«στο φρένιασμα του φθινοπώρου…» (της Δέσποινας Παπαστάθη)

0
108

 

της Δέσποινας Παπαστάθη

 

Το χρυσόψαρο

Ένα μικρό χρυσόψαρο ήμουν

με μια τοσοδούλα μνήμη

και ήμουν ασήμαντο

δυστυχισμένο.

 

Μόνη μου παρηγοριά

η ασφάλεια της γυάλας.

 

Θα την εξαγόραζα όμως

αν ήξερα πως έξω εκεί

είναι πιο λίγα

αυτά που πρέπει να ξεχνάς

απ’ όσα πρέπει να θυμάσαι.

 

Η ποίηση είναι μια « […] μορφή κοινωνικότητας».[1] Η ποίηση «μας στερεώνει, μας οργανώνει ψυχικά. Μπορούμε να λειτουργήσουμε, να είμαστε ποιητές μέσα στο ποίημα του άλλου. Το οικειοπούμαστε και μας οικειοποιείται στην ψυχική μας οικοδόμηση».[2] Ο Βύρων Λεοντάρης αναφέρει πως δεν υπάρχει χαρούμενη ποίηση και αυτό γιατί «και το κλάμα και η ποίηση έχουν τις ρίζες τους στα ιδιωτικά μυστικά της ψυχής, που συνιστούν άπειρες μεταμορφώσεις και μεταμφιέσεις του ενός και μοναδικού μυστικού μας», που δεν είναι άλλο από την «αίσθηση πως το προσωπικό πρόβλημα υπάρχει σαν άλυτο πάντα πρόβλημα και πως είναι αβάσταχτο να το δεχτούμε σαν άλυτο».[3] Ο ποιητής μέσα από τους στίχους του ζητάει να λύσει το πρόβλημα αυτό και να «λυθεί απ’ αυτό».[4] Όμως, «δεν λέει τα μυστικά του. Τα φυλάει μέσα του ζηλότυπα, τα περιποιείται, τα καλλιεργεί, παράγοντας απ’ αυτά νέα μυστικά, πλουταίνοντας άπληστα το ψυχικό βιός του».[5] Όταν, λοιπόν, μιλάς για τα ποιήματα που γράφει ένας ποιητής είναι σαν να προσπαθείς να αποκαλύψεις τα μυστικά της ποίησής του.

Η ποιητική συλλογή του Γιώργου Κουλιανού με τίτλο Από ποίηση ευθυνών αποτελείται από 50 ποιήματα, τα οποία αναδεικνύουν πως η ποίηση απαθανατίζει με λέξεις το Ανίατο, το αμετάκλητο του θανάτου, την απόγνωση που προκαλεί το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης και η φθορά που επιφέρει ο χρόνος, αλλά και τον εναγώνιο ποιητικό αυτοπροσδιορισμό και προσανατολισμό του δημιουργού απέναντι στην ποιητική παράδοση και τους σύγχρονους ποιητές.

Κυρίαρχη στα ποιήματα της συλλογής είναι η θλιμμένη, μελαγχολική ατμόσφαιρα. Τα ποιητικά δρώμενα διαδραματίζονται ταυτόχρονα στον έξω και τον έσω χώρο, όπου επικρατούν οι διανοητικές συσχετίσεις, η ειρωνική διάθεση, η αιχμηρότητα της γραφής αλλά και το συναίσθημα, που υπαγορεύεται από το φευγαλέο και το απραγματοποίητο στις ποικίλες εκδοχές του. Η θλίψη και η μελαγχολία ως κύριες συναισθηματικές τροπικότητες του υποκειμένου της ποιητικής αφήγησης συνδέονται άρρηκτα με τον μόνιμο υπαρξιακό προβληματισμό που γεννά το αμετάκλητο του θανάτου.

Γράφει ο Κουλιανός στο ποίημα με τον δηλωτικό του συναισθήματος τίτλο «Θλίψη»[6]:

«Ήμασταν πάντοτε θλιμμένοι στο σπίτι εκείνο.

