της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη
Η επανέκδοση της συλλογής Η Λοταρία και άλλες ιστορίες από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (μτφρ. Χρυσόστομος Τσαπραΐλης), στη σειρά κλασικού τρόμου Tenebrae, επαναφέρει στο προσκήνιο μια από τις πιο ανήσυχες φωνές της αμερικανικής λογοτεχνίας. Η Σίρλεϊ Τζάκσον χρησιμοποίησε τον τρόμο όχι για να σοκάρει επιφανειακά, αλλά για να δείξει τη βίαιη όψη της «κανονικότητας». Όταν Η Λοταρία δημοσιεύτηκε το 1949, δεν προκάλεσε απλώς αίσθηση· προκάλεσε σοκ. Εβδομήντα και πλέον χρόνια αργότερα, το διήγημα εξακολουθεί να ενοχλεί – όχι τόσο για τη βιαιότητά του, όσο για το πόσο οικεία αυτή μοιάζει.
Η Τζάκσον δεν έγραψε φεμινιστικά μανιφέστα. Παρ’ όλα αυτά, το έργο της αποτελεί μία από τις πιο διεισδυτικές λογοτεχνικές αποτυπώσεις της έμφυλης καταπίεσης στην αμερικανική κοινωνία του 20ού αιώνα. Οι ιστορίες της εκτυλίσσονται σε απολύτως καθημερινά περιβάλλοντα και αποκαλύπτουν πως η βία δεν εμφανίζεται ως εξαίρεση, αλλά ως οργανικό στοιχείο της κοινωνικής τάξης.
Στα διηγήματα της Τζάκσον, οι γυναίκες κινούνται μέσα σε μικροκοινωνίες που τις παρακολουθούν αδιάκοπα. Η καταπίεση δεν χρειάζεται να δηλωθεί ρητά· εκφράζεται μέσα από βλέμματα, σχόλια και ανεπαίσθητες χειρονομίες που περνούν απαρατήρητες στους άνδρες, αλλά συγκροτούν μια ασφυκτική καθημερινότητα για τις ηρωίδες. Το σπίτι, η γειτονιά, οι κοινωνικές υποχρεώσεις εμφανίζονται ως φυσικοί χώροι, ενώ στην πράξη λειτουργούν ως μηχανισμοί ελέγχου.
Οι ανδρικοί χαρακτήρες παρουσιάζονται συχνά ως φορείς της λογικής, της παράδοσης και της «κοινής πρακτικής». Μέσα από αυτούς, η Τζάκσον απογυμνώνει τη φαινομενική ουδετερότητα των κοινωνικών θεσμών και δείχνει πώς αναπαράγουν έμφυλες σχέσεις εξουσίας. Η κανονικότητα λειτουργεί ως κάλυμμα βίας.
Η Λοταρία, το πιο γνωστό διήγημα της συλλογής, συμπυκνώνει αυτή τη θεματική με αφοπλιστική καθαρότητα. Μια τελετουργική διαδικασία, αποδεκτή από όλους, οδηγεί στην εξόντωση ενός μέλους της κοινότητας. Η βία δεν προκύπτει από παρεκτροπή, αλλά από συναίνεση, αφήνοντάς μας αντιμέτωπους με τη συνενοχή.
Κομβικό ρόλο στο έργο της Τζάκσον παίζει ο χώρος του σπιτιού. Στις δεκαετίες του 1940 και του 1950, το σπίτι ήταν γυναικείο πεδίο – και στη γραφή της ο οίκος μετατρέπεται σε χώρο ψυχολογικής φθοράς. Η οικιακή ρουτίνα, το μαγείρεμα, το σιδέρωμα, οι κοινωνικές επισκέψεις αποκτούν απειλητική διάσταση. Η οικιακότητα στην Τζάκσον είναι ένας καλοκουρδισμένος μηχανισμός εγκλωβισμού.
Παράλληλα, η Τζάκσον αποτυπώνει με ακρίβεια τη ρευστότητα της ψυχικής ισορροπίας. Οι γυναίκες της δεν «τρελαίνονται» χωρίς λόγο· ωθούνται στα άκρα από κοινωνικά πλαίσια που αρνούνται να αναγνωρίσουν την εμπειρία τους. Ο τρόμος δεν προέρχεται από το υπερφυσικό. Αρκεί η απορυθμιστική αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά.
