Στο Ερεβάν την εποχή των βερίκοκων …

0
437

 

– με τον Πέτρο Μάρκαρη, μεταξύ των άλλων. Γράφει ο Τέο Βότσος.

 

Γνωρίζετε πιο φυτό κρύβεται πίσω από την επιστημονική ονομασία «Prunus armeniaca»; Όσοι από τους αναγνώστες και αναγνώστριες διαθέτουν γνώσεις βοτανικής, από προσωπικό ενδιαφέρον ή λόγω σπουδών, δεν θα έχουν κανένα πρόβλημα να διακρίνουν πίσω από το λατινικό «Prunus» το κοινότατο δαμάσκηνο. Για να συνειδητοποιήσει όμως κανείς ότι πίσω από το «αρμένικο δαμάσκηνο» δεν κρύβεται τίποτε άλλο παρά το γνωστό μας βερίκοκο, θα έπρεπε ίσως να ταξιδέψουμε μέχρι την Αρμενία, προπαντός τον Ιούλιο, ενόψει της συγκομιδής του φρούτου με το χρυσό χρώμα, καθώς και του ετήσιου διεθνούς κινηματογραφικού φεστιβάλ «Το Χρυσό Βερίκοκο» που ανοίγει την αυλαία του στην αρμενική πρωτεύουσα Ερεβάν.

 

 

 

Σύμφωνα με τη βιβλική παράδοση, η Κιβωτός του Νώε προσάραξε στην κορυφή του όρους Αραράτ και, όπως λέει ο θρύλος, καθώς ο Νώε κατέβαινε το βουνό τού έπεσαν κατά λάθος μερικοί σπόροι βερικοκιάς. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που στην Αρμενία η βερικοκιά έχει αποκτήσει μεγάλη συμβολική σημασία, ενώ ακόμα και η λωρίδα στο κάτω μέρος της αρμενικής σημαίας έχει το χρυσό χρώμα του βερίκοκου. Το 2004 όταν, μετά από πολλά χρόνια υποτονικής κινηματογραφίας, εγκαινιάστηκε στο Ερεβάν το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου, συμφωνήθηκε αμέσως ότι θα έπρεπε να του δοθεί το όνομα «Χρυσό Βερίκοκο» και να διεξάγεται την περίοδο της συγκομιδής του βερίκοκου. Μια ωραία παράδοση την ημέρα της έναρξης, η οποία δεν απαντάται πουθενά αλλού στο τοπίο των διεθνών φεστιβάλ κινηματογράφου, αποτελεί ο αγιασμός καλαθιών με βερίκοκα από ιερείς της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας, τα οποία στη συνέχεια μοιράζουν στους επισκέπτες του φεστιβάλ. Στην ενδεκαετή του πορεία το Golden Apricot International Film Festival (GAIFF) έχει εξελιχθεί σ’ ένα κινηματογραφικό και πολιτιστικό γεγονός με εμβέλεια που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της Αρμενίας. Ιδιαίτερη ικανοποίηση προκάλεσε στους διοργανωτές του φεστιβάλ, με επικεφαλείς το διευθυντή του φεστιβάλ Χαρουτιούν Σατσατουριάν και την καλλιτεχνική διευθύντρια Σουζάνα Χαρουτιουνιάν, το γεγονός ότι στο φετινό φεστιβάλ υποβλήθηκαν πάνω από 1.500 ταινίες από όλο τον κόσμο. Κατά τη διάρκεια της επταήμερης διοργάνωσης προβλήθηκαν περισσότερες από 180 ταινίες σε διαφορετικά τμήματα. Συμμετείχαν διεθνώς αναγνωρισμένοι και πολυβραβευμένοι σκηνοθέτες όπως ο Κορεάτης Κιμ Κιντούκ, ο Κινέζος Τζία Τσανγκέ, ο Ισραηλινός Άμος Γκιτάι και ο μεγάλος δημιουργός του γεωργιανού κινηματογράφου Όταρ Ιοσελιάνι, τους οποίους το φεστιβάλ τίμησε με αναδρομικές παρουσιάσεις του έργου τους και αφιερώματα. Την κεντρική θέση ωστόσο στο 11ο GAIFF κατείχε το συνολικό αφιέρωμα στον ποιητή τον εικόνων, πάλαι ποτέ επαναστάτη του σοβιετικού κινηματογράφου και σπουδαιότερο Αρμένιο σκηνοθέτη όλων των εποχών, Σεργκέι Παρατζάνοφ (1924-1990) που θα γιόρταζε φέτος τα 90 του χρόνια, αφήνοντας την ανεξίτηλη σφραγίδα του στο φεστιβάλ.

