Στα σκοτάδια της ψυχικής νόσου (της Θεοδώρας Δ. Πατρώνα)

0
414

της Θεοδώρας Δ. Πατρώνα

 

Το τελευταίο βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου διαβάζεται απνευστί. Αλλά αυτό μάλλον δεν αποτελεί είδηση. Με πλούσιο και επιτυχημένο συγγραφικό έργο, λογοτεχνικό και επιστημονικό, η καθηγήτρια Ψυχολογίας της Παντείου είναι αδιαμφισβήτητα  μία από τις πιο αξιόλογες λογοτέχνιδες της γενιάς της. Ανάμεσα στα μυθιστορήματά της  αναπόφευκτα σταματά κανείς στο σημαντικό και βραβευμένο 8 ώρες +35 λεπτά, με μεταφράσεις στο εξωτερικό αλλά και πολλές διακρίσεις.  Το ένατο μυθιστόρημα, Ο Έλληνας Ασθενής είναι κείμενο βαθιά προσωπικό με την Τσαλίκογλου να διεισδύει στα άδυτα της ελληνικής ψυχής και οικογένειας προκειμένου να εξετάσει το διαγενεακό τραύμα των ανδρών. Είναι ενδιαφέρον ότι η ίδια έχει παραδεχτεί σε συνέντευξή της ότι: « Ο «’Ελληνας ασθενής» χωρίς να έχει τίποτα το αυτοβιογραφικό, είναι το πιο «αυτοβιογραφικό» μου μυθιστόρημα» (Εφ.Συν 15/9/18). Με την οξύνοια, ευαισθησία αλλά και χειρουργική ακρίβεια στο χειρισμό της γλώσσας που τη διακρίνει πάντα, η συγγραφέας διερευνά μοναδικά από το γνωστό ψυχαναλυτικό της πρίσμα τη σκοτεινή σχέση ψυχικής διαταραχής,  και ανδρικής ελληνικής ταυτότητας .

