Σταύρος Κρητιώτης, Η εξαφάνιση του συγγραφέα, ένα συνειδητό πείραμα (συνέντευξη στον Γιάννη Ν.Μπασκόζο)

0
374

 

συνέντευξη στον Γιάννη Ν.Μπασκόζο

 

 

Ο Σταύρος Κρητιώτης είναι ένας γνωστός – άγνωστος συγγραφέας. Τα δεκατρία βιβλία του φέρουν διάφορα ψευδώνυμα και μόλις τώρα στο «Η κατασκευή μιας υστεροφημίας» (εκδ.Γαβριηλίδης) αποφάσισε να παρουσιάσει τον πραγματικό πρόσωπο του συγγραφέα πίσω από τις ετερωνυμίες. Η δεύτερη δυσκολία για να τον γνωρίσουμε ήταν ο συνεχής πειραματισμός με τα κείμενα, από την πλήρη απουσία κειμένου μέχρι την πλήρη αναδόμησή του.  Σε αυτή την πρώτη του συνέντευξη εξηγεί τους λόγους που άφησε πίσω του τα προσωπεία και δίνει τους λόγους που τον ενδιαφέρει ο πειραματισμός στη γραφή.

 

 

Θεωρείστε ένας δύσκολος συγγραφέας κρυπτόμενος πίσω από ψευδώνυμα (όπως οι ετερώνυμοι του Πεσσόα), κάτι που φαίνεται να εγκαταλείπετε στο τελευταίο σας βιβλίο, όπου καταλογογραφείτε όλα σας τα έργα. Τι σηματοδοτεί αυτή η αλλαγή πλεύσης; Θέλετε να βγείτε στο προσκήνιο καταργώντας τον μύθο του «άγνωστου συγγραφέα» ή τι άλλο;

Διαρκής προσπάθειά μου ήταν η απαλοιφή του συγγραφέα και του intentio auctoris και η επικράτηση του intentio operis, συζευγμένου πάντα με το intentio lectoris. Τα αλλεπάλληλα ψευδώνυμα είναι απαραίτητα σε μια τέτοια προσπάθεια. Αυτή όμως η προσπάθεια προϋποθέτει την αποδοχή του βιβλίου ως ενός οιονεί γρίφου εκ μέρους του αναγνώστη, αφού την προσέγγιση και την ερμηνεία του θα τη διαμόρφωνε τελικά μόνο αυτός, υπό τον περιορισμό να είναι συμβατή με την υφή και τη δομή του ίδιου του έργου. Ακόμα και αν αυτή έδινε στο έργο χροιές που εγώ δεν είχα ποτέ διανοηθεί. Επιπρόσθετα, το όνομα στο εξώφυλλο του βιβλίου συχνά απέρρεε από το περιεχόμενο.

Η επίλυση όμως γρίφων δεν είναι ιδιαίτερα προσφιλής ενασχόληση των αναγνωστών σήμερα, αφού η ζωή τούς φορτώνει με αρκετές δυσκολίες ούτως ή άλλως. Από την άλλη, ένας γρίφος προϋποθέτει την ύπαρξη λυτών. Η χρήση ψευδωνύμων μίας χρήσης από τον Ροΐδη, που ήταν αναγραμματισμοί ιδεών που ήθελε να προβάλει παιγνιωδώς και που ποτέ δεν αποκρυπτογραφήθηκαν στην εποχή του, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα γρίφου χωρίς λύτες.

Έτσι αποφάσισα τελικά ν’ αφήσω αυτή την προσπάθεια, τουλάχιστο όσον αφορά το εξώφυλλο των βιβλίων μου! Πάντως ο συγγραφέας κρυβόταν συχνά μέσα στα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσα, αφού αρκετά από αυτά διατηρούσαν με μένα μια σύνδεση μέσω ενός ομφάλιου λώρου, των αναγραμματισμών. Για παράδειγμα, τα «Σωκράτης Τιτούρης» και «Αγνή Ερωτοκρίτου» είναι αναγραμματισμοί των φράσεων  «Σταύρος Κρητιώτης» και «Να έργο Κρητιώτου».

 

Πειραματιστήκατε με πολλά κειμενικά είδη, από την απουσία κειμένου μέχρι την αναδόμησή του με διάφορους τρόπους. Μετά από αυτό φαίνεται ότι στα τελευταία σας βιβλία (Δολοφόνος ο κύριος Ροΐδης, Η κατασκευή μιας υστεροφημίας) επιστρέφετε σε μια κλασική αφήγηση. Θα έλεγα μάλιστα ότι σχεδόν ποτέ υποδόρια δεν αγνοήσατε την αφήγηση. Επιστροφή στο κλασικό αφήγημα; γιατί;