Δεν ήταν, κάθε άλλο, μικρό ή ετοιμόρροπο

(το μπαλκόνι με ακρίβεια όριζε το ικρίωμα)

πατζούρια δεν υπήρχαν στα παράθυρα

κι ό,τι δεν ποθήσαμε ό,τι δε ζήσαμε

σκληρό αμετάκλητο ράμφιζε τα τζάμια.

 

Κι όμως κάθε βράδυ

Πατζούρια χτυπούσαν μες τους ύπνους μας

Ξυπνώντας

κι αυτούς που θέλησαν και πόθησαν

κι αυτούς που λύγισαν στο ικρίωμα

 

Κοινή η μοίρα των πεπλανημένων.

 

Χρόνια μετά πιάσαμε να εξηγούμε

Γιατί τα χρώματα στους τοίχους

ήταν ακόμα φωτεινά

Οι σκιές των κρεμασμένων

Αντιστέκονταν στις λάμψεις

Και τα κάντρα στο σαλόνι

το ίδιο μέναν σιωπηλά κι αγέραστα

Μα εξήγηση δεν δώσαμε καμία.

Μήτε ποτέ μπορέσαμε.

 

(άγνωστη γραφή ακόμα της ανάκλησης)

 

Ώσπου αργότερα με τον καιρό

Και το ψιλό της γνώσης κοσκίνισμα

Το μάθαμε καλά

 

πως απ’ αλλού έμπαζε θάνατος.»

 

Ο θάνατος, «οργανικά συνυφασμένος με την αντίληψη της ύπαρξης» και όντας «το σταθερό ερέθισμα για έντονες ποιητικές συγκινήσεις»,[7] είναι η αιτία της θλίψης του ποιητικού υποκειμένου το οποίο δηλώνει ανενδοίαστα σε α΄ πληθυντικό πρόσωπο πως ήταν πάντοτε θλιμμένοι στο σπίτι εκείνο. Η περιγραφή του σπιτιού –το οποίο αν και δεν ήταν μικρό ή ετοιμόρροπο, με τα κάντρα στο σαλόνι να παραμένουν σιωπηλά και αγέραστα χρόνια μετά, και τις σκιές των κρεμασμένων να αντιστέκονται στις λάμψεις– δεν έχει ως στόχο την αναπαράσταση της εξωτερικής πραγματικότητας, αλλά την ερμηνεία της και ειδικότερα της συναισθηματικής κατάστασης του ποιητικού ήρωα, καθώς η περιγραφή συνιστά μια αφηγηματική τεχνική που μεταφέρει τις διαθέσεις και τις στάσεις μέσα από τις οποίες ο δημιουργός αποδίδει τον γύρω και τον έσω κόσμο, όπως αυτός τον αντιλαμβάνεται: όμορφο ή άσχημο, ευχάριστο ή δυσάρεστο, χαρούμενο ή θλιμμένο. [8]

Ο προβληματισμός και η αγωνία για το αναπόφευκτο του θανάτου αποτελούν κυρίαρχα μοτίβα στα ποιήματα της συλλογής τονίζοντας την ελεγειακή τονικότητα της φωνής του ποιητή. Το ποιητικό υποκείμενο προθερμαίνεται, όπως διαβάζουμε στο ποίημα με τίτλο «Προθέρμανση»[9] για το αναπάντεχο με κάθε αφορμή:

«Κι ω ξέγνοιαστη πλεύση

με τη σκούνα «Περσεφόνη» του μπάρμπα Γιάννη

απ’ τις πηγές ως την κοίτη του Αχέροντα

 

πόσο με χαλαρή προθέρμανση μοιάζεις!»

