Σπάνια κομπολόγια, χαμένες περγαμηνές και… το Εύειο Παναρμόνιο.

0
492

Του Αριστοτέλη Σαΐνη.

 

 

Στις 24 Φεβρουαρίου του 1921, στην Αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας η Εύα Σικελιανού έδινε μια διάλεξη με τίτλο «Η ελληνική μουσική». Αφού ανέπτυξε τη «ζωντανή» σχέση της Ελληνικής Μουσικής με την αρχαιότητα και σχολίασε τις διαφορές με τους δυτικούς μουσικούς τρόπους, αναφέρθηκε στον ρόλο του πιάνου («ως τεχνικού μέσου για την επιστημονική καταμέτρηση και εξακρίβωση των τονιαίων διαστημάτων») για το «μεγάλο ξεπέταγμα» της Ευρωπαϊκής μουσικής, σε αντίθεση με την έλλειψη ανάλογου οργάνου στην Ελληνική Μουσική («που δεν αρκείται σε τόνους και ημιτόνια αλλά απαιτεί ιδιαίτερα διαστήματα για κάθε ήχο»), και κατέληξε με μια σημαντική ανακοίνωση. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:

«Έχω την ευχαρίστηση να αναγγείλω σήμερα, πρώτη φορά, ότι αυτή η μεγάλη δυσκολία ενικήθηκε, και ότι υπάρχει, όχι ελπίδα, αλλά βεβαιότητα ότι η μουσική εις την Ελλάδα θα θεμελιωθεί ακέραια με το τεχνικό μέσον που ως σήμερα της λείπει. Ένα μεγάλο “orgue” με αυλούς θα κατασκευαστεί, που θα έχει όλα τα διαστήματα που απαιτούν οι οχτώ ήχοι και οι κλάδοι αυτών. Δηλαδή εις την οκτάβα, εκεί που έχει το πιάνο δεκατρία διαστήματα, το όργανο αυτό θα έχει σαράντα. Αλλά ενώ τόσα διαστήματα θα προστεθούν, το χέρι δεν θα έχει δυσκολία στο “clavier” γιατί και εκεί μια νέα διευθέτηση θα επιτρέπει την εκτέλεση της μουσικής […] και δίπλα στο μεγάλο όργανο θα κατασκευαστούν και μικρά σαν αρμόνια κατάλληλα για σπίτια – ώστε εκεί που κάθε ελληνικό σπίτι αγοράζει ένα πιάνο θα μπορούν να αργότερα να αποκτήσουν ένα πιάνο ελληνικό»[i].

Η Εύα Σικελιανού εδώ απλώς ανακοινώνει το σχέδιο για την κατασκευή ενός παραδοσιακού πληκτροφόρου αερόφωνου οργάνου τη χρηματοδότηση του οποίου, για τα επόμενα χρόνια, θα αναλάβει η ίδια και το οποίο θα ονομαστεί προς τιμήν της «Εύειο Παναρμόνιο». Εμπνευστής του περίφημου οργάνου ο δάσκαλός της, λόγιος και μουσικολόγος Κωνσταντίνος Ψάχος και σχεδιαστής ο φυσικομαθηματικός Σταύρος Βραχάμης. Η σημασία και η ιστορία αυτού του περίεργου όσο και θαυμαστού οργάνου (που πρέπει να φανταστούμε ως πρόδρομο του ηλεκτρονικού συνθεσάιζερ) βρίσκεται στον πυρήνα του μυθιστορήματος του Τάκη Γεράρδη.

«Τα κομπολόγια» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Γεράρδη (γεννημένος το 1953) και σίγουρα δεν πρόκειται για «βαρετό κομπολόι» (Εμπειρίκος), ούτε για «κομπολόι από κοράλλια» (Καββαδίας), αλλά μάλλον για «όπλο αποκατάστασης της συγκινησιακής αστάθειας, πολύ ολιγότερον επικίνδυνο από τα περισσότερα των ψυχοτρόπων φαρμάκων» που έλεγε και ο Πεντζίκης… Έτσι λειτούργησε, σε μένα τουλάχιστον, στην τελευταία και πιο πρόσφατη ανάγνωσή μου, καθοδόν προς τη Μητέρα Θεσσαλονίκη τις κρίσιμες για όλους μέρες του φετινού Θερμιδώρ…

Ας το ξεφυλλίσουμε μαζί:

