Σοφία Κολοτούρου : Η «Ευτοπία» της ποιητικής συνομιλίας (συνέντευξη στον Κ.Πέττα)

0
473

 

 

Συνέντευξη της Σοφίας Κολοτούρου στον Κωνσταντίνο Πέττα (*)

 

Είναι αρκετές εκείνες οι φορές που συνειδητά ή ασυνείδητα φανταζόμαστε τη δουλειά που κρύβεται πίσω από το ποιητικό “τέχνεργο” ως μια δουλειά ατομική, εσωτερικά προσδιορισμένη, με ίσως κάποια επιθυμία αποξένωσης από τους πάντες και τα πάντα. Τι γίνεται όμως όταν η ίδια η ποιητική δημιουργία συγκροτείται, σχεδόν αναπόδραστα, γύρω από έναν διάλογο, μια αναγκαία συνομιλία;

Η έκδοση της ποιητικής συλλογής Ευτοπία τον Νοέμβριο του 2022 από τις εκδόσεις Gutenberg, επανεισάγει το ζήτημα της ποιητικής συνάντησης, όπου διαφορετικοί κόσμοι συμπλεκόμενοι χαρίζουν την έντονη ρυθμικότητα διαφορετικά παλλόμενων φωνών.

Σ’ αυτή την περίπτωση η συνάντηση συνέβη ανάμεσα σε δύο καταξιωμένους ανθρώπους στο λογοτεχνικό πεδίο, τον ποιητή Ευριπίδη Γαραντούδη (ενδεικτικά: Το διπλό δίγαμμα, εκδ. Κίχλη, Τα σύνεργα, εκδ. Τυπωθήτω) και την ποιήτρια Σοφία Κολοτούρου (ενδεικτικά: Η τρίτη γενιά, Αν-επίκαιρα ποιήματα, και τα δύο από τις εκδόσεις Τυπωθήτω), οι οποίοι, με όπλο την αρκετά αυστηρή φόρμα του σονέτου, ξεδιπλώνουν στη διάρκεια της καραντίνας μια σημαντικότατη, για τα σύγχρονα δεδομένα, συνομιλία· συνομιλία όχι μόνο μεταξύ καλλιτεχνών, αλλά και συνομιλία με την έμμετρη ποιητική παράδοση, την πυκνότητα στίχου και νοήματος, την αναμέτρηση καθημερινότητας και πρωτόγνωρων καταστάσεων. Καθώς διατρέχει κανείς τις σελίδες της Ευτοπίας γοητεύεται από τη διαλεκτική σχέση που αναπτύσσουν μεταξύ τους τα ποιήματα, έτσι που το ένα να συμπληρώνεται, να απαντά και τελικά να επανοηματοδοτείται από το άλλο.

Στη συνέντευξη, που πολύ ευγενικά μου παραχώρησε η Σοφία Κολοτούρου, φωτίζονται άγνωστες πτυχές αυτής της πολύπτυχης συνάντησης.

 

Κωνσταντίνος Πέττας

 

 

Σοφία, αρχικά θα ήθελα να σε ρωτήσω πώς προέκυψε η ποιητική σας συνομιλία με τον Ευριπίδη Γαραντούδη;

Με τον Ευριπίδη Γαραντούδη γνωριστήκαμε τον Οκτώβριο του 2018, έναν περίπου χρόνο πριν το ξέσπασμα της πανδημίας, στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, στο οποίο εγώ ήμουν φοιτήτρια και εκείνος καθηγητής. Εκείνη την εποχή και προηγουμένως και οι δύο είχαμε ήδη διανύσει μια σημαντική προσωπική πορεία στην ποίηση (είχαμε εκδώσει και ποιητικά βιβλία) και έτσι ήταν ευνόητο ότι η αρχική συνομιλία που προέκυψε από τις ασκήσεις του μαθήματος ξεπέρασε κατά πολύ, σε σύντομο χρόνο, τα όρια ενός φοιτητικού μαθήματος και επεκτάθηκε, βοηθούσης της πανδημίας και της καραντίνας που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια, σε μια ποιητική συνομιλία ομοτέχνων. Το τελικό της αποτέλεσμα, μετά από συστηματική επεξεργασία και κάμποσες διορθώσεις, είναι το βιβλίο Ευτοπία που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Gutenberg τον Νοέμβριο του 2022.

 

Στην Ευτοπία έχετε επιλέξει ως όχημα τη φόρμα του σονέτου. Πώς προήλθε αυτή η επιλογή; Ακόμη, γιατί αποφασίστηκε μια τόσο αυστηρά έμμετρη φόρμα;

