα στο βάθος, και να πιάσουνε το χορό γύρω απ’ το ψηλό κυπαρίσσι του ξωκλησιού αγγίζοντας με όλες τις αισθήσεις τους τον ουρανό. Αλλά μιλιά δεν έβγαζαν. Γιατί το ανείπωτο λέξεις δεν έχει, κι ο παραμυθάς ένα κενό. Και δεν ξέρουμε αν ζήσανε καλά…»

Το τέλος της Έρημης Χώρας, όπως και της ΗΛΙΑΔΑΣ δεν υπόσχεται τη σωτηρία, αλλά επιβεβαιώνει την έλλειψη πίστης στον σύγχρονο άνθρωπο. Όπως τότε, έτσι και τώρα. Ο χρόνος στην ΗΛΙΑΔΑ δεν είναι γραμμικός. Ωστόσο, το παρελθόν ως ηθική υποχρέωση υπεράσπισης των νεκρών είναι ο πιο ισχυρός χρόνος στο βιβλίο και το ρήμα “δικαιώνομαι” που αντηχεί σε κάθε σελίδα, θαρρείς, ανήκει κι αυτό στο παρελθόν.

Και τώρα μπορούμε πια να αντιληφθούμε γιατί η ΗΛΙΑΔΑ με ήτα και η Ιλιάδα με γιώτα, συγκατοικούν: γιατί και οι δύο εκκινούν από τη μήνι, την οργή. Στην Ιλιάδα ο ακροατής/αναγνώστης αντιλαμβάνεται το θέμα από τους πρώτους κιόλας στίχους –ας μην ξεχνάμε πως στο πρωτότυπο κείμενο η πρώτη λέξη είναι η «µῆνις». Αυτό είναι και το θέμα του έπους, η οργή δηλαδή του Αχιλλέα μετά τη σύγκρουσή του με τον Αγαμέμνονα. Αλλά ποια είναι η «μήνις» της κατά Φράγκογλου νέας ΗΛΙΑΔΑΣ με ήτα;

Απεργία πείνας άρχισε, μπροστά στο Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, ο γνωστός αρχιτέκτονας Ηλίας Παπαδόπουλος, με αίτημα την προστασία των αρχαιολογικών θησαυρών που βρέθηκαν στις εργασίες διάνοιξης του Μετρό της πόλης μας.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ Η. Π. Παπαδόπουλος Ηλίας (Θεσσαλονίκη 1970-). Γιος ανώτερου δικαστικού σπούδασε αρχιτεκτονική στη Φλωρεντία (1989-1994). Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, εργάστηκε σε διάφορες εταιρίες αναστήλωσης αρχαίων μνημείων. Κύριο έργο του η επιχείρηση μεταφοράς και εγκατάστασης των ευρημάτων από το σταθμό Βενιζέλου του Μετρό Θεσσαλονίκης στο χώρο της ΔΕΘ, με τη μορφή σύγχρονου αρχαιολογικού πάρκου. Στη διάρκεια του εγχειρήματος, απολύθηκε, και έκτοτε αγνοούνται τα ίχνη του.

Σαν τα αρχαία ευρήματα του υπό κατασκευή σταθμού μετρό της Βενιζέλου που θυσιάστηκαν στους βωμούς πολιτικών συμφερόντων και εργολαβικών αποζημιώσεων, τα λογοτεχνικά νήματα του Φράγκογλου –σπασμένα κομμάτια μιας κοινής ιστορίας αφηγούμενης με διαφορετικά μέσα–, ξεθάβονται από τους αναγνώστες που καλούνται να συγκολλήσουν τα θαμμένα από τη σκόνη του χρόνου ευρήματα.

