Σπύρος Ασημένιος: Λιποταξία για Ενάρετους (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

0
379

συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη

 

Ο Σπύρος Ασημένιος (γεν 1988), κατέληξε στο θέατρο όπως πολύ άλλοι καλοί συνάδελφοι του, νομοτελειακά και δια του στρίβειν από άλλο κλάδο (την δημοσιογραφία στην περίπτωση του). Με σταθερή παρουσία στις αθηναϊκές σκηνές τα τελευταία χρόνια σε έργα που αν δεν έχετε δει έχετε σίγουρα ακούσει (μεταξύ των οποίων Πλους, Σκληρές Φωτογραφίες και Αξύριστα Πηγούνια) και ένα σύντομο πέρασμα από την τηλεόραση (Έρωτας Φυγάς), φέτος αναλαμβάνει το ρόλο και του θεατρικό συγγραφέα, με το πρώτο του έργο Λιποτάκτες όπου και πρωταγωνιστεί απανττώντας το ερώτημα σε ποιες περιπτώσεις όχι μόνο δεν είναι κακό, αλλά επιβάλλεται να λιποτακτεί κανείς.

 

Γιατί  έγραψες καινούργιο θεατρικό έργο; Δεν έχουμε αρκετά; Εσύ ήδη παίζεις για δεύτερη χρονία σε μια σούπερ επιτυχία; (Αξύριστα Πηγούνια του Γιάννη Τσίρου σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη μαζί με τους Στάθη Σταμουλακάτο, Ηλία Βαλάση και Αντωνία Πιτουλίδου )

Αρκετά έργα δεν θα έχουμε ποτέ, νομίζω. Πάντα κάτι καινούργιο θα έχουμε να πούμε, κάθε φορά ο κόσμος που ζούμε θα βρίσκει διαφορετικούς και ευφάνταστους τρόπους να γίνεται δυσάρεστος. Δεν νομίζω πως γράφω για να συμπληρώσω κάποιο κενό που υπάρχει στην αγορά. Μου αρέσει να παίζω με τις λέξεις, να φτιάχνω χαρακτήρες και μέσα από το παράλογο να ξεχειλώνω και να ξορκίζω αυτά που με πονούν. Είναι προσωπική ανάγκη που δεν έχει να κάνει, τουλάχιστον σε πρώτο βαθμό, με τους άλλους. Γενικά έχω μπουχτίσει με την πολλή κριτική. Για αρκετό καιρό φοβόμουν την γνώμη των άλλων. Τώρα είμαι σε μια κατάσταση όπου είμαι έτοιμος να απολαύσω την διαδικασία αδιαφορώντας για τις διάφορες απόψεις. Απολαμβάνω την διαδικασία της συγγραφής. Έχω την αίσθηση πως βάζω σε μια σειρά και πράγματα που αφορούν εμένα. Με γνωρίζω καλύτερα. Στους Λιποτάκτες ανακάλυψα πως ασυνείδητα δημιούργησα τέσσερις χαρακτήρες που σχετίζονται με πτυχές του δικού μου χαρακτήρα. Ο καθένας τους αντιπροσωπεύει μιαν ιδέα που για μένα είναι οντολογικής σημασίας. Για παράδειγμα, ο Σπανγκολίτης θέλει να είναι σε συνεχή κίνηση για να αποφεύγει τους εχθρούς του, δηλαδή ποιους, αυτούς που τον ενοχλούν, που τον χαλάνε. Ο Ανδροκλής είναι ρομαντικός και θέλει να τολμά την επικοινωνία, ακόμη και αν αυτή τον πληγώνει. Ο Παλαβός θέλει να αυτοκτονήσει, να τελειώνει με αυτή την ιστορία, αλλά πάντα βρίσκει έναν ανόητο λόγο για να ζήσει, επειδή θέλει να ζήσει. Ο Πλασιέ είναι η συνθηκολόγηση με τον καπιταλισμό. Πολλές φορές γίνομαι γελοίος επειδή πρέπει να ζήσω.