 

Σταυροδρόμι πολιτισμών

 

Αν αναλογιστεί κανείς την γεωγραφική θέση της Αρμενίας στην νότια άκρη της πολύπαθης περιοχής του Καύκασου και ιδιαίτερα τις δύσκολες σχέσεις της με τους γείτονές της, την Τουρκία στα δυτικά, και το Αζερμπαϊτζάν στα ανατολικά, δεν απορεί που οι διοργανωτές του GAIFF προσέδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στη πολιτική διάσταση του φεστιβάλ. Το GAIFF αυτοπροσδιορίζεται ρητά ως σταυροδρόμι πολιτισμών, καταβάλλοντας ακάματες προσπάθειες να άρει στον τομέα της κινηματογραφικής δημιουργίας τους υφιστάμενους πολιτικούς αποκλεισμούς – τα σύνορα άλλωστε με την Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν εξακολουθούν μέχρι σήμερα να είναι κλειστά. Το πιο πειστικό τεκμήριο αυτής της πολιτικής αξίωσης είναι ότι, εδώ και πέντε χρόνια, η Αρμενοτουρκική Πλατφόρμα αποτελεί σταθερό τμήμα του φεστιβάλ στο Ερεβάν, όσο και εκείνου της Κωνσταντινούπολης. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία καλλιεργεί τις σχέσεις ανάμεσα σε Αρμένιους και Τούρκους κινηματογραφιστές και στα πλαίσια της έχουν κιόλας επιτευχθεί 15 αρμενοτουρκικές συμπαραγωγές. Πολύ πιο δυσχερώς εντούτοις διαμορφώνεται η συνεργασία του φεστιβάλ με κινηματογραφιστές από το Αζερμπαϊτζάν, οι οποίοι λόγω της οξύτατης διμερούς διαμάχης γύρω από τον αρμενικό θύλακο Ναγκόρνο-Καραμπάχ που βρίσκεται στη γεωγραφική επικράτεια του Αζερμπαϊτζάν, αλλά και μπροστά στον κίνδυνο επιβολής προσωπικών κυρώσεων στην πατρίδα τους, αποφεύγουν σχεδόν εξ ολοκλήρου το δρόμο για το Ερεβάν.

 

Δυο ελληνικές ταινίες και ένας Έλληνας κοσμοπολίτης στην κριτική επιτροπή

 

Αξιοπρεπής ήταν τη χρονιά αυτή και η παρουσία της Ελλάδας στο φεστιβάλ. Μαζί με ακόμα 11 καινούργιες διεθνείς παραγωγές, η ταινία «Στο σπίτι», η πρόσφατη σκηνοθετική δουλειά του Αθανάσιου Καρανικόλα που ζει στο Βερολίνο, συναγωνίστηκε για τα δυο πρώτα βραβεία του φεστιβάλ. Με χαμηλούς τόνους και φωτεινές ειδυλλιακές εικόνες ο Καρανικόλας μελετά με αυτή την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του -που πρωτοπροβλήθηκε στο τμήμα Φόρουμ της τελευταίας Μπερλινάλε- την εξαχρείωση των ηθών που παρατηρείται την εποχή της κρίσης στην ελληνική κοινωνία. Σε μια υπερσύγχρονη βίλα σε πανέμορφη τοποθεσία κοντά στη απαστράπτουσα θάλασσα, η γεωργιανή Νάντια εργάζεται εδώ και 20 χρόνια ως οικονόμος για μια μεγαλοαστική οικογένεια, μιλά άπταιστα ελληνικά, φροντίζει την κόρη της οικογένειας σαν να ήταν δικό της παιδί, και μπορεί να αισθάνεται σαν μέλος της οικογένειας. Ωστόσο, όταν της παρουσιάζεται ένα πρόβλημα υγείας και το αφεντικό της έχει χρηματικά προβλήματα λόγω της κρίσης, από «αδελφή» και «μητέρα» γίνεται μια μετανάστρια υπάλληλος που πλέον δεν επιθυμούν ή δεν μπορούν να απασχολούν. Το έντονο και ήρεμο πορτρέτο της εσωστρεφούς Γεωργιανής Νάντια (Μαρία Καλλιμάνη) στο φόντο μιας εποχής κοινωνικού ψύχους αποτελεί αναμφισβήτητα το πιο ώριμο μέχρι τώρα έργο του Καρανικόλα, αν και στο Ερεβάν, όπου ο ανταγωνισμός ήταν πολύ μεγάλος, δεν διακρίθηκε με κάποιο βραβείο.

Στο διαγωνιστικό τμήμα ταινιών μικρού μήκους προβλήθηκε η ταινία «Red Hulk» της Ασημίνας Προέδρου. Το πειστικό πορτραίτο ενός νεαρού άντρα που στην Αθήνα της κρίσης παραπαίει μεταξύ αυτοεπιβληθείσας μοναξιάς, χουλιγκανισμού και ακραίας βίας ενάντια σε μετανάστες, διακρίθηκε στο Ερεβάν με το ειδικό βραβείο της κριτικής επιτροπής.