Στα πλαίσια του μεταπτυχιακού σεμιναρίου εξετάσαμε, μεταξύ άλλων, τη σημασία του σονέτου, ως βασικού ποιητικού είδους, για όποιον φοιτητή επιθυμεί να ασκηθεί στις αυστηρές φόρμες της ποίησης αλλά και γενικότερα στην ποιητική γραφή. Το σονέτο, με την καθορισμένη φόρμα του και τη σύντομη έκτασή του, των μόλις 14 στίχων, ευνοεί την άμεση απόκριση και ανταπάντηση, αλλά και την ισότητα των μηνυμάτων: ο καθένας μας έπρεπε να μεταφέρει μια σκέψη, ένα συναίσθημα ή τα γεγονότα της ημέρας ή έναν σχολιασμό έχοντας στη διάθεσή του αυστηρά 14 στίχους, ούτε έναν λιγότερο ή περισσότερο. Σκεφτείτε το σαν ένα είδος ποιητικής αλληλογραφίας, όπου (και) το μέσον αποτελεί μέρος του μηνύματος. Κανείς από τους δυο δεν θα μπορούσε να πλατειάσει ή να τεμπελιάσει γράφοντας λιγότερους στίχους. Το τελικό αποτέλεσμα δεν ξεπερνάει τη μία σελίδα για κάθε ποίημα, επιτρέποντας έτσι τα ποιήματα να τυπωθούν «αντικρυστά» στο βιβλίο και να συνομιλούν άμεσα. Εξάλλου, τόσο εγώ όσο και ο Ευριπίδης είχαμε γράψει παλαιότερα αρκετά σονέτα και συνεπώς ήμασταν ασκημένοι σε αυτή τη φόρμα.

 

Στα ποιήματά σας υπάρχουν αναφορές από τον Βιργίλιο ως τον Κάφκα. Πόσο σημαντικά είναι τα ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά διακείμενα στη δική σας προσωπική, ποιητική δημιουργία;

Κάθε ποιητής οφείλει να γνωρίζει και να συνδιαλέγεται με την ποιητική παράδοση, τόσο της χώρας και της γλώσσας του, όσο και με τη σημαντική ποίηση των άλλων χωρών και γλωσσών. Είναι ευνόητο ότι, προκειμένου να υπάρξει μια ποιητική συνομιλία χρησιμοποιήσαμε τόσο την κοινή μας μητρική γλώσσα, δηλαδή την ελληνική, όσο και την επίσης κοινή μας ποιητική γλώσσα, ενσωματώνοντας, όπου κρίναμε σκόπιμο, στίχους από τους αγαπημένους μας ποιητές, έλληνες και ξένους, στη βάση των ατομικών και κοινών εκλεκτικών συγγενειών μας. Εξάλλου η αναφορά στίχων είναι κάτι που το συνηθίζουμε και στην προσωπική μας αλληλογραφία αλλά και στην προφορική μας κουβέντα, όταν συζητάμε μεταξύ μας. Διότι η δεύτερη γλώσσα μας, μετά την ελληνική, είναι η λογοτεχνική, ποιητική μας γλώσσα και είναι ευτυχία για εμάς να γνωρίζουμε τους άλλους που επίσης κατανοούν και μιλούν την ίδια γλώσσα.

 

Σοφία, γιατί «Ευτοπία»;

Το τελικό σώμα ποιημάτων που προέκυψε στο βιβλίο περιλαμβάνει 120 σονέτα (60 γραμμένα από τον καθένα μας), τα οποία και συνομιλούν μεταξύ τους, γεγονός που δεν έχει προηγούμενο, εξ όσων γνωρίζουμε, στην εγχώρια αλλά και τη διεθνή ποιητική παράδοση. Ορισμένοι ποιητές στο παρελθόν έχουν ανταπαντήσει ο ένας στον άλλον με ένα ή δυο ποιήματα ο καθένας, αλλά ποτέ δεν έχει συντεθεί ένας ολόκληρος κόσμος μέσα από 60 ανταπαντήσεις, που θα μπορούσαν να είναι και περισσότερες. Αυτόν τον κόσμο τον ονομάσαμε συμβολικά «Ευτοπία». Πρώτον γιατί μας άρεσε ως λέξη (την έχει χρησιμοποιήσει ο Ευριπίδης σε ένα από τα σονέτα του βιβλίου) και δεύτερον γιατί αποτελείται από συνδυασμούς γραμμάτων των μικρών ονομάτων μας (Ευ+(ο, π) +ία).

 

Αν δεν είμαι αδιάκριτος, θα ήθελα πολύ να μου περιγράψεις ένα «καρέ» της συνεργασίας σας. Υπήρχε ταυτόχρονα και διαρκής τηλεφωνική ή ψηφιακή επικοινωνία για τη συγκρότηση των διαλογικών μερών ή …«μιλούσαν μόνο οι στίχοι»;