 

Είναι σύμπτωση που πρόκειται για ντόπια προϊόντα, γραμμένα από Έλληνες;

Καθόλου σύμπτωση. Ο Γιώργος Παλούμπης ήταν δάσκαλός μου στην δραματική και εμπιστεύεται πολύ τα σύγχρονα ελληνικά έργα. Ανέβασε τα Αξύριστα Πηγούνια του Γιάννη Τσίρου με τρομερή επιτυχία, με τον Τσιοτσιόπουλο κάνουν επίσης τρομερές δουλειές και με τον Τσουρή το ίδιο. Σύμπτωση μπορεί να είναι το ότι με σκέφτηκε και με πήρε στην παράσταση. Πρώτα είδα την παράσταση των Αξύριστων Πηγουνιών και μετά έπαιξα σε αυτήν. Ήμουν φαν. Οι Λιποτάκτες από την άλλη είναι το άλλο ελληνικό έργο στο οποίο θα παίξω και μόνο ελληνικό θα μπορούσε να είναι γιατί είμαι σκράπας στις ξένες γλώσσες.
Η αλήθεια είναι, πάντως,  πως τα τρία χρόνια που εργάζομαι ως ηθοποιός, μόνο σε ελληνικά έργα έχω παίξει. Στο Πλους της Χριστίνας Χριστοφή, που επίσης αγαπάει πολύ τους Έλληνες συγγραφείς και στις Σκληρές Φωτογραφίες του Κυριάκου Βέρη.

 

Συνήθως οι ηθοποιοί δοκιμάζουν το χεράκι τους στην σκηνοθεσία. Βέβαια ο Σαίξπηρ έπαιζε στα έργα του. Και ο Τσέχοφ. Α και ο Τζον Όσμπορν. Και ο Χάρολντ Πίντερ. Αμάν, λες τελικά όντως να γίνεσαι καλύτερος θεατρικός συγγραφέας αν έχεις προυπηρεσία στο σανίδι;

Δε νομίζω πως θα δοκιμαστώ ποτέ στην σκηνοθεσία. Δεν με ενδιαφέρει. Έχω συνεργάτες που το κάνουν καλύτερα. Μια σκηνοθετική περιέργεια εκτονώνεται μέσα από την συγγραφή. Η δραματουργική ανάλυση σίγουρα με βοήθησε να έχω μια υποψία τι μπορεί να λειτουργήσει και τι όχι επάνω στην σκηνή. Ακόμη, όμως, το ψάχνω. Έχω εντοπίσει αρκετά πράγματα που θέλω να βελτιώσω, που αφορούν κυρίως την δομή του έργου. Όλα με τον καιρό τους. Για τώρα είμαι πολύ ικανοποιημένος. Η ματιά του Ερμή Περιστέρη σχετικά με το έργο μου είναι αρκετά διαφορετική από αυτήν που εγώ είχα στο κεφάλι μου. Έχω την τύχη, λοιπόν, να παίζω σε ένα έργο που είναι δικό μου, αλλά είναι σα να το γνωρίζω από την αρχή. Αντιλαμβάνεσαι με αυτόν τον τρόπο πως η δουλειά του σκηνοθέτη και του ηθοποιού είναι μια δεύτερη συγγραφή.

 

 Εδώ στας Αγγλίας, η Cush Jumbo, ανερχόμενη ηθοποιός και δις υποψήφια για Olivier, όταν έπαιξε σε έναν μονόλογο που έγραψε μόνη της, το «Josephine», άκουσε το εξής από έναν καθιερωμένο θεατρικό συγγραφέα: «Μας κλέβεις το ψωμάκι μας, ντροπή». Εσύ έχεις ακούσει τέτοιου είδους ενθαρρυντικά λόγια;

Έχω ακούσει διάφορα. Κρατάω αυτά που με βοηθούν. Η μαμά μου και ο μπαμπάς μου είπαν εξαιρετικά λόγια πάντως. Η πεθερά μου το ίδιο. Εσύ που το διάβασες έχεις τίποτα ενθαρρυιντικό να πεις;

 

Ναι αλλά δεν θα στο πω. Χωρίς να θέλω να σε αποθαρρύνω πάντως, τον Αισχύλο τον σκότωσε μια χελώνα που του ήρθε στο κεφάλι εξ’ουρανού, ο Μάρλοου μαχαιρώθηκε στο μάτι πάνω σε καβγά και ο Τένεσι Ούλιαμς πνίγηκε με ένα καπάκι από κουτί χαπιών. Μήπως να το ξανασκεφτείς;