Και να η ιστορία που συναρμολογείται:

Ο Η. είναι οικογένεια με τη Μ. και έχουν ένα δεκάχρονο γιο, τον Ανδρέα. Ο Η. εργαζόταν ως υπεύθυνος μετεγκατάστασης των αρχαιοτήτων από τον σταθμό Βενιζέλου. Ο Η. ενημερώνει με συνεχείς οχλήσεις την εταιρεία ΜΕΤΡΟ ΑΕ για το έγκλημα που συντελείται και επιμένει με επιστολογραφία στην καταγραφή εναλλακτικών λύσεων. Ο Η. απολύεται. Η Μ. παίρνει το παιδί τους και εγκαταλείπει τον Η. Ο Η. νεοάστεγος, μ’ έναν κίτρινο σκούφο μόνιμα στο κεφάλι του, επισκέπτεται κάθε Τρίτη τη βυθισμένη στα δικά της σκοτάδια Νίτσα και ξεχνιέται για λίγο. Στης Νίτσας διαβάζει πάντα Μπακόλα. Ο Η. ιδρύει το κόμμα των «Τριών Τελειών» που παίρνει διαστάσεις επανάστασης. Το ιδρυτικό μανιφέστο των «Τριών Τελειών» θα μπορούσε να συνοψιστεί στα εξής:

 

Οδηγίες χρήσης της νεοελληνικής γραμματικής:

  1. Διάβασε πρώτα τα κεφάλαια του ετυμολογικού (παραγωγή-σύνθεση): εκεί κρύβεται η αλήθεια.
  2. Συνέχισε με τις μικρές άκλιτες λέξεις: εκεί κρύβεται η λογική.
  3. Πρόσεξε το κεφάλαιο της στίξης: εκεί κρύβεσαι εσύ.

Ο Ηλίας έσκισε την σελίδα και την έβαλε στην τσέπη του.

 

Στην πορεία του βιβλίου θα συναντήσετε μέλη αυτού του κόμματος. Θα συναντήσετε επίσης και άλλα πρόσωπα, αρκετά ανδρικά και δύο γυναικεία και δυστυχώς θνησιγενή (καθόλου τυχαία επιλογή) που θα σας απασχολήσουν. Η ικανότητα του Φράγκογλου να τρυπώνει στην ψυχοσύνθεση των προσώπων αυτών αποτυπώνεται στη γλώσσα που χρησιμοποιεί: ποικιλόμορφη και σταράτη παίρνει το σχήμα των χειλιών κάθε χαρακτήρα, ταυτόχρονα δοκιμιακή, γνήσια λαϊκή και αρχέγονη. Είναι οι καταβολές της γενιάς του ’30.

Αυτό που μπορώ να σας πω, όμως, είναι πως οι υπνωτισμένοι και μοιρολάτρες κάτοικοι της σακατεμένης χώρας του Φράγκογλου, έχουν χάσει την ικανότητα του λόγου και άρα της δημόσιας δράσης και μόνο σιωπούν μπροστά στη βία που υπερχειλίζει από τα μπαλκόνια της εξουσίας και τα ΜΜΕ. Και τα βουβά πρόσωπα, όπως ξέρουμε από την αρχαία τραγωδία, είναι τα πιο επικίνδυνα, γιατί μέσα τους φωλιάζει αδάμαστος και άφατος ο πόνος. Ξαναθυμίζω εδώ το σημείο κλειδί στη δική μου ανάγνωση, και ένα από τα αγαπημένα μου αποσπάσματα:

 «Μα υπήρχαν και κάποιοι –λίγοι είν’ η αλήθεια– που δεν μιλούσαν. Τα μάτια τους μύριζαν το θάνατο, η γλώσσα τους άκουγε τους θρήνους, τα ρουθούνια τους έβλεπαν το αίμα και τ’ αυτιά τους γεύονταν το σίδερο. Και αυτοί ανέβαιναν νυχτιάτικα στην κορυφή του Προφήτη Ηλία, να δουν από ’κεί το ξημέρωμα της μέρας, με τη θάλασσα στο βάθος, και να πιάσουνε το χορό γύρω απ’ το ψηλό κυπαρίσσι του ξωκλησιού αγγίζοντας με όλες τις αισθήσεις τους τον ουρανό. Αλλά μιλιά δεν έβγαζαν. Γιατί το ανείπωτο λέξεις δεν έχει, κι ο παραμυθάς ένα κενό».