 

Το όνομα της σκούνας «Περσεφόνη», καθώς και η θαλάσσια διαδρομή με κατάληξη την κοίτη του Αχέροντα συνιστούν μυθικές ψηφίδες που αναιρούν το ξέγνοιαστο του ταξιδιού. Η ένταξη του μύθου στην ποιητική κατασκευή ενεργοποιεί την επιλεκτική ικανότητα του δημιουργού να οργανώσει «τα μυθικά μοτίβα ή μυθήματα μέσα στο ίδιο το ποίημα, καθιστάμενο ταυτόχρονα χώρος παραγωγής του μηνύματος αλλά και αντικείμενο της επικοινωνιακής πράξης».[10] Η επιφωνηματική έκφραση στην αρχή σε συνδυασμό με το θαυμαστικό στο τέλος του ποιήματος εντείνουν τον ειρωνικό χρωματισμό της φωνής του ποιητή. Η ειρωνεία είναι εκείνος ο ρητορικός τρόπος που δίνει λεκτική μορφή στην υπαρξιακή αγωνία του θανάτου και της απώλειας, αφού στη βάση της βρίσκεται η αντίθεση ενός φαινομένου και μιας πραγματικότητας. Το ποιητικό υποκείμενο είναι ταυτόχρονα ο είρων και το θύμα της ειρωνείας καθώς παρουσιάζει ένα φαινόμενο –αυτό της πάλης για τη συνέχεια της ζωής– και υποκρίνεται ότι αγνοεί την πραγματικότητα του θανάτου, ενώ ταυτόχρονα ως θύμα της ίδιας της ειρωνείας του εξαπατάται από το φαινόμενο και αγνοεί την πραγματικότητα.[11] Ο Vladimir Jankélévitch ορίζει την ειρωνεία «ως δύναμη για παιχνίδι, για πτήση στους αιθέρες, για ακροβασία πάνω στα νοήματα, προκειμένου να τα αρνηθεί ή να τα αναδημιουργήσει».[12] Το νόημα που επιδιώκει να αρνηθεί ο ποιητής δεν είναι άλλο από αυτό της απτής πραγματικότητας της φθοράς που επιφέρει ο χρόνος και τελικά ο θάνατος.

Η ελεγειακή τονικότητα στη φωνή του δημιουργού ενισχύεται από τη συνειδητοποίηση πως τίποτε δεν αλλάζει στη φυσική πορεία των ανθρώπινων πραγμάτων, αφού, όπως διαβάζουμε στο ποίημα με τίτλο «Κι εφέτος»[13]:

«Κι όμως

τα λόγια που ξέχασε να πει

στον επικήδειο εκείνο

-παλιά μεταχειρισμένα λόγια-

που είχε πάντοτε έτοιμα

για τέτοιες περιστάσεις

ολότελα δεν πήγανε χαμένα

γίνανε πάλι του συρμού

αφού κι εφέτος

θάνατο θ’ απαγγείλουν.»

 

Η εκφώνηση του επικήδειου αποτελεί μέρος του τελετουργικού της ταφής με στόχο την παρηγοριά του εμπλεκόμενου στον θρήνο κοινού μέσω της διατήρησης ζωντανής της μνήμης και των επιτευγμάτων του νεκρού στους οικείους του. Ωστόσο, πρόκειται για λόγια παλιά και μεταχειρισμένα, έτοιμα για τέτοιες περιστάσεις, που χρησιμοποιούνται κατ’ επανάληψη και αδιακρίτως από τον ποιητικό ήρωα. Η αποδόμηση της αξίας του τελετουργικού στερεί από το υποκείμενο της ποιητικής αφήγησης κάθε πιθανότητα απόρριψης της θλίψης μέσω της τέλεσής του.

Το γέλιο με το δάκρυ συμπλέκονται στο ποίημα με τίτλο «Το γέλιο»,[14] στο οποίο η έκφραση του θρήνου που προκαλεί ο θάνατος μετουσιώνεται σε πράξη μέσω του τελετουργικού αρχαίου χορού των αντρών. Οι ρυθμικές κινήσεις, οι ψίθυροι και οι φωνές, τα δάκρυά τους κορυφώνουν το δράμα της απώλειας και του αποχαιρετισμού της νεκρής:

«Ύστερα μπήκαν οι άντρες με τα μαύρα πουκάμισα.

Κάθισαν ήρεμα στις καρέκλες

κι έβγαλαν τα κομπολόγια.