Συνήθως το περιεχόμενο του βιβλίου, η κεντρική του ιδέα, επέβαλε τον τρόπο αφήγησης. Στο Μηνολόγιο ενός Απόντος, ο ήρωας απουσίαζε φαινομενικά από την ίδια του τη ζωή, οπότε η αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο από άλλους ήταν αναπόφευκτη. Στις Δολοφονίες του Βασιλέως Γεωργίου η αφήγηση είναι πολύσημη και σχεδόν δημοσιογραφική, αφηγητές είναι τα αρθρίδια των παλαιών εφημερίδων και όχι η Προυσσιώτη, αφού είναι άγνωστος και ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας. Στον Γερμανό λοχία η περιγραφή της δράσης του λοχία δεν μπορούσε να γίνει παρά από τον ίδιο, από τη δική του ναζιστική οπτική γωνία, αλλά αυτή ακριβώς η αφήγηση καθιστούσε αναγκαία και την αφήγηση των πραγμάτων από την πλευρά της Αντίστασης, που μας δείχνει τελείως διαφορετικές όψεις της πραγματικότητας. Στην Κατασκευή μιας Υστεροφημίας ο ένας αφηγητής είναι ουσιαστικά ο ήρωας (με όσα γνώριζε), ένας πλήρως άγνωστος τελικά για μας, παρόλο που η άλλη αφήγηση, εκ μέρους ουσιαστικά μιας σύγχρονης μηχανής αναζήτησης, προσπαθεί φιλότιμα να διαλύσει την ομίχλη που δημιουργούν οι ταυτωνυμίες.

Σε όλα τα βιβλία μου όμως προσπαθώ η αφήγηση να είναι κατά το δυνατόν φιλαλήθης και αληθοφανής. Ένα αληθογράφημα. Αποφεύγω συνεπώς να χρησιμοποιώ το τρίτο πρόσωπο του παντεπόπτη αφηγητή, αφού πάντα προσπαθούσα να απαλείψω αυτόν τον περίφημο παντογνώστη.

Στο τελευταίο σας αφήγημα (αληθογράφημα) σάς απασχολούν ποικίλα ζητήματα, όπως το ποια είναι για σας σήμερα η αξία του λόγου. Ποιο είναι τελικά το κέντρο βάρους;

Το κεντρικό ζήτημα στην Κατασκευή μιας Υστεροφημίας είναι η ανωνυμία του όποιου αφηγητή τελικά, λόγω της επέλασης του χρόνου και των ταυτωνυμιών. Παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειές του να κατασκευάσει ο Ψάλτης τρόπους διαιώνισης του ονόματός του, τελικά μένει άγνωστος. Δυο μόνο λεξούλες σε εφημερίδες της εποχής ή στα αποτελέσματα της μηχανής αναζήτησης.

 

Στο ίδιο πάντα λέτε πώς μόνον έντυπη η μνήμη διασώζεται. Η τεχνολογία δεν ανατρέπει αυτή την άποψη;

Η τεχνολογία έχει κάνει τη γραφή τρομερά εφήμερη. Η ηλεκτρονική ευκολία της την εξουθένωσε μέσα από τη μεγιστοποίησή της. Επιπρόσθετα, η συνεχής αλλαγή των λογισμικών καθιστά πολύ δυσχερή τη διατήρηση του υλικού. Τα εθνικά αρχεία της Ουάσιγκτον δεν είναι πια σε θέση να διαβάσουν ηλεκτρονικά δεδομένα από τις δεκαετίες 1960 και 1970. Οι αναγκαίες γι’ αυτό συσκευές έχουν αποσυρθεί, το ειδικευμένο προσωπικό είναι δυσεύρετο και ακριβό –το μεγαλύτερο μέρος του υλικού θεωρείται απολεσθέν. Τα νέα μέσα διαθέτουν σύντομης διάρκειας μνήμη. Τα αρχεία που είχα γράψει στο παρελθόν σε υπολογιστή παλάμης Psion, με γραμματοσειρές που δεν υπάρχουν πια, απλούστατα δεν μπορούν να διαβαστούν πλέον.

 

Στο αληθογράφημά σας αλλά και στον Ροΐδη και αλλού υποστηρίζετε ότι τα ντοκουμέντα δεν λένε πάντα την αλήθεια. Ποια είναι η γνώμη σας για την αλήθεια, είναι μια έννοια σχετική; Και σε τι αφορά αυτό την λογοτεχνία;

Η αλήθεια, ακριβώς επειδή μάχεται τη λήθη, είναι κατ’ ανάγκη διαμεσολαβημένη, απαιτεί αφηγητή, ο οποίος αναπόφευκτα δρα σε ένα συγκεκριμένο σύστημα αναφοράς. Μόνο τα πολύ γυμνά γεγονότα παραμένουν αδιαμφισβήτητα. Κι αυτό όχι πάντα. Η λογοτεχνία μπορεί να βοηθήσει την αλήθεια, επειδή μπορεί να ξετυλίξει τις εκδοχές της, όπως γίνεται στο αληθογράφημα του Γερμανού λοχία.

 

Μιλάτε για ένα κειμενικό ωκεανό που δυνητικά θα εξερευνάται πάντα. Είναι αυτός μια πηγή της λογοτεχνίας; Και αρκεί αυτός για να έχουμε λογοτεχνία;

Ο κειμενικός ωκεανός είναι ο άπειρος κατάλογος των φράσεων. Οποιαδήποτε λογοτεχνία από αυτόν αντλεί. Αλλά η αξία της έγκειται στον μαεστρικό συνδυασμό των ήδη υπαρχόντων ή των δυναμένων να υπάρξουν.