Εκ πρώτης όψεως, μεγάλη έκπληξη αποτέλεσε η επιλογή του γνωστού συγγραφέα και σεναριογράφου Πέτρου Μάρκαρη στην πενταμελή κριτική επιτροπή του Διεθνούς Διαγωνιστικού Τμήματος του 11ου GAIFF. Όχι μόνο επειδή ήταν η πρώτη φορά που ο συγγραφέας συμμετείχε στην κριτική επιτροπή ενός διεθνούς φεστιβάλ κινηματογράφου, αλλά κι επειδή έτσι δόθηκε στον γιο ενός Αρμένιου εμπόρου η ευκαιρία να επισκεφτεί για πρώτη φορά την Αρμενία είχα με τον κ. Μάρκαρη μια εκτενή συζήτηση για το ίδιο το φεστιβάλ, τις εμπειρίες του ως μέλος της κριτικής επιτροπής, το αρμένικο στοιχείο στη βιογραφία του και την προσωπική του σχέση με την Αρμενία, καθώς και για την πρόσφατη ανακήρυξή του σε πρόεδρο του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου.

 

Πέτρος Μάρκαρης: πίσω  στην πατρίδα  Αρμενία

Συνέντευξη στον Τέο (Θεόδωρο) Βότσο

 

Θ. Β.: Αν και στο ευρύτερο κοινό είστε γνωστός προπάντων ως συγγραφέας, αναμφισβήτητη είναι η πολύτιμη συνεισφορά σας και στον τομέα της κινηματογραφικής τέχνης ως στενός συνεργάτης επί σειρά ετών του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Εντούτοις μέχρι τώρα, σας συναντά κανείς μάλλον σπάνια σε κινηματογραφικά φεστιβάλ. Επιπλέον, βρίσκεστε για πρώτη φορά στην πρωτεύουσα της Αρμενίας, το Ερεβάν, μετά από πρόσκληση των διοργανωτών να συμμετάσχετε, πάλι για πρώτη φορά, στην κριτική επιτροπή ενός διεθνούς κινηματογραφικού φεστιβάλ. Μπορείτε να μας περιγράψετε πώς προέκυψε η συμμετοχή σας;

 

Π. Μ.: Από μια μεριά αυτό οφείλεται στο ότι, όπως ίσως γνωρίζετε, από την μεριά του πατέρα μου είμαι αρμενικής καταγωγής. Από την άλλη μεριά η κόρη μου [η Γιοζεφίνα Μαρκαριάν, παραγωγός ταινιών που κατοικεί στην Κωνσταντινούπολη, σ. σ.] είναι κατά κάποιο τρόπο μόνιμη επισκέπτρια του φεστιβάλ εδώ. Τα τελευταία χρόνια έχει έρθει ήδη τρεις φορές στο Ερεβάν. Και πάντα την ρωτούσαν μήπως θα μπορούσε και ο πατέρας της να συμμετάσχει στο φεστιβάλ. Πέρσι είχα λάβει επίσης επίσημη πρόσκληση, αλλά έφτασε αργά και δεν μπόρεσα να ανταποκριθώ. Φέτος την πήρα έγκαιρα και συμφώνησα να συμμετάσχω στην επιτροπή. Έτσι βρίσκομαι για πρώτη φορά στο Ερεβάν και στην Αρμενία.

 

Θ. Β.: Μαζί με άλλες διακεκριμένες προσωπικότητες ήσασταν μέλος της πενταμελούς κριτικής επιτροπής του διεθνούς διαγωνιστικού τμήματος του κινηματογραφικού φεστιβάλ «Το χρυσό Βερίκοκο», το οποίο διεξάγεται φέτος για 11η φορά, διαδραματίζοντας σε εθνικό και διεθνές επίπεδο ένα σημαντικό ρόλο. Στα διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου συνηθίζεται τουλάχιστον ένα από τα μέλη της επιτροπής να κατάγεται από τη διοργανώτρια χώρα. Εκτός από εσάς, στην επιτροπή συμμετείχαν ο Ιταλός παραγωγός και διευθυντής φεστιβάλ Μάρκο Μίλλερ, ο Αυστριακός διευθυντής φωτογραφίας Κρίστιαν Μπέργκερ, ο Σέρβος σκηνοθέτης Σρνταν Γκολούμποβιτς και η ελληνικής καταγωγής Γαλλίδα ηθοποιός Άννα Μουγκλαλίς. Μια και αναφέρατε την αρμενική σας καταγωγή, μπορούμε να πούμε ότι εσείς αποτελούσατε την «εθνική» συμμετοχή στην επιτροπή;

 

Π. Μ.: Όχι, όχι, σε καμιά περίπτωση. Είμαι γνωστός ως σεναριογράφος, και πιο ορθά ως συν-σεναριογράφος του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Μόνο γι’ αυτό το λόγο μού έγινε η πρόταση να συμμετάσχω στην επιτροπή. Ακριβώς αυτή η συνεργασία μου με τον Αγγελόπουλο είναι ο λόγος που συχνά σχολιάζω τα κινηματογραφικά πράγματα στην Ευρώπη. Αυτός είναι επίσης και ο λόγος που για πρώτη φορά συμμετέχω σε μια κριτική επιτροπή.