 Πρόκειται, επομένως, για ένα βιβλίο-επίκληση στο δημόσιο λόγο, στην  άρθρωση του λόγου που αποτελεί δημόσια δράση, ένα βιβλίο-μανιφέστο για την ανάληψη ευθυνών εκ μέρους των πολιτών και των σκεπτόμενων ανθρώπων, απέναντι στους άλλους ανθρώπους, απέναντι στα ζώα και τη φύση που είναι συχνά παρούσα ως υπενθύμιση θείας τιμωρίας. Πρόκειται, επίσης, για ένα βιβλίο για τη δικαίωση, που τοποθετεί μπροστά στα μάτια μας έναν ολόσωμο καθρέφτη και μας υποχρεώνει να κοιταχτούμε γυμνοί. Είναι αξιοσημείωτο πως με ελάχιστες εξαιρέσεις όλα τα αφηγηματικά νήματα του αφηγητή/παραμυθά Φράγκογλου (ο οποίος αναγνωρίζει την αδυναμία του μπροστά στο βάρος της κοινωνικής αδράνειας) είναι γραπτά/τυπωμένα, αποτελούν οδηγίες και σκέψεις και δεν αφορούν σε ζωντανούς διαλόγους.

Και αυτό είναι επικίνδυνο:

«Θα ’ρθει καιρός που ο λόγος θα είναι άχρηστος, γιατί λογική δε θα υπάρχει. Θα ’ρθει καιρός που η σιωπή θα κυριαρχήσει. Η σιωπή: η μάνα του νέου κόσμου. Σιγά-σιγά! Θα καταφάει τον λόγο και θα τον φτύσει, όπως ο γάιδαρος φτύνει το κουκούτσι απ’ το βερίκοκο. Και τότε όλα τα πλάσματα θα έχουν μια κοινή γλώσσα, το βλέμμα· και μια γιατρειά για κάθε πόνο, το χάδι».

Βρισκόμαστε κατά συνέπεια σε μια δυστοπική εποχή μεταδημοκρατίας όπως αυτή περιγράφεται από τον Ζακ Ρανσιέρ, μια εποχή «όπου η πολιτική μετατρέπεται σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο θέαμα σκιών πίσω από το οποίο οι πραγματικές αποφάσεις λαμβάνονται μέσα από τη “διαπλοκή” κυβερνήσεων και μεγάλων συμφερόντων» (βλ. Γιάννης Σταυρακάκης, «Πρόλογος» στο βιβλίο της Σαντάλ Μουφ, Το δημοκρατικό παράδοξο, Πόλις, 2008, σσ. 19-20). Στην ΗΛΙΑΔΑ το περιθώριο και η ιστορία του πρωταγωνιστή της Ηλία Παπαδόπουλου δεν είναι άμεσα ορατό. Ο Φράγκογλου φέρνει στο φως όλους τους πεζούς, καθημερινούς Παπαδόπουλους της Ελλάδας μέσα από μια κινηματογραφική κάμερα που ακολουθεί στις βόλτες του τον Α.Χ. μαζί με τον σκύλο του Άρκον από τα μάτια του οποίου αποκαλύπτεται  το περιθώριο και το story board. Για όλα αυτά υπάρχουν σκηνικές οδηγίες. Άρα πρόκειται εξολοκλήρου για μια κατασκευή λόγου ειρωνικά βαλμένη ως τέτοια;

Πιθανότατα.

Η Τζούντιθ Μπάτλερ υπογραμμίζει ότι αν μας αφορούν μόνο οι οικείοι μας ή αν προσεγγίσουμε τον άνθρωπο ως αφηρημένη έννοια, αυτό σημαίνει ότι έχουμε μια περιορισμένη αντίληψη της ευθύνης μας και ότι αρνούμαστε μια διαπολιτισμική προσέγγιση μεταξύ ημών και των Άλλων. Μια στροφή προς αυτή την κατεύθυνση, επομένως, σημαίνει πως όλες οι ζωές δεν είναι το ίδιο ευάλωτες, άρα φέρνει στο φως την «άνιση γεωπολιτική κατανομή της τρωτότητας», θέτοντας ερωτήματα ως προς την ευθύνη που φέρουμε.