Στους Λιποτάκτες λέει κάποια στιγμή ο Ανδροκλής πως, για να κοστίζει ο θάνατος πρέπει πρώτα να αξίζει η ζωή. Δεν θα ήταν το ίδιο να πνιγώ εγώ με καπάκι από κουτί χαπιών. Αυτό που κάνει ακόμη πιο κωμικό τον θάνατο του Αισχύλου είναι το υψηλό status του, δηλαδή η αξία της ζωής του, που τερματίστηκε με γελοίο τρόπο. Αν ζούζε ως γελοίος και πέθαινε ως γελοίος δεν θα μας φαινόταν το ίδιο αστείο. Αυτή η αντίθεση είναι η συνταγή της κωμωδίας. Αν έπρεπε να διαλέξω, αγοράζω την χελώνα. Πεθαίνεις χωρίς να το καταλάβεις και κανείς δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά τον θάνατό σου. Για να απαντήσω καθαρά, όμως, δεν έχω τίποτα να σκεφτώ. Ας γίνω ο Τένεσι και ας γελάνε όλοι με τον θάνατό μου. Μια γεμάτη ζωή αξίζει τον κόπο.

 

Καλά δεν λυπάσαι την καημένη την χελώνα; Οι δυο χαρακτήρες του έργου, ο Ανδροκλής και ο Σπαγκολίτης, βαφτίζονται επιτόπου πάνω στη σκηνή. Γιατί επιλέγουν αυτά τα ονόματα;

Στην αρχή είχα σκεφτεί να μην έχουν όνομα. Ύστερα, ένας άνθρωπος που θαυμάζω μου είπε κάτι που μου άρεσε. Πως δεν γίνεται να μην έχουν όνομα, γιατί και το πιο ταπεινό πράγμα σε αυτόν τον κόσμο κάπως λέγεται. Έτσι, ο Ανδροκλής επιλέγει το όνομά του επειδή σημαίνει “ανδρείος”, ενώ ο ίδιος αισθάνεται δειλός και ο Σπανγκολίτης, που δεν τον ενδιαφέρει τόσο να βρει ένα όνομα, αλλά να καταλάβει πως γίνεται να ξέχασε το παλιό του, απλά αποδέχεται το όνομα μιας ταπεινής πέτρας.

 

Ο Ανδροκλής κια ο Σπαγκολίτης αυτοχαρακτηρίζονται «καλλιτέχνες». Τι θα πει καλλιτέχνης, που τραγουδούσε κάποτε και ο Νότης;

Προτιμώ κάτι που είχε πει ο Τζούμας: “Οι καλλιτέχνες αποσκοπούν σε λίγη μαγεία”. Με έντεχνο τρόπο και με μια μόνιμη υπενθύμιση ζωής και θανάτου προσπαθούν να κάνουν το άσχημο να μοιάζει όμορφο.

 

Μου άρεσε πολύ η βασική ιδέα του έργου: οι δυο χαρακτήρες του έργου νομίζουν πως ο πόλεμος συνεχίζεται επειδή βλέπουν εικόνες μη κανονικότητας. Πες μας μερικές που έχουν δει και δεν αναφέρονται στο έργο.

Δεν υπάρχει δέος. Ακόμα και το πιο τρομακτικό πράγμα έχει γίνει καθημερινό. Τουφεκίζεται άνθρωπος στην μέση του δρόμου και περνάει από τις οθώνες του κινητού σαν διαφήμιση απορρυπαντικού. Δυστυχώς, όταν η τεχνιτή νοημοσύνη είναι ικανή να μας αντικαταστήσει, δεν θα διαφέρουμε και πολύ από ένα ρομπότ.

Για παράδειγμα, ήμουν στον σταθμό και ένας άνθρωπος είχε μόλις αυτοκτονήσει. Ο σειρμός δεν θα συνέχιζε και έπρεπε να κατεβούμε και να βρούμε εναλλακτικούς τρόπους να πάμε στο σπίτι μας. Καθώς έβγαινα από τον σταθμό, ένας κύριος παραπονιόταν σε δυο άλλες κυρίες και τους έλεγε πως σε αυτή την χώρα τίποτα δεν λειτουργεί σωστά και αναρωτιόταν πόση ώρα χρειάζεται να μαζευτεί έαν πτώμα από τις ράγες. Μέσα σε αυτόν τον παροξυσμό, περιέγραφε πόσο χάλια είναι η ζωή του.