 

Θ. Β.: Πώς βιώσατε αυτή την καινούργια εμπειρία; Πώς σας φάνηκε συνολικά η επιλογή των ταινιών για το διαγωνιστικό τμήμα;

 

Π. Μ.: Κοιτάξτε, είδαμε συνολικά δώδεκα ταινίες. Αρκετές ήταν πράγματι πολύ ενδιαφέρουσες και αυτό που προσωπικά μου έκανε περισσότερο εντύπωση ήταν η ποικιλία των ταινιών που παρουσιάστηκαν – τόσο από πλευράς μορφής και δραματουργίας, όσο και από πλευράς θεματικής. Ήταν πολύ ενδιαφέρον να βλέπεις ότι ακόμα και ταινίες από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης έχουν μπει καλλιτεχνικά σε εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους δρόμους: Πόσο πολύ διαφέρει π. χ. η ταινία από την Ουκρανία [«The Tribe» του Μίροσλαβ Σλαμποσπίτσκι, ένα καταπληκτικό εφηβικό δράμα γυρισμένο εξ ολοκλήρου στη γλώσσα των κωφάλαλων, το οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ, σ.σ.] και η ταινία από τη Γεωργία [η αλλόκοτη, αντιρομαντική κωμικοτραγωδία «Blind Dates» του Λεβάν Κογκουασβίλι, που κέρδισε το δεύτερο βραβείο, σ.σ.]. Φυσικά, σε κάθε φεστιβάλ δεν αξίζουν όλες οι ταινίες και από ένα βραβείο, αλλά η στιλιστική και θεματική ποικιλομορφία παίζει κατά την άποψή μου μεγαλύτερο ρόλο από το ίδιο το βραβείο.

 

Θ. Β.: Ποια ήταν συνολικά η εντύπωσή σας από το φεστιβάλ;

 

Π. Μ.: Έχω την εντύπωση ότι το φεστιβάλ σαν σύνολο λειτουργεί καλά από οργανωτικής άποψης, και οι διοργανωτές κάνουν πραγματικά τα πάντα για να διευκολύνουν τη διαμονή των επισκεπτών. Επίσης ότι οι Αρμένιοι οικοδεσπότες φέρονται πολύ γενναιόδωρα απέναντι στους προσκεκλημένους. Και ότι όχι μόνο το φεστιβάλ, αλλά και όλη η πόλη, είναι ιδιαίτερα φιλόξενη.

 

Θ. Β.: Περιγράψτε μας εν συντομία τη συνεργασία σας με τα άλλα τέσσερα μέλη της επιτροπής. Πώς ήταν η ατμόσφαιρα; Υπήρξε συμφωνία μεταξύ σας όσον αφορά τους βραβευμένους, ή οι αποφάσεις πάρθηκαν μετά από συζητήσεις με αντιμαχόμενες απόψεις;

 

Π. Μ.: Όχι, δεν είχαμε έντονες συζητήσεις. Μεταξύ των μελών της επιτροπής επικρατούσε μια πολύ καλή ατμόσφαιρα. Συναντιόμασταν και εκτός του πλαισίου της κριτικής επιτροπής, ήμασταν κοντά ο ένας στον άλλο και περάσαμε μαζί πολλές ώρες.

 

Θ. Β.: Από τα βιογραφικά στοιχεία σας βλέπει κανείς ότι γεννηθήκατε στην Κωνσταντινούπολη, από Αρμένιο πατέρα και Ελληνίδα μητέρα, ότι πήγατε στο Αυστριακό σχολείο στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα, μεταξύ άλλων, ότι σπουδάσατε στην Βιέννη. Γι’ αυτό το λόγο ο γερμανικός τίτλος της αυτοβιογραφίας σας είναι «Κατ’ επανάληψη δράστης. Η ζωή μου μεταξύ Κωνσταντινούπολης, Βιέννης και Αθήνας» [Εκδ. Diogenes, Ζυρίχη 2008]. Έτσι περιγράφετε και τα πολιτισμικά σημεία αναφοράς της ζωής σας…

 

Π. Μ.: Σωστά.

 

Θ. Β.: Ωστόσο, τόσο το γεγονός της αρμενικής καταγωγής, όσο και το ότι αρχικά το όνομά σας ήταν «Μαρκαριάν», εγείρουν το ερώτημα για το ποια θέση καταλαμβάνει το αρμενικό στοιχείο στη ζωή σας.