Ένας πενηντάρης παλαιοπώλης πολυτελείας με ταπεινή αφετηρία και διασυνδέσεις σε ανώτερα πολιτικά κλιμάκια, ένας εικοσιεπτάχρονος φοιτητής του Ιστορικού, που εργάζεται ως ταξιτζής για να ενισχύσει τους πόρους της οικογένειάς του, κι από δίπλα τους, πουλημένοι πολιτικοί, διεφθαρμένοι μπάτσοι και μισότρελοι χασάπηδες, έντιμοι βιοπαλαιστές, πακιστανοί εργάτες και εθνικιστές της Νίκαιας, θλιμμένες χήρες και μητρομανείς νεαρές, απατημένες σύζυγοι και πιστές ερωμένες, από όλα έχει ο, εκ πρώτης όψεως, τυχάρπαστος αυτός θίασος πρωταγωνιστών που φαντάζεται για μας ο Γεράρδης. Όλοι τους μπλεγμένοι σε ένα γοητευτικό γαϊτανάκι συμπτώσεων και απιθανοτήτων, σε μια απίστευτα μπουρδουκλωμένη ιστορία, όπου πραγματικοί πρωταγωνιστές αποδεικνύονται μια σπάνια περγαμηνή στην παρασημαντική από το χέρι του μεγάλου Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού που μια ομάδα αγιορειτών μοναχών θέλει να σπρώξει στην αγορά άπληστων συλλεκτών και μια σπάνια επίσης συλλογή κομπολογιών που βρέθηκε τυχαία στο σπίτι ενός άρτι αποθανόντος τοκογλύφου στο Κολωνάκι. Αν αυτά φαίνεται να οδηγούν επιφανειακά τα άπληστα βήματα των ηρώων, γρήγορα όλοι θα βρεθούν στα ίχνη της Εύας Πάλμερ, του Άγγελου Σικελιανού αλλά και του μουσικοσυνθέτη Κωνσταντίνου Ψάχου για να συγκλίνουν πάνω από τη γοητευτική και μυστηριώδη ιστορία του περίφημου Εύειου Παναρμόνιου.

Από την τυχαία συνάντηση του Χρήστου με τον Σπύρο, στις αρχές του Γενάρη του 2012, και στην αρχή της περιπέτειας, μέχρι την κατάρρευση του Σπύρου στη μάντρα του Μπουρναζίου, λίγο καιρό μετά, και πριν τις πρώτες εκλογές της ίδιας χρονιάς, ο Γεράρδης κινεί με κινηματογραφική μαεστρία και αφηγηματική επιτηδειότητα τον πολυπρόσωπο θίασο του στην «μαύρη και άραχλη» Ελλάδα της δυστοπικής και δυσκίνητης πραγματικότητας που όλοι μας ζήσαμε και ζούμε και η οποία είναι πανταχού παρούσα. Με κέντρο την πλατεία Συντάγματος των αγανακτισμένων σε καιρούς γκαστρωμένους και με νωπή ακόμα τη μυρωδιά από τα δακρυγόνα η δράση εξακτινώνεται ή διαγράφει κύκλους στην ανοιξιάτικη και οργιάζουσα ελληνική φύση και όχι μόνο: από το Φάληρο στο Περιστέρι, από την παραλία στο Ζεφύρι, από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη ή τη Νεάπολη Λακωνίας και από κει στη Ρώμη, το Άμστερνταμ ή το κοσμοπολίτικό Λονδίνο. Ωστόσο, αν και η κρίση «τα τούμπαρε όλα» και «τρέλανε κόσμο», όπως λέει ένας χαρακτήρας, στην «περίοδο της υποτέλειας και των μνημονίων, όταν παντού οι Εφιάλτες με κοστούμια και γραβάτες είναι κυρίαρχοι, κάποιοι οφείλουν να φερθούν με άλλον τρόπο», λέει κάποιος άλλος.… Ακόμα και αν όλοι ενδίδουν κάποτε στα ταπεινότερα ένστικτά τους -την απληστία και τις γενετήσιες ορμές τους-, κάποιοι άλλοι αγωνίζονται να αναπτύξουν αντιστάσεις. Όπως και να έχει, περιορίζομαι να σημειώσω ότι, όσο περνάνε οι σελίδες, το παρελθόν των ηρώων θα μπλέκεται με το παρόν, οι σκέψεις θα μπερδεύονται ένα μάτσο, και όλα «μια ρόδα του λούνα παρκ, πελώρια και φωτισμένη, που θα γυρίζει γεμάτη ανθρώπους, με τη φυγόκεντρο να ξεκολλά κάθε τόσο και θα εκσφενδονίζει έναν έναν» στον αγύριστο…

Δεν μπορώ να αποκαλύψω περισσότερα για ένα βιβλίο που δομείται με τη μορφή θρίλερ και έχει αστυνομικό ενδιαφέρον όπου, ως εικός, το τέλος είναι σημαντικό για το σασπένς της ανάγνωσης, αλλά και για το ηθικό νόημα που θέλει ο συγγραφέας να «περάσει», όπως λέμε, και ίσως για τον απώτερο στόχο του Γεράρδη, που είναι μάλλον η ευαισθητοποίηση των υπευθύνων για την τύχη του Εύειου Παναρμόνιου, όπως φαίνεται και από το «Σημείωμα» του τέλους…

