Συγγραφέας, το χειρότερο επάγγελμα του κόσμου;

1
275

Της Κατερίνας Γούλα (Γαλλία, δύο συνεντεύξεις).

Την παραμονή της έναρξης του Σαλονιού του Βιβλίου στο Παρίσι, ο  François Bégaudeau και ο Iegor Gran εκδίδουν δυο μυθιστορήματα αστεία και δηκτικά τα οποία στηλιτεύουν τον λογοτεχνικό κόσμο και τα αναγκαία κακά του.

Στην «Εκδίκηση του Κεβίν» (la Revanche de Kevin), ο Iegor Gran αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού που είχε την ατυχία να ονομάζεται Κεβίν. Υπάλληλος σε έναν μεγάλο ραδιοφωνικό σταθμό της αριστεράς, δεν αντέχει άλλο την περιφρόνηση που του επιβάλλει το προλεταριακό όνομά του μέσα στη θριαμβεύουσα πολιτιστική μπουρζουαζία. Εκδικητικός, αρχίζει να στοιχειώνει τα κοσμικά γεγονότα κάνοντας τους άλλους να πιστέψουν πώς πρόκειται για έναν πολλά υποσχόμενο ανερχόμενο εκδότη. Υπόσχεται δόξα στους συγγραφείς που συναντά, μόνο και μόνο για την ηδονή που του προσφέρει το να τους εγκαταλείπει στη συνέχεια και να του βυθίζει στην κατάθλιψη.

Από τη δική του πλευρά, ο François Bégaudeau εκδίδει το «Ευγένεια» (Politesse), ένα ξεκαρδιστικό χρονικό της λογοτεχνικής ζωής, μια μεθοδική εξερεύνηση του πολιτιστικού κυκλώματος από τη λιγότερο ένδοξη οπτική γωνία του: τα Φεστιβάλ Βιβλίου όπου κανείς δεν τον γνωρίζει, τις συνεντεύξεις από δημοσιογράφους που δεν έχουν ανοίξει το βιβλίο του, τις επίπονες παρεμβάσεις στα σχολεία, τα χωρίς αντικείμενο ταξίδια, τις συζητήσεις χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον.

Δύο βιβλία αστεία και οργισμένα, τα οποία επιτίθενται αμείλικτα στον λογοτεχνικό κόσμο, αυτόν τον τεχνητό βιότοπο όπου η λογοτεχνία ζορίζεται πολύ για να τα βγάλει πέρα. Δεν το κάνουν βέβαια και οι δύο με τον ίδιο τρόπο. Ο Gran επιδίδεται στη σάτιρα και ο Bégaudeau, στον ρεαλισμό. Το Σαββατοκύριακο του Σαλονιού θα είναι και οι δύο εκεί. Θα υπογράψουν βιβλία. Θα δώσουν συνεντεύξεις. Και δε θα είναι και πολύ στα κέφια τους.

 

Το Σαλόνι Βιβλίου πλησιάζει. Είστε χαρούμενοι;

Iegor Gran  Δεν είναι ευχάριστη εμπειρία. Θα είναι ευκαιρία βέβαια να συναντηθούμε με τους υπόλοιπους συναδέλφους. Αλλά όσοι συγγραφείς γνωρίζω εγώ μισούν αυτό το μέρος. Είναι ένα παζάρι όπου πουλάνε συγγραφείς αντί για λουκάνικα. Μόνο που τα λουκάνικα είναι χρήσιμα. Οι συγγραφείς, όχι απαραίτητα. Οπότε, πηγαίνουμε, σαν από παβλοφική αντίδραση, γιατί μας το ζητά ο εκδότης μας, γιατί έχουμε πάντοτε την ελπίδα να συναντήσουμε έναν αναγνώστη. Αυτό το Σαλόνι, δεν το σώζει τίποτε. Γιατί να πάει κανείς εκεί, από τη στιγμή που υπάρχουν ένα σωρό βιβλιοπωλεία που είναι πολύ πιο συμπαθητικοί χώροι; Να έρθει ο κόσμος για να δει έναν συγκεκριμένο συγγραφέα, στον οποίο έχει κάτι να πει, γιατί όχι. Αλλά ακόμη και στη Μανόσκ, την αφρόκρεμα των λογοτεχνικών σαλονιών, έχουμε την εντύπωση ότι οι άνθρωποι έρχονται εκεί σαν τουρίστες. Έρχονται να ξύσουν τη μύτη τους ακούγοντας έναν συγραφέα να φλυαρεί.

François gaudeau Ο εκδοτικός οίκος Verticales μου ζητά να παρευρεθώ, το έχει ανάγκη, οπότε θα το κάνω, χωρίς δυσαρέσκεια. Έχει πλάκα να χαζεύεις αυτό το μεγάλο παζάρι. Ξέρω ότι θα υπάρχει τεράστια ουρά για τον Zemmour κι ότι εμείς θα έχουμε λιγότερο κόσμο. Αλλά πιο πολύ θα το χαρακτήριζα σαν «ό,τι να ‘ναι» παρά σαν κάτι το πραγματικά αβίωτο κι εχθρικό. Οι υπογραφές διαρκούν μια ώρα, πίνουμε έναν καφέ, πουλάμε τρία-τέσσερα βιβλία. Δεν πηγαίνω σε πολλά Σαλόνια. Υπάρχουν βέβαια και επαγγελματίες, όπως ο David Foenkinos. Κάθε φορά που πηγαίνω κάπου, είναι μπροστά μου. Στο βιβλίο χρησιμοποιώ ένα επαναλαμβανόμενο αστείο, ένα φιλικό running gag. Υπάρχουν συγγραφείς που δεν πηγαίνουν ποτέ, λες κι έχουν αλλεργία, όπως ο Chevillard ή ο Echenoz. Εγώ βρίσκομαι σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Όταν νιώθω ότι θα παριστάνω το εξωτικό ζώο πίσω από μια στοίβα βιβλία, το αποφεύγω.