 

Π. Μ.: Σαν παιδί στην Κωνσταντινούπολη μεγάλωσα σε μια οικογένεια εντελώς εξελληνισμένη. Το γιατί η οικογένεια είχε εξελληνιστεί, αυτό είναι μια μεγάλη ιστορία. Πάει πίσω στον παππού μου και στο γάμο του με μια Ελληνίδα από την Άνδρο. Έτσι, δεν μιλάω λέξη αρμενικά, ούτε και ήμουν μέλος της αρμενικής παροικίας στην Κωνσταντινούπολη, αλλά της ελληνικής μειονότητας. Το δημοτικό ήταν ελληνικό σχολείο, έπειτα όλα ήταν στα γερμανικά. Γι’ αυτό το λόγο δεν είχα σχεδόν ποτέ κάποια ουσιαστική επαφή με τους Αρμένιους. Το αξιοσημείωτο είναι ότι επαφή με τους Αρμένιους, με την αρμενική κοινότητα στην Αθήνα, απέκτησα μέσω της κόρης μου, η οποία αυτό τον καιρό μένει στην Κωνσταντινούπολη και έχει πολλούς φίλους Αρμένιους.

 

Θ. Β.: Τότε τι σημαίνει για σας η «Αρμενία», ή η αρμενική σας καταγωγή;

 

Π. Μ.: Κοιτάξτε, πρέπει να ομολογήσω ότι ένιωθα αρκετή ταραχή φτάνοντας στο Ερεβάν και πατώντας το πόδι μου σε αρμενικό έδαφος. Δεν ήξερα τι θα συναντούσα. Βλέπω μια πόλη που είναι εν μέρει πολύ ενδιαφέρουσα και συναρπαστική, και διαθέτει έναν εντελώς ξεχωριστό αστικό χαρακτήρα. Αποτελεί ένα μίγμα αρμενικών παραδόσεων και σοσιαλιστικής αισθητικής. Αλλά αυτό το σοσιαλιστικό στιλ, συγγνώμη, αυτό το βλέπω και στη Λειψία, για να αναφέρω ένα παράδειγμα, ή στην Πράγα, ή ακόμα και στο πρώην ανατολικό Βερολίνο. Γι’ αυτό το λόγο δεν μου είναι κάτι το ξένο και το μοναδικό.

 

Θ. Β.: Η ερώτησή μου αναφερόταν περισσότερο στην εσωτερική σας σχέση με την Αρμενία, στο αν δηλαδή, και σε ποιο βαθμό η υπαρκτή βιογραφική σας αναφορά στην Αρμενία έχει γίνει και μέρος της ταυτότητάς σας.

 

Π. Μ.: Μα δεν κατάγομαι από μια αρμενική οικογένεια, είμαι γόνος ενός μεικτού γάμου. Η μητέρα μου ήταν Ελληνίδα. Γι’ αυτό, με την Αρμενία, όσον ήμουν στην Κωνσταντινούπολη, όπως είπα ήδη, δεν είχα καμία σχέση.

 

Θ. Β.: Ούτε αργότερα στην Ελλάδα, όταν μετακομίσατε στην Αθήνα τη δεκαετία του ’60;

 

Π. Μ.: Μόνο τα τελευταία χρόνια, μέσω της κόρης μου. Έχει πολύ ενδιαφέρον που μέσω της κόρης μου γνώρισα την αρμενική κοινότητα στην Αθήνα. Συναντιόμαστε, καμιά φορά με προσκαλούν. Έτσι την αρμενική κοινότητα την έχω μάθει εν τω μεταξύ καλά. Αλλά μόλις πρόσφατα. Επιπλέον συναντιέμαι με Αθηναίους Αρμένιους που εκδίδουν ένα ελληνόφωνο περιοδικό για την αρμενική κοινότητα, που το παίρνω και εγώ τακτικά. Αυτά είναι όλα, άλλο τίποτα δεν έχω να πω επ’ αυτού.

 

Θ. Β.: Στην Ελλάδα συναντά κανείς την άποψη πως οι Έλληνες έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με τους Αρμένιους, είτε γιατί έχουν τον ίδιο μεγάλο και δύσκολο γείτονα, την Τουρκία, είτε για θρησκευτικούς λόγους. Τι πιστεύετε εσείς πάνω σ’ αυτό; Υπάρχει ένας ιδιαίτερος δεσμός μεταξύ των δυο λαών;

 

Π. Μ.: Δεν ξέρω αν ο κοινός αντίπαλος παίζει πραγματικά τόσο σπουδαίο ρόλο. Ή αν έχει περισσότερο να κάνει με το γεγονός ότι και τα δυο έθνη για μεγάλα διαστήματα της ιστορίας τους έζησαν κάτω από τη σκέπη μιας ξένης αυτοκρατορίας. Αυτό, πιστεύω, τα φέρνει κοντά – από τη μια μεριά. Από την άλλη, είναι γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της χούντας οι Έλληνες έδιναν την ελληνική υπηκοότητα στους Αρμένιους, διότι τους θεωρούσαν απάτριδες.