Όπως είναι γενικά γνωστό στον λογοτεχνικό χώρο, εγώ έχω κώφωση και είναι αδύνατον να επικοινωνήσω τηλεφωνικά. Αυτή η συνθήκη σε μεγάλο βαθμό με απομονώνει από τον κόσμο. Από την άλλη, αποτελεί μια συνθήκη κατά την οποία ο συνομιλητής μου αναβιώνει κατά κάποιο τρόπο την παλιά επικοινωνία μέσω γραμμάτων που συνέβαινε στους ποιητές και γενικότερα στους ανθρώπους πριν έναν αιώνα. Σίγουρα υπήρχε διαρκής ψηφιακή επικοινωνία με όλα τα γραπτά μέσα που διαθέτουμε σήμερα και ευτυχώς δεν χρειαζόταν να γράφουμε γράμματα και να τα στέλνουμε με το ταχυδρομείο. Ωστόσο η όλη ατμόσφαιρα ήταν τέτοια που παρέπεμπε κάποιες φορές στην επικοινωνία προηγούμενων αιώνων, κάτι που ταίριαζε και απόλυτα στη φύση του σονέτου. Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε ότι, λόγω των ειδικών συνθηκών (κώφωση, πανδημία, καραντίνα), αναβιώσαμε και προσαρμόσαμε την επικοινωνία μέσω σονέτων στον 21ο αιώνα. Όπως επίσης είναι προφανές, νομίζω, ότι οι συνθήκες της πανδημίας επέτειναν τη συναισθηματική ένταση που εκφράζεται στα ποιήματα, με τις διάφορες όψεις του συναισθήματος, τις θετικές και τις αρνητικές. Γι’ αυτό και η ταλάντευση και εντέλει η σύνθεση του λυρισμού με τον κυνισμό. Βέβαια, η συναισθηματική ένταση υπαγορεύεται και από το ίδιο το ποιητικό είδος του σονέτου που, αν το δούμε στη διαχρονία του, είναι κατάφορτο από συναίσθημα.

 

Μοιάζει να έχετε καταφέρει να συγκεράσετε πολλές διαφορετικές όψεις στον ποιητικό σας διάλογο. Λυρισμός, ενίοτε σάτιρα κι άλλες φορές βαθύς εσωτερικός στοχασμός. Ήταν από την αρχή σκόπιμη αυτή η ποικιλομορφία ή προέκυψε στην πορεία;

Εσείς οι φιλόλογοι συνηθίζετε να μιλάτε για ασκήσεις επί χάρτου και για ποιητικά υποκείμενα τα οποία γράφουν. Ωστόσο εμείς οι ιατροί κυτταρολόγοι μιλάμε για in vitro και in vivo διαδικασίες. Η πρώτη είναι η διαδικασία που συμβαίνει σε ένα εργαστήριο, σε ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες δηλαδή. Η δεύτερη είναι η διαδικασία που συμβαίνει εντός του ζωντανού οργανισμού. Όταν λοιπόν αλληλεπιδρούν δύο ζωντανοί ποιητές, ακόμη κι αν η αρχική πρόθεση είναι να γραφτούν in vitro ποιητικές ασκήσεις, είναι εύλογο ότι, αργά ή γρήγορα, θα υπάρξει εμπλοκή των ζώντων ποιητών σε in vivo επίπεδο. Γι’ αυτό τον λόγο ασφαλώς και δεν μπορείς να προκαθορίσεις το ποιητικό αποτέλεσμα αφού τα …ποιητικά υποκείμενα που λέτε κι εσείς είναι ζωντανοί άνθρωποι που αναπτύσσουν σκέψεις, συναισθήματα και εντέλει σχέσεις. Ή, όπως πολύ ωραία, ερωτηματικά, το έθεσε ο Ευριπίδης σε ένα από τα ποιήματα της συλλογής: «Λες είν’ καιρός για απόδραση πια απ’ τα σονέτα; / Να πάρουμε παρέα το δρόμο για τα θαύματα / της καθημερινής ζωής;» Και όντως, πλέον έχουμε βγει από τα σονέτα και συνεχίζουμε την αλληλεπίδραση και τη σχέση μας σε ανθρώπινο επίπεδο, τώρα που έληξε και η πανδημία. Μάλιστα αυτή την εποχή παρακολουθώ επίσης ένα ακόμα σεμινάριο δημιουργικής γραφής, με τον Ευριπίδη καθηγητή, στο Τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, καθώς και όσες από τις ανακοινώσεις σε συνέδρια και τις ομιλίες του μπορώ να παρακολουθήσω, με τη βοήθεια και ενός νέου προγράμματος απομαγνητοφώνησης σε ζωντανό χρόνο που διαθέτει το κινητό μου.

 

Επομένως, να αναμένουμε στο μέλλον και μια νέα ποιητική συνεργασία των δυο σας; Μια συνέχεια της Ευτοπίας ή κάποιο άλλο βιβλίο;

Έχουμε ήδη πραγματοποιήσει μια δεύτερη συνεργασία, την επιμέλεια μίας ανθολογίας Νέων Ελλήνων Ποιητών που εκδόθηκε επίσης το 2022 από τις εκδόσεις Βακχικόν. Όσο για το μέλλον, όλα είναι πιθανά και ανοιχτά, όσο η ζωή συνεχίζεται in vivo.

 

(*) Ο Κωνσταντίνος Πέττας είναι φιλόλογος,νέος ποιητής

 

 

Ευριπίδης Γαραντούδης, Σοφία Κολοτούρου, Ευτοπία, Gutenberg

Προηγούμενο άρθροΗ Εταιρεία Συγγραφέων για τον θάνατο της Τζίνας Πολίτη
Επόμενο άρθροΗ σκάλα μνήμης του Αντώνη Ζαΐρη (του Σωτήρη Μποκέα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