«Για καθετί χρειάζεται πάθος και τόλμη. Η Μαρία το είχε καταλάβει αυτό την ώρα που πετούσε για τ’ αστέρια, κάτω από ένα σωρό πέτρες, την τρίτη μέρα των βομβαρδισμών. Σκέφτηκε όλη την ώς τότε ζωή της και αντιλήφθηκε πως έφευγε, γιατί δεν είχε την ικανότητα να γίνει απρόβλεπτη· και πως τελικά αυτό ήταν η ζωή: το αναπάντεχο, το παράξενο, το ξαφνικό. Και για τρεις μέρες πήρε ζωή, όχι ολόκληρη, μισή, και τριγύρναγε στους δρόμους η προσωρινά νεκραναστημένη και τραγούδαγε τη δύναμη της ζωής, που τρέφει τα πάθη».

 H ευθύνη του πολίτη, η δική μας εν ολίγοις ευθύνη για τις επιλογές που κάνουμε τρώει τα σωθικά του αναγνώστη της ΗΛΙΑΔΑΣ, αν και ο Φράγκογλου ποτέ δεν νουθετεί:

 

Εκ του αστυνομικού δελτίου:

Χθες, την 11ην βραδινή, συνελήφθησαν, μετά από έφοδο της αστυνομίας, σε διαμέρισμα της οδού Αφεντούλη αριθμ. 10, οκτώ άτομα που έπαιζαν ζάρια. Παρότι δε βρέθηκαν χρήματα στο σημείο της εφόδου, οι συλληφθέντες δεν αφέθησαν ελεύθεροι, μέχρι να διευκρινιστεί τι εννοούσαν με τη δικαιολογία τους κατά τη σύλληψή τους: «Δεν παίζαμε για χρήματα. Την τύχη της χώρας παίζαμε στα ζάρια».

 

(*) Η Χριστίνα Χατζηβασιλείου είναι σκηνοθέτρια και επίκουρη καθηγήτρια υποκριτικής-σκηνοθεσίας στο Τμήμα Θεάτρου του Α.Π.Θ. Το κείμενο αποτελεί προφορική εισήγηση στην πρώτη παρουσίαση της Ηλιάδας (Θεσσαλονίκη, 5/12/2023).

 

Γιώργος Φράγκογλου, Ηλιάδα. Μια ποιητική ιστορία, Σαιξπηρικόν 2023.

 

info: Ο Γιώργος Φράγκογλου γεννήθηκε το 1960 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε φιλολογία στο Α.Π.Θ. και υπήρξε μάχιμος εκπαιδευτικός στη δημόσια μέση εκπαίδευση για πάνω από τριάντα χρόνια. Παράλληλα, ασχολήθηκε με το θέατρο με διάφορους τρόπους: πάνω από πενήντα παραστάσεις με μαθητές, διδασκαλία θεωρητικών μαθημάτων στο Τμήμα Θεάτρου του Α.Π.Θ.(1997-2004) και σε δραματικές σχολές, διεύθυνση σπουδών της δραματικής σχολής του Κ.Θ.Β.Ε.(2001-2004), εμψύχωση ερασιτεχνικής θεατρικής ομάδας, θεατρική κριτική (εφ. Θεσσαλονίκη, Εντευκτήριο), συμμετοχές σε θεατρολογικά συνέδρια, υποκριτική (Πειραματική Σκηνή της “Τέχνης”, Θέατρο Τ, ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης), μέλος επιτροπής θεάτρου του Δήμου Θεσσαλονίκης (2022-2023), γραφή στίχων (“Τρελαντώνης”,Κ.Θ.Β.Ε.,2002), διασκευή παραδοσιακών παραμυθιών (“Οι απ’ αλλού φερμένοι”, Κ.Θ.Β.Ε.,2020). Η Ηλιάδα είναι η πρώτη του συγγραφική απόπειρα.

Προηγούμενο άρθροΑντόνιο Παντοβάνι: Ένας Ιταλός μπάτσος στο Παρίσι – Έξι ανατρεπτικά νεοπολάρ του Φρεντερίκ Φαζαρντί (του Μάρκου Κρητικού)
Επόμενο άρθρο«Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί». Ζωντανό κείμενο, γοητευτική παράσταση (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