 

Θ. Β.: Οι συνταγματάρχες της χούντας έδιναν στους Αρμένιους την ελληνική υπηκοότητα;

 

Π. Μ.: Ναι, η στρατιωτική δικτατορία το έκανε αυτό στην Ελλάδα. Και εγώ ήμουν ένας από τους λίγους που δεν πήραν την ελληνική υπηκοότητα, γιατί ήμουν αριστερός. Αλλά δεν ήμουν άπατρις, είχα τότε τουρκικό διαβατήριο. Μετά την πτώση της χούντας είχα το ελληνικό διαβατήριο μέσα σε μια βδομάδα.

 

Θ. Β.: Πού νομίζετε ότι οφείλεται αυτή η «γενναιοδωρία» των συνταγματαρχών απέναντι στην αρμενική κοινότητα; Ίσως πήγαζε πιθανά από ένα αίσθημα μιας διάχυτης κοινής μοίρας;

 

Π. Μ.: Δεν γνωρίζω τους λόγους. Δεν μπορώ να σας πω. Δεν μπορούσε κανείς τότε να εκτιμήσει ή να αξιολογήσει την πολιτική της δικτατορίας. Δεν γινόταν αυτό.

 

Θ. Β.: Είπατε προηγουμένως, ότι η πρόσκληση να συμμετάσχετε στην κριτική επιτροπή του διεθνούς φεστιβάλ κινηματογράφου στο Ερεβάν σας έδωσε την ευκαιρία για πρώτη φορά στη ζωή σας να επισκεφτείτε την Αρμενία. Την εβδομάδα που μας πέρασε είχατε την ευκαιρία να δείτε και κάτι άλλο από τη χώρα;

 

Π. Μ.: Βεβαίως. Πήγαμε στη μεγάλη λίμνη Σεβάν, και επισκεφτήκαμε επίσης και μερικά συναρπαστικά μοναστήρια. Η χώρα είναι όμορφη. Φυσικά, αυτή η ομορφιά είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν, ας πούμε, της Ελλάδας. Άλλωστε είμαστε στον Καύκασο. Αλλά παρ’ όλα αυτά βρίσκω τη χώρα συναρπαστική.

 

Θ. Β.: Τα αστυνομικά μυθιστορήματά σας διακρίνονται ιδιαίτερα για το ότι θεματοποιούν πάντα τη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Είναι πιθανό να δούμε στο μέλλον σε κάποιο από τα βιβλία σας κάτι σχετικό με την Αρμενία;

 

Π. Μ.: Ξέρετε, κάτι τέτοιο δεν είναι και τόσο εύκολο. Για να γίνει, πρέπει κανείς να γνωρίσει πρώτα τη χώρα και τους κατοίκους της πολύ καλά. Η διαδικασία αυτή, το να έρθει κανείς κοντά στη χώρα, και αφού έχει δει πώς είναι και έχει ενσωματωθεί στη ζωή της κατά μια έννοια, πρέπει μετά να μπορεί να πάρει μια απόσταση. Αυτό απαιτεί χρόνο. Δεν είναι τόσο εύκολο.

 

Θ. Β.: Πιστεύετε ότι το ταξίδι σας αυτό θα αποτελέσει την αρχή για μια σειρά άλλων επισκέψεων στην Αρμενία;

 

Π. Μ.: Ναι, το ελπίζω. Θα ξαναέρθω, αυτό μπορώ να σας το πω. Θα ξαναερχόμουν πολύ ευχαρίστως στην Αρμενία. Οπωσδήποτε.

 

Θ. Β.: Η Δημοκρατία της Αρμενίας παρουσιάζει μια σημαντική ιδιαιτερότητα. Αν και η πρώην Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αρμενίας ήδη από το 1991 ανακήρυξε την κρατική ανεξαρτησία της, το μεγαλύτερο μέρος των Αρμενίων (γύρω στα 10 εκατομμύρια) ζουν εκτός των συνόρων της, στη διασπορά, και μόνο τρία εκατομμύρια στα όρια της επικράτειας της. Μια τόσο μεγάλη διασπορά πιθανόν να έχει παρουσιάσει μόνο ο εβραϊκός λαός…

 

Π. Μ.: … και πρόκειται επίσης για τους δυο λαούς που υπέστησαν ολοκαύτωμα.

