Στην πατρίδα της Μερσεντές   (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

0
68

 

της Μαρίζας Ντεκάστρο

 

Θα πάω στα Τίρανα, είπα.

Καλά, χάθηκαν οι χώρες; Αμηχανία… γελάκια… τι έχει εκεί… πολύ εκκεντρικό … Αυτά άκουσα με μια κρυμμένη προκατάληψη για τους διπλανούς μας. Ναι, οι Αλβανοί πρόκοψαν στην Ελλάδα, είναι καλοί οικογενειάρχες, τα παιδιά τους προοδεύουν, είναι δουλευταράδες, αλλά βρε αδελφέ, όπως και να το κάνουμε είναι…!

Κάθε στιγμή στην πόλη συναντάς πολλά «αλλά». Ναι, μυρίζουν τα Τίρανα ελληνική κωμόπολη προηγούμενων δεκαετιών. Βασιλεύει ένα χαρούμενο και ανέμελο χάος, κομπανίες με κλαρίνα και ντέφια παίζουν στο πάρκο, παρέες ηλικιωμένων χαζεύουν στο δρόμο- μου θύμισαν τους πρώτους Αλβανούς  πρωί πρωί στους σταθμούς του τρένου να συζητούν περιμένοντας κάποιον να τους δώσει δουλειά, αλλά νεαροί και κοπέλες με μαντήλα ντυμένες κατά τα άλλα στην τρίχα- στο κεντρικό mall της πόλης μαγαζιά επιπέδου Golden Hall. Ναι, μυρωδιές από σούβλες και πίτσες, αλλά παρούσες και οι κουζίνες του κόσμου και τα καλαίσθητα καφέ. Κακόγουστες πολυκατοικίες του ’80 και του ’90 με πιάτα και κλιματιστικά στα μπαλκόνια, αλλά και ανθηρή οικοδομή με πολύχρωμους ουρανοξύστες που υπόσχονται στους κατόχους των SUV μεγάλου κυβισμού υπέροχα διαμερίσματα.

Στέκομαι στα χρώματα, όχι της Ανατολής, ούτε της Δύσης. Πολύ πράσινο στην πόλη απ’ όπου ξεχωρίζουν οι χρωματιστές πολυκατοικίες και τα πελώρια murals που τις κοσμούν. Ήταν παραγγελία του Έντι Ράμα, του ζωγράφου-πρωθυπουργού, στους καλλιτέχνες. Σκέφτηκε μάλλον να σβήσει τη γκριζάδα και να απαλύνει τη μουντάδα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και να τα συνταιριάξει με τις ώχρες, τα βαθιά ροζ και τα πρασινωπά όσων από τα ιταλικά φινετσάτα ή μουσσολινικά οικοδομήματα αξιοποιήθηκαν ως δημόσια και κυβερνητικά κτήρια. Έχει αρκετή Ιταλία στα Τίρανα.

Τα Τίρανα είναι μια μικρή πρωτεύουσα, περπατήσιμη. Στην κεντρική πλατεία, του Σκεντέρμπεϊ, ένα τζαμί του 18ου διακοσμημένο με φυτικά μοτίβα, η Όπερα και το Εθνικό μουσείο. Στην πρόσοψη δεσπόζει το τεράστιο ψηφιδωτό σοσιαλιστικής αισθητικής. Στη μετά -Χότζα εποχή θέλησαν να το γκρεμίσουν, όπως και την κολοβή πυραμίδα που έφτιαξε η κόρη του δικτάτορα προς τιμήν του. Όπως μας είπε ό Εντμόντ Χόβα, κάτοικος Κρήτης, μια τυχαία συνάντηση στο παζάρι που κατέληξε σε ρακές, «Πρέπει να τα διατηρούμε όλα τούτα, είναι η Ιστορία μας». Φιλαναγνώστης, ο φίλος, είχε μόλις αγοράσει ένα «παλιό» βιβλίο του ’80 για βότανα από το υπαίθριο βιβλιοπωλείο της Rruga Barikada, «εκεί που έγινε μεγάλος πόλεμος με τον Γερμανό». Ιδέα δεν είχα για τη στάση των Αλβανών στον πόλεμο. Στο μουσείο είδα ότι Αλβανοί πήραν μέρος στις Διεθνείς ταξιαρχίες στον Ισπανικό εμφύλιο, είχαν μπέσα κι έσωσαν όλους τους Εβραίους τους και πολέμησαν στα ορεινά τους φασίστες κατακτητές.

Η  κληρονομιά του σοσιαλισμού και της τρέλας του Εμβέρ Χότζα σε κάθε βήμα, ιδιαίτερα  όταν πέφτεις πάνω σε κάποιο από τα δεκάδες αντιπυρηνικά καταφύγια σώθηκαν. Στη μετά Χότζα εποχή, πολλά κατοικήθηκαν ή χαλάστηκαν για να εκμεταλλευτούν τα σίδερα. Bunkers στις γειτονιές και βεβαίως στο Biloku, τη συνοικία της νομενκλατούρας, όπου υπήρχε check point για να περάσεις. Στη συνοικία μπαίνεις από ένα πάρκο, με το bunker στη γωνία και ένα τσιμεντένιο πανό από το τείχος του Βερολίνου!

Στo Bunk’ Art2, υπόγειο μουσείο 1000 τ.μ. αποτυπώνονται τα κομουνιστικά χρόνια και ειδικά η δράση του τότε Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας.