Σε αυτήν την ιστορία ψυχικών ασθενειών που ξετυλίγεται από τον Απρίλιο του 1820 ως τον Απρίλιο του 1980, καθώς «[τ]ο κακό είναι  αχόρταγο, δεν έχει αναπαμό, κυλάει αδιάκοπα από γενιά σε γενιά» (47),  οι ήρωες της Τσαλίκογλου φέρουν όλοι το όνομα Θεόδωρος Κεντρωτάς. Μαζί  με αυτό κληρονομούν το βάρος μίας δύσκολης αποστολής, να είναι δώρο Θεού, «να αγαπηθούν με ένα τρόπο μοναδικό», όπως παραδέχτηκε στη LiFo η ίδια η συγγραφέας. Ο αφηγηματικός μίτος ξετυλίγεται με την αποκάλυψη της αυτοχειρίας κάποιου Έλληνα ηλικιωμένου που νοσηλεύεται σε κλινική στη Γενεύη, τόπο όπου και η ίδια η συγγραφέας σπούδασε στο πλάι του κορυφαίου ψυχολόγου και φιλοσόφου Ζαν Πιαζέ. Με αφετηρία την αυτοκτονία αυτή, η συγγραφέας βυθίζεται στις συνειρμικές σκέψεις του γιού και στη σχέση με τον πατέρα του. Πρόκειται για έναν μοναχικό ηθοποιό, το επάγγελμα όχι τυχαίο, που τον έχει εγκαταλείψει η σύζυγός του με το παιδί τους  και ο οποίος συνομιλεί με την χρόνια νεκρή μητέρα του. Ο λόγος μεστός νοήματα, διφορούμενος, με ψυχαναλυτικό φορτίο, κεντρίζει τη σκέψη, προκαλεί την περιέργεια και ανεβάζει την αγωνία. Οι συζητήσεις γιού και μητέρας, φέρνουν στο προσκήνιο τη ζωτική και πάντα ενδιαφέρουσα προς ανάλυση σχέση. Ακόμα, επιτρέπουν συνεχείς αναδρομές στο οικογενειακό παρελθόν, στη ζωή του πατέρα του ηθοποιού που ήταν δάσκαλος στο «πεταλόμορφο νησί» της Μήλου πολύ πριν γεννηθεί ο γιός του. Και ακόμα πιο πίσω στο σκοτεινό παρελθόν του προπάππου του επί Τουρκοκρατίας  που «από τότε που θυμάται τον εαυτό του ψάχνει αυτό που δε μπορεί, αυτό που δε γίνεται να έχει» (34), το ανέφικτο. Ο τελευταίος ανακάλυψε και το περίφημο άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου, το ερωτεύτηκε παράφορα και απόλυτα. Κατέληξε όμως να το πουλήσει για να λυτρωθεί και να επιβιώσει αυτός και η οικογένειά του. Όπως αριστοτεχνικά σημειώνει η συγγραφέας: «Πώς θα το αποχωριστεί; ‘Ενας σκοτεινός πόθος κατοχής τον πλημμυρίζει. Θα το καταστρέψει για να μείνει για  πάντα δικό του. Θα το πάει πίσω στην κρύπτη. (…) ‘Οσο ζει θα κοιμάται στον ίσκιο του. ‘Οσο ζει, θα αναπνέει για χάρη του. ‘Οσο ζει, δε θα ζει για χάρη του» (40). Φετιχισμός και παράνοια, αλλά και το οξύμωρο της εθνικής μας αρχαιολαγνίας και αρχαιοκαπηλίας σημαδεύουν τη ζωή του παλαιότερου ήρωα και των απογόνων του, καθώς περνούν «σα σκιά» στον εγγονό του. Η ιστορία της Τσαλίκογλου ακολουθεί και αντικατοπτρίζει αριστοτεχνικά την σύγχρονη ελληνική ιστορία όπως αυτή αποτυπώνεται ανεξίτηλα πάνω στην ευαίσθητη ανδρική ψυχή: ο ψυχικά ασθενής ήρωας επιδεινώνεται κατά την μικρασιατική εκστρατεία αφού, «ξέμαθε στο άψε σβήσε να είναι άνθρωπος» (63). ‘Όταν αργότερα σε καιρό ειρήνης γίνεται δάσκαλος εκδιώκεται από την πατρίδα του κάτω από το βάρος της σχέσης του με μία ανήλική μαθήτριά του λίγο πριν αυτή πεθάνει. Θα βρει καταφύγιο στη Γενεύη όπου και θα νοσηλευτεί πριν αυτοκτονήσει.

Και ενώ  οι άνδρες στο μυθιστόρημα της Τσαλίκογλου ασθενούν, οι γυναίκες, αν δεν πεθάνουν νέες  (η μητέρα του δασκάλου αλλά και η μητέρα του ηθοποιού), αγωνίζονται να ζήσουν με το βάρος των ανήκεστων βλαβών που προκαλούν με τις πράξεις τους οι εύθραυστοι ήρωες. Τόσο εύθραυστοι όσο οι χαρακτήρες του Tennessee Williams. Όπως έχει δηλώσει η συγγραφέας στη συνέντευξή της στη Μικέλα Χαρτουλάρη, η τρέλα των πρώτων είναι «έμπλεη νοήματος», και «μας επιτρέπει να ψηλαφίσουμε τον ψυχισμό μας στις πιο σκοτεινές του εκφάνσεις» (συνέντευξη στην Εφ.Συν 15/9/18). Το σκοτάδι τους αυτό φωτίζεται και νοηματοδοτείται από την δυναμική γυναικεία παρουσία: η Μαριακώ, κόρη του αρχαιοκάπηλου μαθαίνει να ζει με τη σκανδαλώδη ζωή του πατέρα της και την τραυματισμένη ψυχή του εγγονού της. Η πεντάχρονη Δώρα, η συνεχίστρια της ιστορίας, θα θυμάται για πάντα τον αυτόχειρα παππού της, γιατί το «να πεθαίνεις είναι να φεύγεις για λίγο». Εξάλλου αυτή είναι και η μαγεία της γραφής και της τέχνης.  ‘Οπως δηλώνει η Τσαλίκογλου, οι ήρωες δεν πεθαίνουν ποτέ, «οι λέξεις ανασταίνουν απουσίες».

info: Φωτεινής Τσαλίκογλου, Ο Έλληνας Ασθενής: Μία ιστορία, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here