 

Θ. Β.: Σωστά, χωρίς το ολοκαύτωμα θα ήταν άλλωστε αδιανόητη η τεράστια διάσταση της αρμενικής μετανάστευσης. Τι σκέφτεστε για τη σχέση ανάμεσα στη διασπορά και στους Αρμένιους που ζουν στη χώρα;

 

Π. Μ.: Η διασπορά έχει τις καλές και τις αρνητικές πλευρές της. Οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη ήταν μεν μια μειονότητα, αλλά είχαν ένα σημείο αναφοράς, που ήταν η Ελλάδα. Οι Αρμένιοι δεν είχαν κανένα τέτοιο σημείο, κανένα. Διότι η Αρμενία υπό το σοβιετικό καθεστώς ήταν κάτι το εντελώς διαφορετικό. Για τους Αρμένιους που έμεναν στην Κωνσταντινούπολη, η Αρμενία δεν αποτελούσε με κανένα τρόπο μια ρεαλιστική επιλογή. Και αυτό κυρίως διότι ήξεραν ότι ο Στάλιν ήθελε οι Αρμένιοι από όλον τον κόσμο να επιστρέψουν, και όταν αυτό γινόταν έστελνε όλους τους διανοούμενους εξορία στη Σιβηρία. Αυτό ήταν ανέκαθεν ένα τραύμα για τους Αρμένιους, για το οποίο όμως δεν μιλάνε. Έπειτα η διασπορά, όπως και για τους Εβραίους, παίζει πάντα ένα σπουδαίο ρόλο. Με τη θετική έννοια ότι η ξενιτιά κρατάει τους ανθρώπους ενωμένους, και αυτό είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον, το πόσο μεγάλη δηλαδή είναι η συνοχή που αναπτύσσουν στη διασπορά τα μέλη μιας εθνότητας μεταξύ τους. Από την άλλη, με την αρνητική έννοια, αναπτύσσουν ταυτόχρονα και αυτόν τον εθνικισμό. Διότι χωρίς αυτόν δεν μπορούν ασφαλώς να διατηρήσουν ενεργό το αίσθημα εθνικής ταύτισης. Αυτό δεν γίνεται. Πάνω στο θέμα αυτό μου έρχεται στο νου η ωραία φράση του Διονυσίου Σολωμού: «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;» Ειπωμένη κάπως αλλιώς, τη φράση αυτή τη συναντά κανείς επίσης σε πολλές άλλες μειονότητες στη διασπορά: «Μήγαρις έχουμε άλλο στο νου μας, πάρεξ θρησκεία και γλώσσα;» Διότι αυτοί είναι οι δυο πυλώνες που στηρίζουν κάθε μειονότητα! Με το θρησκεία δεν εννοώ βέβαια μόνο την πίστη, αλλά όλον τον πολιτισμό και την παιδεία. Και αυτά είναι παράγοντες συνοχής, και όλη αυτή η εξέλιξη δια μέσου της θρησκείας, της κουλτούρας και της παιδείας είναι στην πραγματικότητα μια πορεία που δεν λειτουργεί χωρίς εθνικισμό. Αυτό το έχω διαπιστώσει παντού: κατάγομαι από μια μειονότητα, άρα ξέρω για ποιο πράγμα μιλάω. Το καταλαβαίνει κανείς αυτό. Από την άλλη πλευρά πρέπει όμως να τονίσω ότι, στο βαθμό που μπορώ να εκτιμήσω κάπως τα πράγματα, οι Αρμένιοι που ζουν στην Αρμενία τέτοιου είδους τραύματα τα έχουν ξεπεράσει εν μέρει πιο καλά, από ότι π. χ. οι Εβραίοι.

 

Θ. Β.: Ή από ότι οι Αρμένιοι της διασποράς, ίσως;

 

Π. Μ.: Αυτό είναι απολύτως βέβαιο.

 

Θ. Β.: Είπατε κάτι που μου φαίνεται αρκετά εύλογο, ότι δηλαδή για τους Αρμένιους της διασποράς η σοβιετική δημοκρατία της Αρμενίας ελάχιστα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς. Πώς εξελίχτηκαν όμως τα πράγματα μετά την ανεξαρτησία; Μετά από την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος υπήρξε μια πιο έντονη ανταλλαγή μεταξύ των Αρμενίων του εσωτερικού και εκείνων της διασποράς; Εντύπωση προκαλούν οι πολυάριθμες αρμενικές τράπεζες στο κέντρο της πρωτεύουσας. Μιλώντας κανείς με ντόπιους μαθαίνει πως όσον αφορά την οικονομική ζωή του τόπου η διασπορά παίζει ένα μεγάλο ρόλο, μέρος μόνο του οποίου είναι οι σημαντικές εισροές συναλλάγματος. Άρα μπορούμε να πούμε ότι η σχέση μεταξύ των δυο έχει αλλάξει, ή έχει γίνει πιο έντονη μετά την ανεξαρτησία;