Δάκρυα κεχριμπάρι οι χάντρες τους.

 

Στη μέση ξαπλωμένη η νεκρή.

 

Και καθώς έτρεχαν τα δάκρυα απ’ τις χάντρες

ένα σιγανό ψιθύρισμα πλημμύριζε την αίθουσα.

Οι άντρες τότες ξάφνου σηκωθήκαν

κι αρχίσανε να κάνουν κάτι κινήσεις ρυθμικές

σαν όρχηση αρχαίου χορού.

Κι όλο τα δάκρυα τρέχανε απ’ τα κομπολόγια

όλο δυνάμωναν οι ψίθυροι

και γίνονταν φωνές.

 

Χλωμή, κρουστή κι αδάκρυτη

η μάσκα της νεκρής.

 

Μέσα στο δάκρυ ωστόσο

μέσα στο πέτρινο εκείνο δάκρυ

των κομπολογιών

το γέλιο της νεκρής έβλεπες.»

 

Η μελαγχολική διάθεση, η απερήμωση, η αγωνία για το εφήμερο του ανθρώπινου σώματος αισθητοποιούνται μέσα από τα δάκρυα, τα οποία συνιστούν γλώσσα επικοινωνίας. Παραδοσιακά, γυναίκες και άντρες θρηνούν διαφορετικά για την απώλεια των αγαπημένων προσώπων, ενώ είναι γενικά αποδεκτό πως ανεξάρτητα από το πόσο διαφορετικές είναι οι κοινωνίες μεταξύ τους, οι γυναίκες είναι αυτές που έχουν την υποχρέωση να συνομιλήσουν με τους νεκρούς μέσω του θρήνου και του γοερού κλάματος, καθώς είναι αυτές που κυριαρχούν πάνω στα τελετουργικά της ζωής και του θανάτου. [15] Ωστόσο, στο ποίημα με ένα ενδιαφέρον λεκτικό παιχνίδι τα δάκρυα συνδέονται με τον χορό των αντρών, ο οποίος κατά παρέκκλιση της παράδοσης, σωματοποιεί τον θρήνο για την απώλεια μέσα από την εικόνα των δακρύων καθιστώντας την ακόμα πιο τραγική.

Ξεχωριστή θέση στον υπαρξιακό προβληματισμό του Κουλιανού κατέχει το ποίημα με τίτλο «Σε μνήμη», αφιερωμένο «Στη Νίκη».[16] Πρόκειται για μια ελεγεία που διατηρεί ζωντανή τη μνήμη της αγαπημένης αδερφής. Σκοπός δεν είναι η εξύμνηση, ούτε η αποθέωσή της, αλλά η έμφαση στο θέμα της απώλειάς της, ο θρήνος για το κενό που αφήνει ο θάνατος ως αναπόφευκτη κατάληξη της υλικότητας του ανθρώπου. Παραθέτω τους στίχους του ποιήματος:

«Κάποτε ήσουν η μεγάλη αδερφή

μα τώρα έχω σχεδόν τα διπλάσια χρόνια σου.

 

Πόσο ψηλώνει η απόσταση όταν τρέφεται με οδύνη…

 

Εγώ εξαργύρωσα το υπόλοιπο της μεσολάβησης

ξοδεύοντας μέρες, μήνες, χρόνους, εδώ κι εκεί

πτυχίο, δουλειά, οικογένεια, σπίτι,

συμβάσεις αορίστου ευθύνης

 

κι απώλειες, ποικίλες ακριβές απώλειες…

 

Εσύ ούτε βήμα από τότε

που έχασες το μερτικό σου.

 

Συνέβησαν πολλά στο μεταξύ

ή και τίποτα

όπως το δει κανείς…

Ίσως καλύτερα να μένεις να τα κοιτάς

να πληθαίνουν, να ψηλώνουν, να μακραίνουν

και να σου βγάζουν τη γλώσσα.