Το διήγημα Τσαρλς αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ικανότητας της Τζάκσον να μετατρέπει την καθημερινή ζωή σε πεδίο τρόμου. Μέσα από τη σχέση ενός παιδιού με τους γονείς του, αναδεικνύεται η αγωνία που γεννά η γονεϊκή άγνοια απέναντι στις πραγματικές συμπεριφορές των παιδιών. Η συνειδητοποίηση ότι οι ενήλικες αδυνατούν να δουν ή να κατανοήσουν τι συμβαίνει πραγματικά μπροστά τους παράγει έναν βαθύ, υπόγειο τρόμο.
Στον «Αποστάτη», ο σκύλος που ακούει στο όνομα Λαίδη, μπορεί να διαβαστεί ως ο απωθημένος, αληθινός εαυτός της κυρίας Γουόλπολ: ένα πλάσμα ευάλωτο, παρορμητικό και ασύμβατο με τους κανόνες της κοινότητας που λένε πως καταλαμβάνεται από δολοφονική μανία. Ό,τι η ίδια δεν μπορεί να υπερασπιστεί ανοιχτά – την αμφιβολία, την άρνηση απέναντι στη βία, τη σιωπηλή αντίσταση – μετατοπίζεται στην Λαίδη. Όταν ο σκύλος στιγματίζεται ως «επικίνδυνος» αυτό που απειλείται δεν είναι μόνο το ίδιο το ζώο, αλλά η δυνατότητα της ηρωίδας να διατηρήσει τον εσωτερικό της εαυτό σε ένα περιβάλλον που απαιτεί συμμόρφωση.
Σκέφτομαι πως για δεκαετίες, η λογοτεχνία τρόμου – όπως και το αστυνομικό, λάτρης του οποίου δηλώνω – αντιμετωπίστηκε ως «δευτερεύον» είδος, συνδεδεμένο με την απόλαυση. Ωστόσο, τα δίδυμα αυτά είδη αποδείχθηκαν εξαιρετικά ικανά και ανθεκτικά. Το αστυνομικό μυθιστόρημα προσφέροντας σασπένς μέσα από την αναζήτηση της αλήθειας και την αποκατάσταση της τάξης και η λογοτεχνία τρόμου, υποσχόμενη το ακριβώς αντίθετο, την διατάραξη.
Αν το αστυνομικό μυθιστόρημα αποκάλυψε τον κρυμμένο μηχανισμό της πόλης, η λογοτεχνία τρόμου ήρθε να φωτίσει την σοφίτα του σπιτιού μας. Και στα δύο είδη, που έχουν ιδιότητες εξωτερικής/εσωτερικής σφαίρας το «ελαφρό» διαθέτει μια εντυπωσιακή ικανότητα να ανιχνεύει την συλλογική αγωνία. Μόνο που ο τρόμος, σε αντίθεση με το αστυνομικό, δεν υπόσχεται λύτρωση.
Αν, λοιπόν, το αστυνομικό μυθιστόρημα, κατά τον Τσέστερτον, είναι η Ιλιάδα της μεγαλούπολης, τότε η λογοτεχνία τρόμου είναι μια Οδύσσεια του οίκου: μια περιπλάνηση στο φροϊδικό ανοίκειο. Στο περίφημο unheimlich και σε ό,τι, δηλαδή, έπρεπε να παραμείνει κρυμμένο αλλά επέστρεψε στο φως. Ως μία μορφή του τρομακτικού, αλλά και ως το κατ΄ εξοχήν αγχογόνο στοιχείο που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα απωθημένα συναισθήματά μας. Η περιοχή αυτή, το ανοίκειο, το απωθημένο, το αθέατο, το διττό είναι η επικράτεια της Τζάκσον, μίας συγγραφέως που ξέρει απ’ έξω τα λόγια που λέει η εγγαστρίμυθη κούκλα μέσα μας.
Σίρλεϊ Τζάκσον, Η Λοταρία και άλλες ιστορίες,μτφρ. Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, Μεταίχμιο
![]()











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)