«State Security employees are only party workers, primarily political workers and nothing else»!

Από μια άποψη ευτυχώς για εμάς, αφού διατηρούσαν με ευλάβεια τα αρχεία κι έτσι έμαθε ο κόσμος πώς δούλευαν. Με τοίχους πάχους μέχρι και 2.5μ. και θωρακισμένες πόρτες 40 εκ. τουλάχιστον, περιλαμβάνει 24 δωμάτια- αίθουσα τηλεπικοινωνιών, παρακολουθήσεων, ανακρίσεων, φυλακή, δωμάτιο απολύμανσης, αλλά και αίθουσα μουσικής και διαλέξεων! Πρόκειται για ένα από τα τελευταία έργα του μεγαλομανούς που χτιζόταν από το 1981 μέχρι το 1986. Το καταφύγιο είναι πλέον τόπος μνήμης- In Memoriam to those who… για όσους έχασαν τη ζωή τους επί Χότζα. Ο θόλος της εισόδου του καταφυγίου θυμίζει σε μικρή κλίμακα τον αντίστοιχο θόλο στο Yad Vashem  στο μουσείο του Ολοκαυτώματος στην Ιερουσαλήμ, με δεκάδες πορτρέτα θυμάτων και με τα ονόματά τους να ακούγονται καθώς περιμένεις να κατεβείς στο οχυρωμένο υπόγειο.

Πρωτομαγιά στα Τίρανα, και περίμενα κάτι σαν τη δική μας Πρωτομαγιά, την εργατική. Αμ δε! Στη λαϊκή αγορά στην κεντρική Rruga Baricada κόσμος αγόραζε μπρόκολο προς 160 λεκ, ντομάτες προς 150, οι λούστροι και οι κάτοχοι δημοσίων ζυγαριών περίμεναν πελάτες υπό τη μουσική υπόκρουση μιας κομπανίας ηλικιωμένων… Καλίνκα, Ζήτω ζήτω το ΕΑΜ, Μπέσαμε μούτσο, Bella Ciao και άλλα παρόμοια.

Απέναντι από την ορθόδοξη εκκλησία της Αναστάσεως, όπου πλήθος κόσμου προσκυνούσε λόγω Πάσχα και αγόραζε από τους πλανόδιους κόκκινη μπογιά μάρκας ANADOLU (ΑΝΑΤΟΛΗ η δική μας μάρκα) για να βάψει αυγά, το House of Leaves, μια διπλοκατοικία του ’30.

Πρώην γυναικολογική κλινική, πρώην έδρα της Γκεστάπο και πρώην αρχηγείο της μυστικής αστυνομίας, πήρε το όνομά από τους κισσούς που κάλυπταν τους εξωτερικούς τοίχους. Σήμερα oι κισσοί ξηλώθηκαν, η είσοδος του εγκαταλειμμένου αντιπυρηνικού καταφυγίου χάσκει στον απεριποίητο κήπο και οι περικοκλάδες μεταφέρθηκαν ζωγραφισμένες μαύρες στις εσωτερικές σκάλες του κτηρίου.

Μαύρα και σκοτεινά είναι τα πάντα μέσα στα δωμάτια όπως ήταν η δράση της Sigurimi, που τη βλέπουμε σε φωτογραφίες, βίντεο, προπαγανδιστικές αφίσες και τη διαβάζουμε στα αποφθέγματα του Emver Hoxha (αλβανιστί) σε άπταιστη κομουνιστική διάλεκτο:

«State Security is the sharp and dear weapon of our Party, because it protects the interests of the people and our socialist State against internal and external enemies…  There is no concession or mercy to the enemy, no any fear of mistake…One is never mistaken if he is tough on class enemy».

Στην επιστροφή μου, η αντικυβερνητική διαδήλωση είχε λήξει, οι εκατοντάδες κρανιοφόροι και οι ασπιδοφόροι αστυνομικοί ελευθέρωναν τους δρόμους, και οι βόλτες συνεχίζονταν στον ήλιο.

Είχαν υποφέρει οι Αλβανοί με τον Εμβέρ. Γκρέμισαν ό,τι μπόρεσαν και κράτησαν την κόκκινη σημαία με τον δικέφαλο…

 

ΥΓ.

Κατάλαβα τον νεοπλουτισμό, γι’ αυτό και ο τίτλος «Στην πατρίδα της Μερσεντές», άκουσα έντονους ψιθύρους για διαφθορά και διαπλοκή και για άλλα που δεν λέγονται. Είδα φουλ καταναλωτισμό. Από την άλλη, επιμένουν οι παλιές συνήθειες, το χαζολόγημα στο δρόμο, οι μαντήλες, η φτώχια και δημιουργούνται νέες.  Κάδοι ανακύκλωσης κάθε δυο και τρεις, γνώση αγγλικών, αρκετών ελληνικών και ιταλικών, εξαιρετικά μουσεία γεμάτα ξένους, αλλά και απίστευτο κυκλοφοριακό χάος με τα ανάλογα κορναρίσματα.

Το σύντομο ταξίδι στους γείτονες μου έδειξε μια χώρα σε μετάβαση με όλα όσα αυτό συνεπάγεται.

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθρο«Λειψυδρία»: Θραύσματα μιας ιστορίας των γυναικών στη μεταπολεμική Ελλάδα (της Ευγενίας Σηφάκη)
Επόμενο άρθροΕβδομάδα Μικρών Βιβλιοπωλείων

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