 

Αλλιώς καλύτερα να βγεις

και να μου πεις

«είχαμε Άγιο»…

 

Η οδύνη αποδίδει με τρόπο τραγικό τα συναισθήματα που κατακλύζουν το υποκείμενο της ποιητικής αφήγησης: τη θλίψη που γίνεται μελαγχολία, τη μοναξιά, την αίσθηση πως όλα είναι ή έγιναν μάταια. Η συχνή χρήση των αποσιωπητικών, η επανάληψη της λέξης απώλειες, το ασύνδετο σχήμα, αλλά και η επίμονη αποστροφή σε ένα εσύ που είναι αμετάκλητα απόν, αισθητοποιούν την ελλειπτική φύση της ζωής, το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης, καθιστώντας τη γραφή προσωδία θανάτου που κορυφώνει την ελεγειακή τονικότητα στη φωνή του ποιητή.

Η φθοροποιός επίδραση του χρόνου πάνω στα ανθρώπινα και μη αισθητοποιείται μέσα από το μοτίβο των γηρατειών στα ποιήματα της συλλογής, καθώς συνειδητοποιεί κανείς πως με τα πολλά φτάνει, όπως διαβάζουμε στο ποίημα με τίτλο «Ηλικία αραίωσης»[17]

«[…] στο φρένιασμα του φθινοπώρου

στη λεγόμενη «ηλικία της αραίωσης»

όπου αραιώνουν

«[…] των τριχών οι συστοιχίες

η συμπαγής τάξη των οδόντων

οι αγέρωχες γραμμές συνουσιών

οι στιβαρές ευκρίνειες

τα συμπαγή ξυπνήματα

κι άλλες πυκνότητες του βίου».

Τα γηρατειά ξεθυμαίνουν τη ζωτικότητα του ανθρώπου, στερώντας του τη χαρά του έρωτα, προκαλώντας του πόνο και αδυναμία, ενώ εντείνουν τη μοναξιά και τη συναισθηματική στέρηση που τον διακρίνει, μιας και είναι ξερά και παγωμένα, από την ίδια φύση με τη μελαγχολία.

Η μελαγχολική διάθεση του ποιητικού υποκειμένου κορυφώνεται στα ποιήματα όπου ο ποιητής διαλέγεται με όσα ευαγγελίζεται ο χριστιανικός μύθος, όπως διαβάζουμε στο ποίημα με τίτλο «Ζωντανός!»,[18]

«[…]

Ζωντανός λοιπόν…

Μα φυσικά

Σαν δεν έχεις απαντήσεις

Εφευρίσκεις Ιησού

 

ή έστω μια ζωή μέσα σε θάνατο.

 

Και τίποτα πιο ζωντανό

απ’ την ανάγκη να εφευρίσκουμε».

 

Η άρση του παραμυθητικού ρόλου του χριστιανικού μύθου είναι από τα ισχυρότερα τεκμήρια της ελεγειακής διάθεσης του ποιητικού υποκειμένου στο έργο του Κουλιανού, ιδιαίτερα μέσα από την άρνηση του θαύματος της Ανάστασης κεντρικού στη σωτηριολογική αντίληψη της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν εκείνα τα ποιήματα στα οποία ο ποιητής μας αποκαλύπτει το εργαστήρι του, επιδιώκοντας τον ποιητικό αυτοπροσδιορισμό, αλλά και τον προσανατολισμό του έργου του απέναντι στην ποιητική παράδοση και τους συγχρόνους ποιητές. Η ματιά του δημιουργού μας βοηθά να φωτίσουμε τη θέση που λαμβάνει απέναντι στην τέχνη που υπηρετεί, την αγωνία του για την αξία ή την απαξία των ποιημάτων, ενώ μας δίνεται η δυνατότητα να τον παρατηρήσουμε την ώρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Γράφει ο Κουλιανός στο ποίημα με τίτλο «Συμφωνία»[19]:

«Κι αφού έζησα τον σπαραγμό

να σε δείχνουν με το δάχτυλο

μεταμορφώθηκα σε ίσκιο

τόσο μεγαλόπρεπο

που τα ξέφωτα

υποκλίνονταν στο πέρασμά μου.