Όπως και να έχει συνοψίζω: πολυπρόσωπο μυθιστόρημα θρίλερ με αστυνομικό ενδιαφέρον και ιστορικό υπόβαθρο με πολιτικές προεκτάσεις, κινηματογραφικό ρυθμό αφήγησης και σεναριακό μοντάζ, οργανωμένη και προσεκτικά δομημένη με προοδευτική κορύφωση πλοκή, ύφος με διακριτικό χιούμορ και σαρκαστικό κυνισμό και ενσωμάτωση ποικίλων ειδών λόγου στους διαλόγους που κυριαρχούν και συγκροτούν το αφηγηματικό νήμα… αν και η αφήγηση παραμένει στην πραγματικότητα ψευδοπολυφωνική με την κεντρική συνείδηση απόλυτα κυρίαρχη, και συχνά φορτικά παρεμβατική. Ως σύνολο, παρά τις κατά τόπους μικροατασθαλίες μια αξιοπρόσεκτη πρώτη μυθιστορηματική εμφάνιση: μυθοπλαστική δύναμη, ικανότητα αφήγησης μιας ιστορίας με αρχή μέση και τέλος, πλοκή και χαρακτήρες, αληθοφανείς περιπέτειες και απρόσμενες αναγνωρίσεις κτλ., όλα εκείνα τα στοιχεία, δηλαδή, που καθιστούν θελκτική μια ιστορία, πρώτα από όλα στον ίδιο τον συγγραφέα και μετά στους αναγνώστες. Είναι γνωστό ότι απαραίτητα για το μεγάλο και επικίνδυνο άλμα προς τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος, πέρα από την επαρκή γνώση των στοιχειωδών (τουτέστιν γραφή και ανάγνωση) μεγάλο ρόλο έχει το εμονικό πάθος και η ανειλικρινή ειλικρίνεια, δηλαδή η στράτευση κάτω από το «ψεύδεσθαι», έστω και «ειλικρινώς», κατά το περίφημο «mentir vrai» του Αραγκόν. Κι αυτά ακριβώς είναι που περισσεύουν στον Γεράρδη. Από κει και πέρα, φυσικά, ο καθείς και οι δυνάμεις του.

Να σημειώσω μόνο από την προηγούμενη συγγραφική δραστηριότητα του Γεράρδη τα (μάλλον και παιγνιώδη) δοκιμιακά βιβλία για την ιστορία του καφέ (Ο καφές, ένα αραβικό παραμύθι, Τροχαλία 1998) και τον ιππόδρομο (Άλογα και φίλιπποι εν δράσει, 2009), κάποια παλιότερα διηγήματα και ποιήματα δημοσιευμένα σε διάφορα περιοδικά αλλά και την προσωπική γνωριμία στο μακρινό Βερολίνο της δεκαετίας του 1970 με τον λεπτομερή παρατηρητή «της ανάλαφρης σκόνης της αθηναϊκής καθημερινότητας», Μένη Κουμανταρέα, που μας άφησε απροσδόκητα λίγο καιρό πριν.. μια γνωριμία που άφησε τα ίχνη της στο συγκινητικό προλόγισμα του Μένη σε βιβλίο του Τάκη, κείμενο που ο φιλέρευνος αναγνώστης μπορεί να βρει στη συλλογή του δοκιμίων του Κουμανταρέα[ii].

 

 



[i] Βλ. Εύα Σικελιανού, «Η ελληνική μουσική», Ωραία ματαιοπονία. Τρεις διαλέξεις, Εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια: Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005, σσ. 69-92, καθώς επίσης και Εύα Πάλμερ-Σικελιανού, Ιερός Πανικός, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια: John P. Anton, Εξάντας 1992, σσ. 111-119.

[ii] Βλ. Μένης Κουμανταρέας, «Ένας πρόλογος για τον Καφέ κι ένας επίλογος για το Βερολίνο», στο Η μέρα για τα γραπτά και η νύχτα για το σώμα, Κέδρος, Αθήνα, 1999, σσ. 83-104.

 

INFO: Τάκης Γεράρδης, Τα κομπολόγια, Κέδρος 2015, σελ. 302.

 

Προηγούμενο άρθροΚαίτη Στεφανάκη: “μια δέσμη από λευκές και μωβ ίριδες”
Επόμενο άρθροΑικατερίνα Γκένιεβα, ο φάρος της ανεκτικότητας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