 

Πολλές φορές εξαφανίζετε τον κεντρικό ήρωα ή τον μεταμφιέζετε ή τον παραποιείτε θέλοντας φαντάζομαι να εξουδετερώσετε το βασικό χαρακτηριστικό του κλασικού μυθιστορήματος; Νομίζετε ότι έχει πεθάνει το κλασικό μυθιστόρημα και μαζί του ο βασικός ήρωας;

Η πλήρης επίγνωση της φύσης του ήρωα προϋποθέτει έναν παντεπόπτη αφηγητή. Η ύπαρξη ενός τέτοιου αφηγητή κάνει τον αναγνώστη παθητικό αποδέκτη και μετατρέπει το έργο σε παραμύθι, αντί να το μετουσιώνει σε μυστήριο. Ο κόσμος όμως θέλει να ελαφρύνει την καθημερινότητά του με ιστορίες και παραμύθια που τα αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο ο παντογνώστης συγγραφέας. Αν μη τι άλλο, το κλασικό μυθιστόρημα είναι σήμερα παντοδύναμο. Τα λοίσθια πνέει η όποια απόπειρα αφανισμού του συγγραφέα.

 

Επίσης πολλές φορές στα βιβλία σας αποδομείτε τον συγγραφέα ή τον εξαφανίζετε; Σας οδηγεί κάποια συγκεκριμένη σκέψη σε αυτό; Μήπως ως θεωρία (μετά τις απόψεις ΡόλανΜπαρτ) έχει αποτύχει;

Η απόπειρα εξαφάνισης του παντεπόπτη αφηγητή, και συνεπώς η απόκρυψη του ρόλου του συγγραφέα, ο οποίος σκηνοθετεί αυτή την εξαφάνιση, είναι απλούστατα η προσπάθεια να γίνει πιο αληθοφανές το έργο. Να μην απαιτεί απλά την άρση της δυσπιστίας του αναγνώστη, αλλά να μπορεί ο αναγνώστης να ελέγξει ο ίδιος κάθε λεπτομέρεια, τον ιστό, την υφή του έργου. Γι’ αυτό τα έργα μου τείνουν να είναι αληθογραφήματα. Αντλούν την πραγματικότητά τους από τον έξω κόσμο, όπως οι πανταχού παρούσες υποσημειώσεις μου πιστοποιούν. Αυτή η προσπάθεια εξαφάνισης του συγγραφέα δεν είναι για μένα όμως μια θεωρητική κατασκευή, αλλά ένα συνειδητό πείραμα. Μη δημοφιλές βεβαίως.

 

Μετά από τόσα πειράματα με κείμενο/λόγο/συγγραφέα έχετε καταλήξει κάπου που θα αφορά και θα επηρεάζει ίσως το μελλοντικό αφήγημα;

Οι αναγνώστες πάντα προτιμούν μια γραμμική ανάγνωση, μια γραφή που δεν απαιτεί συμμετοχή. Τους αρκεί η συμμετοχή στην πραγματική ζωή, δεν επιδιώκουν να συμμετάσχουν και σε μια επινόηση. Γι’ αυτό και στο διαδραστικό θέατρο ή στη διαδραστική λογοτεχνία οι απόπειρες εμπλοκής του αναγνώστη περιορίζονται σε ολιγάριθμο κοινό. Αυτό το κοινό δεν είναι ανώτερο ή υποδεέστερο από τον υπόλοιπο ωκεανό των αναγνωστών. Είναι απλά μια βραχονησίδα διαφορετικότητας. Ίσως κάποιες από τις ενασχολήσεις της να αξίζουν τελικά να ζήσουν λίγο παραπάνω. Στο τέλος βέβαια η λήθη καραδοκεί.

 

Και μία προσωπική διαπίστωση, η οποία μου φάνηκε με ένταση στο Αληθογράφημα. Έχετε ισχυρές λογοτεχνικές καταβολές και διαθέτετε ενδιαφέροντα λογοτεχνικό λόγο. Μήπως τον έχετε καταπιέσει μέσα από τα κειμενικά σας παιχνίδια;

Έχω πράγματι υποβαθμίσει σημαντικά τον ρόλο μου ως αφηγητή στα βιβλία μου. Προσπαθούσα να τονίσω το intentio operis. Από την άλλη, γράφω όπως νιώθω ότι μου αρμόζει κατά την ώρα της σύνθεσης της δομής και της πλοκής. Εν πάση περιπτώσει, ακριβώς όπως η πρώτη εμφάνιση της λατινικής λέξης intentio σε ένα κείμενο μετατρέπεται αυτομάτως από τον ηλεκτρονικό ορθογράφο στο αγγλικό intention, έτσι και το πλαίσιο εντός του οποίου εμφανίζεται ένα κείμενό μου καθορίζει και τη μοίρα του. Το περικείμενο είναι τελικά αυτό που μετράει, όχι το κείμενο.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here