 

Και τότε ένιωσα έτοιμος

για τη δύσκολη μάχη

εγώ ν’ απαγγέλλω ποιήματα

που μου ξεσκίζουνε τις σάρκες

κι εσείς να με ακούτε απορημένοι.

 

Νιώθω πως πήραμε δρόμους αλλιώτικους

εγώ του «ου γαρ οίδασι»

κι εσείς του «άρον άρον»

κι αν κάποτε συναντηθούμε

θα ’ναι για να μοιράσουμε

τη λεία του μεγάλου πλιάτσικου».

 

Η αγωνία του ποιητή για το ανεπίδοτο δώρο της ποίησης τον ωθεί να στρέψει τη μελαγχολική του διάθεση στην ίδια του τη γραφή, στα ποιήματά του. Η διάθεσή αυτή, όπως διαβάζουμε στο ποίημα με τίτλο «Απόπειρα ερμηνείας»,[20] ενισχύεται από την αιχμηρότητα της ειρωνείας όχι μόνο για τους αναγνώστες, οι οποίοι «[…] αφελείς πέφτουν άτσαλα/ μόλις απ’ τον πρώτο στίχο του ποιήματος / από ύψος θα έλεγες μικρό/ αν και ποτέ δεν είσαι σίγουρος / μ’ αυτές τις αναγνώσεις», αποτυγχάνοντας να επικοινωνήσουν με την ουσία του λόγου του ποιητή, αλλά και για την ίδια την ποίηση της οποίας η οδός αν είχε «στηθαίο προστασίας/ να μη χρεώνεται τις άκοσμες βιασύνες μας», ίσως να μην στοίχειωνε τους αναγνώστες κανένας φόβος του «τι θε ο ποιητής να πει».

Άλλωστε, όπως διαβάζουμε στο ποίημα «Ο γέρων ποιητής κι η γραία ποιήτρια»[21] η ποίηση πορεύεται «εν πολλαίς αμαρτίαις» καθώς αυτά που τους ποιητές χωρίζουν, τα ταπεινά, τα μικρά κι ασήμαντα, τους άλλους, τους αναγνώστες, τους ενώνουν, ενώ αυτά που τους ποιητές ενώνουν, όπως τα μεγάλα κι αναπάντητα οι άλλοι, οι αναγνώστες, δεν τα νιώθουν. Ιδιαίτερο στοιχείο της ποιητικής του Κουλιανού συνιστούν οι διάσπαρτοι λόγιοι τύποι, η επιτηδευμένη καθαρεύουσα που χρησιμοποιεί, η οποία λειτουργεί ως ένα προσωπείο, περισσότερο ή λιγότερο διαφανές, πίσω από το οποίο κρύβεται ένα πρόσωπο που υποφέρει και μορφάζει.

Η αγωνία αλλά και η ευθύνη που αισθάνεται και βιώνει ο ποιητής για τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας αποτυπώνεται ήδη στον τίτλο της συλλογής «Απο ποίηση ευθυνών» ο οποίος θέτει εξ αρχής ένα λεκτικό παιχνίδι: από τη μια παραπέμπει στις ευθύνες που προκύπτουν για τον ποιητή να αποδώσει με ειλικρίνεια την έσω και την έξω πραγματικότητα, από την άλλη αν διαβάσουμε τις δύο πρώτες λέξεις ως μια «αποποίηση», τότε οδηγούμαστε στην αντίπερα όχθη, την άρνηση των ευθυνών του ποιητή, μια άρνηση η οποία προκύπτει από τη μελαγχολική θεώρηση της ποίησης και του ρόλου του μέσα στην κοινωνία.

Κάνοντας έναν απολογισμό, στο ποίημα με τίτλο «Εμείς»,[22] των βιωμάτων και των αφορμών που οδήγησαν τον ίδιο και τους συγχρόνους του να γράψουν ποίηση σε σχέση με τους προκάτοχούς του καταλήγει πως:

«Εμείς δεν ζήσαμε μέρες βαριές

μέρες κυοφορούσες

να σταθούμε για λίγο

να ζυγιστούμε και να ζυγίσουμε

να μιλήσουμε γι’ αυτές στην ποίησή μας.