 

Π. Μ.: Έχει αλλάξει ως προς το ότι όλη η διασπορά, χωρίς να παλιννοστούν οι άνθρωποι, έχει συνειδητοποιήσει πως η Αρμενία πρέπει να επιβιώσει. Και αυτό παίζει μεγάλο ρόλο. Γι’ αυτό η χώρα στηρίζεται και υποστηρίζεται τόσο πολύ από την αρμενική διασπορά…

 

Θ. Β.: … και πιθανόν επηρεάζεται;

 

Π. Μ.: Κατά ένα μέρος, ασφαλώς, αλλά ξέρετε, η ιστορία των Αρμενίων ήταν πάντα επίσης μια ιστορία των προσφύγων. Ακόμη και σήμερα. Κοιτάξτε τι γίνεται τις μέρες μας στη Συρία, και θα διαπιστώσετε αμέσως πως υπάρχουν σήμερα στην Αρμενία πολλοί πρόσφυγες από τη Συρία. Οι Αρμένιοι τελικά πάντα πρόσφυγες είναι. Φανταστείτε ότι την εποχή του Σαντάμ η αρμενική κοινότητα στο Ιράκ αποτελούσε το 20 % του πληθυσμού. Σήμερα το ποσοστό αυτό έχει μειωθεί στο 4 %, οι υπόλοιποι έχουν φύγει. Το ίδιο συμβαίνει και στη Συρία. Οι Αρμένιοι παραμένουν ένας προσφυγικός λαός.

 

Θ. Β.: Βέβαια, γίνονται πρόσφυγες για διάφορους λόγους. Διότι και οι Αρμένιοι που ζουν στη χώρα αφήνουν την πατρίδα τους για να ξενιτευτούν για οικονομικούς λόγους, αναζητώντας εργασία στην Ρωσία, στο Καζαχστάν, ή στη Δυτική Ευρώπη.

 

Π. Μ.: Βεβαίως. Αυτό συμβαίνει και στην Ελλάδα τώρα με την κρίση. Εγώ μιλώ μόνο για τη διασπορά, αυτό είναι κάτι το διαφορετικό.

 

Θ. Β.: Τελειώνοντας και με τον κίνδυνο να φανεί λίγο απότομη η αλλαγή θεματικής, θα ήθελα να σας ρωτήσω για τη σχέση σας με τον ελληνικό κινηματογράφο τις ημέρες μας. Πριν από ένα μήνα περίπου, ο τότε Υπουργός Πολιτισμού Πάνος Παναγιωτόπουλος σας ανακήρυξε πρόεδρο του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Αληθεύει αυτό;

 

Π. Μ.: Ναι.

 

Θ. Β.: Πώς έγινε; Τι προηγήθηκε;

 

Π. Μ.: Δεν προηγήθηκε τίποτα. Είναι πολύ απλό. Ο Υπουργός με ρώτησε αν θα ήθελα να αναλάβω την προεδρία και έδωσα τη συγκατάθεσή μου, οπότε θα δουλέψω σε αυτή τη θέση για κάποιο διάστημα και μετά βλέπουμε. Ξέρετε, στην Ελλάδα αναλαμβάνω πάντα ένα πόστο με την δήλωση παραίτησης στην τσέπη. Είμαι πάντα έτοιμος κάθε στιγμή να υποβάλω την παραίτησή μου.

 

Θ. Β.: Δηλαδή επί του παρόντος δεν έχετε κάποια συγκεκριμένη αντίληψη για το πώς πρέπει να εξελιχτούν τα πράγματα στην Ελλάδα στον τομέα της κινηματογραφικής παραγωγής;

 

Π. Μ.: Είναι αρκετά νωρίς για να πει κανείς κάτι συγκεκριμένο. Πρέπει να περιμένουμε. Άλλωστε τώρα έχουμε καινούργιο Υπουργό [Κώστας Τασούλας, σ.σ]. Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να μιλήσουμε για αυτό.

 

Θ. Β.: Κύριε Μάρκαρη, σας ευχαριστούμε θερμά για αυτήν τη συνέντευξη και σας ευχόμαστε μια όμορφη τελευταία μέρα στην Αρμενία.

 

Η συνέντευξη με τον Πέτρο Μάρκαρη με τον συνεργάτη μας Θεόδωρο Βότσο διεξήχθη στις 19. Ιουλίου 2014 στην πρωτεύουσα της Αρμενίας, Ερεβάν, στα πλαίσια του 11ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου «Χρυσό Βερίκοκο» (13.-20.07.2014).

Περισσότερες πληροφορίες για το φεστιβάλ: www.gaiff.am

 

Προηγούμενο άρθροΜιλώντας (ατυχώς) στα παιδιά για επετείους
Επόμενο άρθρο« Προσεγγίσεις στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