Άλλο παράδειγμα. Ένας άστεγος είναι πεσμένος μισός επάνω στο πεζοδρόμιο και ο άλλος μισός στον δρόμο. Η μούρη του είναι σπασμένη και τρέχει αίματα. Mυρίζει άσχημα. Προσπαθεί να σηκωθεί και δεν τα καταφέρνει. Οι περαστικοί στην προσπάθειά τους να διασχίσουν τον δρόμο περνούν από πάνω του. Ο πρώτος λίγο διστακτικά, οι επόμενοι λίγο πιο κανονικά, μετά κανονικότατα. Κάποιος παραβιάζει αυτήν την κανονικότητα και επιβάλλει την δική του. Τον πιάνει από το χέρι και τον σηκώνει. Όσοι δεν απομακρύνθηκαν και είδαν κοντοστέκονται και βάζουν και αυτοί ένα χεράκι.

Εμένα μου αρκεί, πάντως, η περιγραφή μιας γιαγιάς που ουρλιάζει στα αυτοκίνητα να κάνουν ησυχία, επειδή κοιμάται στην στάση ενός λεωφορείου. Δεν υπάρχει κάτι πιο ντροπιαστικό για μια κοινωνία.

 

Έχεις σκεφτεί εναλλακτικούς τρόπους για να πεις το ίδιο πράγμα που λέει το έργο σου; Πες μας έναν.

Αν είχα σκεφτεί διαφορετικούς τρόπους και με ικανοποιούν, μάλλον θα τους έγραφα. Η φράση του Σπανγκολίτη που επαναλαμβάνεται κάθε τόσο με καλύπτει. Μαίνεται ο πόλεμος. Ο πόλεμος ενάντια στην ασχήμια.

 

Μήπως η απαίτηση για κανονικότητα είναι εμποτισμένη μέσα μας εξαιτιάς των μηχανιστικών λειτουργιών που έχουμε συνηθίσει λόγω καπιταλισμού; Γιατί απαιτούμε και εντυπωσιαόμαστε όταν δεν δουλεύει κάτι; Αν λάβουμε υπόψην το γεγονός ότι είμαστε θνητοί και την αβέρτα τυχαιότητα,  το εντυπωσιακό είναι κάτι να δουλεύει.

Με έκαψες. Μηχανιστικών λειτουργιών που έχουμε συνηθίσει λόγω καπιταλισμού; Λες και με άρπαξε πλυμμήρα. Εντάξει, θα προσπαθήσω. Δεν ξέρω πώς ο καπιταλισμός μας γεννάει την ανάγκη μιας κανονικότητας. Βασικοί κανόνες συμβίωσης υπήρχαν πάντα, ακόμη και πριν από την ανακάλυψη του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός βοηθάει να μην προλαβαίνεις να σκεφτείς και να είσαι δικαιωματιστής. Δεν χρειάζεται να είσαι αθάνατος ημίθεος για να καταλάβεις πως δεν πρέπει να παρκάρεις σε ράμπα αναπήρων. Ούτε χρειάζεται κάποια υπερβατική ευαισθησία. Χρειάζεται απλά να αποδεχτείς κάποιους κανόνες συμβίωσης. Ο καπιταλισμός είναι βόρβορος και είναι εντυπωσιακό πως οι μεγαλύτεροι υποστηρικτές του είναι κάτι τύποι που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Ζούμε σε μια κοινωνία φτωχών τζογαδόρων που ελπίζουν πως θα γίνουν Έλον Μασκ. Γι’αυτό άλλωστε, τόσο εύκολα, νομίζουν πως καταλαβαίνουν τα σχέδια της μασονίας και την συνωμοσία που κρύβεται πίσω από την αλλαγή του καιρού. Φαντάζονται διάφορα. Μετράνε τα ψιλά για να πάρουν τσιγάρα, αλλά αισθάνονται πιο κοντά στον Τζον Μπέζος, από τον μετανάστη που πνίγεται στα ανοιχτά του Αιγαίου. Μιλάμε για παράνοια δηλαδή. Πήρα φόρα. Αλλά και μέσα στον καπιταλισμό μπορείς να είσαι άνθρωπος. Αρκεί να ασκήσεις τον εαυτό σου σε έναν τρόπο ζωής που δεν μετράει την ζωή με αριθμούς. Το να είσαι ευγενικός, γενναιόδωρος, να κοντοστέκεσαι και να αφουγκράζεσαι, να απολαμβάνεις και να σέβεσαι, είναι πράξεις επανάστασης στον καπιταλισμό.