Τα πόδια μας δεν τρέξανε σε λαγαρές αλάνες

οι πλάτες μας δεν σήκωσαν σακατεμένα μέλη

τα χέρια μας δεν έκοψαν ρίζες μαρτυρημένων.

 

Εμείς με κάτι ψίχουλα βίου τετριμμένου

που πάντοτε κρατούσαμε σφιχτά στις τσέπες

και λίγο «με όλα πάει» χωνευτικό των τύψεων

για όλα όσα έπρεπε μα ουδέποτε έχουν γίνει

ή άλλα που κακώς δεν πήρανε τη θέση τους

κάτι πετύχαμε νομίζω

κάπως κερδίσαμε το στοίχημα

του «λάθε βιώσας»

Η αποτίμηση της ποιητικής πορείας ως «λάθε βιώσας», βιωμένης στην αφάνεια τονίζει εμφατικά την ελεγειακή τονικότητα της γραφής του Κουλιανού, τη μελαγχολική του ματιά πάνω σε ανθρώπους και πράγματα, την αγωνιώδη προσπάθειά του να λύσει μέσω της τέχνης το «πρόβλημα», και να λυθεί απ’ αυτό, να μετουσιώσει σε τέχνη το γεγονός που καταστρέφει την ίδια τη φύση του ανθρώπου, τον θάνατο, και να μας μεταφέρει από την παθητική κατάσταση του θρήνου και την προσωπική διεργασία της θλίψης στη δημόσια έκφραση των συναισθημάτων που μας γεννά, καθιστώντας την ποίηση τελετουργικό και διεργασία πένθους.

info: Γιώργου Κουλιανού, Απο ποίηση ευθυνών, Ιωάννινα 2019, σ. 62.

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή κειμένου ομιλίας από την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής στον Πολιτιστικό Πολυχώρο «Δ. Χατζής», την Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019, υπό την αιγίδα του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ιωαννιτών.

 

[1] Βύρων Λεοντάρης, Κείμενα για την ποίηση, Νεφέλη, Αθήνα 2001, σ. 54.

[2] Στο ίδιο, σ. 55.

[3]Στο ίδιο, σ. 56.

[4] Στο ίδιο, σ. 56.

[5] Στο ίδιο, σ. 56.

[6] Γιώργος Κουλιανός, «Θλίψη», στο: Από ποίηση ευθυνών, Ιωάννινα 2019, σ. 28-29.

[7] Mario Vitti, Φθορά και λόγος∙ Εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, Εστία, Αθήνα 19802, σ. 33.

[8] Willard Spiegelman, How poets see the world: The art of description in contemporary poetry, Oxford University Press, Oxford 2005, σ. 5.

[9] Γιώργος Κουλιανός, ό.π., σ. 25.

[10] Ζ.Ι. Σιαφλέκης, Η εύθραυστη αλήθεια. Εισαγωγή στη θεωρία του λογοτεχνικού μύθου, Gutenberg, Αθήνα 1994.σ. 89.

[11] D.C. Muecke, Ειρωνεία, μτφρ.: Κώστας Πύρζας, Ερμής 20012, σ. 21 και σ. 49.

[12] Vladimir Jankélévitch, Η Ειρωνεία, μτφρ.: Μιχάλης Καραχάλιος, Πλέθρον, Αθήνα 1997, σ. 20.

[13] Γιώργος Κουλιανός, ό.π., σ. 35.

[14] Γιώργος Κουλιανός, ό.π., σ. 36.

[15] Gail Holst – Warhaft, Women’s laments and Greek Literature, Routledge, London and New York 1992, σ. 20.

[16] Γιώργος Κουλιανός, ό.π., σ. 13.

[17] Στο ίδιο, σ. 40.

[18] Στο ίδιο, σ. 58.

[19] Στο ίδιο, σ. 51.

[20] Στο ίδιο, σ. 43.

[21] Στο ίδιο, σ. 41-42.

[22] Στο ίδιο, σ . 52.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here