 

Είναι το θέατρο σήμερα πολιτικός χώρος;

Είναι χώρος σκέψης, άρα είναι πολιτικός χώρος.

 

Με την αποδόμηση τι λες, φτάνει;

Οτιδήποτε έχει δομή μπορεί να αποδομηθεί. Εμένα δεν με ενοχλεί. Ακόμη και αν κάτι δεν το καταλαβαίνω, δεν έγινε και τίποτα. Άλλωστε, αν δεν σου αρέσει η αποδόμηση, μπορείς να πας να δεις κάτι δομημένο. Υπάρχει ποικιλία. Γενικά, υπάρχει μια ηδονή να ασχολούμαστε και να κρίνουμε πράγματα που δεν μας αρέσουν, ενώ θα έπρεπε να γίνεται το αντίθετο. Να ασχολούμαστε με αυτά που αξίζουν τον κόπο. Αναφέρομαι στην κριτική καλλιτεχνικών δημιουργημάτων.

 

Ποιος είναι κατά τη γνώμη σου ο πιο δύσκολος θεατρικός χαρακτήρας;

Ο κακογραμμένος φαντάζομαι.

 

Γιατί αρέσει τόσο πολύ το θέατρο στους Έλληνες;

Φαντάζομαι για τον ίδιο λόγο που αρέσει σε εσένα και σε μένα. Για διαφορετικούς λόγους δηλαδή. Είναι γοητευτικό το θέατρο. Είναι κάτι που γεννιέται και πεθαίνει μπροστά σου. Πολύ συγκινητικό.

 

Τι είναι χειρότερο- να παίζεις για δύο θεατές ή σε γεμάτο θέατρο που όμως έχει έρθει κατά λάθος;

Χειρότερο είναι να παίζεις για δυο θεατές. Είναι άβολο. Δεν μου αρέσει. Βέβαια, ένα γεμάτο θέατρο που παίζει κομπολόι θα ήταν ανυπόφορο, αλλά τουλάχιστον θα πληρώναμε το νοίκι μας.

 

Ποιος είναι ένας λάθος λόγος να πας θέατρο;

Για να φωτογραφηθείς με τον Μπέζο.

 

Και ένας σωστός;

Επειδή ήμαστε μόνο λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα, μόνο μια απάντηση μου έρχεται στο μυαλό. Για να δεις τους Λιποτάκτες.

 

 

Ταυτότητα Παράστασης

 

Λιποτάκτες του Σπύρου Ασημένιου

Σκηνοθεσία: Ερμής Περιστέρης

Παραγωγή: Mementaλ Theatre Group

Πρωταγωνιστούν: Στέλιος Κουλετάκης, Σπύρος Ασημένιος, Αλέξανδρος Μούστας, Κωστής Γεωργακόπουλος, Κατερίνα Μεφσούτ

Σκηνικά & Κοστούμια: Κωστής Γεωργακόπουλος & Κατερίνα Μεφσούτ

Μουσική: Στέλιος Κουλετάκης

Φωτισμοί: Ερμής Περιστέρης

 

Θέατρο Αλκμήνη

2 & 3, 9 & 10, 16 & 17 Οκτωβρίου 2023 στις 21:00

 

Το βιβλίο με το κείμενο του έργου κυκλοφορεί από την Mementaλ

 

Προηγούμενο άρθροΣύγχρονη γυναικεία κυπριακή ποίηση: πρώτο μέρος (της Βαρβάρας Ρούσσου)
Επόμενο άρθροΜια Νύχτα στην Ομόνοια- Hip Hop και Ποίηση, 30/9- Μπάγκειον

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