 

Καταλήγετε σε μια συγκεκριμένη διαπίστωση: στον λογοτεχνικό κόσμο, μιλάμε για τα πάντα, εκτός από λογοτεχνία.

Iegor Gran Βρισκόμαστε στο νόμο της αγοράς και της ζήτησης. Αλλά ο εραστής της λογοτεχνίας είναι το πιο απειλούμενο θηλαστικό. Η ζήτηση είναι πολύ χαμηλή. Και η προσφορά είναι πληθωρική. Οι rentrées littéraires (οι μαζικές κυκλοφορίες λογοτεχνικών βιβλίων, δύο φορές το χρόνο, κάθε Σεπτέμβρη και Γενάρη) μας συνθλίβουν κάτω από το βάρος των καινούργιων βιβλίων. Επομένως, για να πουλήσεις το δικό σου, ποντάρεις στο θέμα. Αν το βιβλίο σου μιλά για τη Βραζιλία, θα τραβήξει κάποιον που ενδιαφέρεται για τη Βραζιλία.Αλλά αν το βιβλίο σου δε μιλά ούτε για τη Βραζιλία ούτε για ένα θέμα της επικαιρότητας που έκανε αίσθηση, δεν αποκλείεται και να σε ρωτήσουν για ποιο λόγο ασχολείσαι με το γράψιμο. Στις συναντήσεις ή στις εκπομπές, οι συγγραφείς είναι ταξινομημένοι ανά θέμα. Αν δεν πάμε, αντί για χίλια βιβλία, θα πουλήσουμε πέντε. Επομένως πάμε. Και συνήθως τα πάμε πολύ χάλια. Ορισμένοι τα καταφέρνουν καλά, πρέπει να το παραδεχτούμε, και αυτό τους βοηθά πολύ. Αλλά, οι περισσότεροι από εμάς, είμαστε χαμένοι. Τα βιβλία δεν είναι παρά αφορμές για να βάλουν τους συγγραφείς να μιλήσουν. Όλο αυτό είναι επιβαρυμένο από την παράδοση του στρατευμένου συγγραφέα, ο οποίος έχει γνώμη για όλα, για την παγκοσμιοποίηση, για τη σύρραξη Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Είναι επίσης λάθος του σχολείου. Διδάσκει τα κείμενα σαν να είναι ιστορικές μαρτυρίες. Κάνει τους συγγραφείς προφήτες. Ενώ διαβάζουμε βιβλία επειδή μας αρέσει να διαβάζουμε φράσεις. Είναι φρικτό η λογοτεχνία να παρουσιάζεται σαν ένα εργαλείο κατανόησης του κόσμου, και όχι σαν ένα εργαλείο ευχαρίστησης.

François gaudeau Πρόκειται για μια πολύ συχνή διαπίστωση. Σε ένα άλλο βιβλίο, αποκάλεσα το φαινόμενο αυτό «TSL»: όλα εκτός από βιβλία (tout sauf les livres). Έχουμε γίνει απολογητές του βιβλίου ως σημείου αντίστασης απέναντι στη βαρβαρότητα. Αλλά το περιεχόμενο, είναι ο μεγάλος απών. Μπορούμε να μιλήσουμε για λογοτεχνία σε μια γιορτή για το βιβλίο, σε μια ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή; Να εστιάσουμε στο κείμενο, στις φράσεις, στο ύφος, στις λέξεις; Είμαι πεπεισμένος ότι κάτι τέτοιο ενδιαφέρει τον κόσμο. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι πιο διαχωριστικό και πιο ελιτίστικο από αυτό που μας προτείνουν σήμερα. Στην εκπομπή «le Cercle» που έχει θέμα τον κινηματογράφο, στην οποία συμμετείχα μέχρι πέρυσι το Σεπτέμβρη, η ανάλυση των εικόνων ήταν το αγαπημένο κομμάτι των θεατών. Θυμάμαι σε μια συνάντηση, όταν έβγαινε το «D’Âne à zèbre», όπου είχα μοιράσει δύο διαδοχικές εκδοχές του κειμένου μου: εξηγούσα το συλλογισμό που με είχε οδηγήσει στο να αλλάξω μια παράγραφο, ένα επίρρημα , ένα επίθετο. Γελάσαμε πάρα πολύ. Ήμασταν σαράντα δύο άτομα, αλλά ήταν τέλεια. Υπάρχουν τρόποι να επινοήσουμε πράγματα.

Στα ΜΜΕ, έχω τη φήμη καλού πελάτη. Μιλάω καθαρά, μπορώ να αγγίξω και θέματα λίγο αμφιλεγόμενα. Δέχομαι επομένως άπειρες προτάσεις οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τη λογοτεχνία. Κάποια περίοδο, συμμετείχα σε διάφορες κουβέντες όπου με καλούσαν για να πω τη γνώμη μου. Σε φέρνουν αντιμέτωπο με κάποιον αντιδραστικό, για να δυναμιτίσουν την κατάσταση. Αυτό πάντοτε μου την έδινε. Έφευγα καταπιεσμένος, πικρόχολος. Ο θεός της τηλεόρασης είναι η πολεμική γύρω από τα θέματα που απασχολούν μια κοινωνία. Όταν έβγαλα το «Deux Singes ou ma vie politique», με κάλεσαν ξανά γιατί στον τίτλο υπήρχε η λέξη «πολιτική», για να μου κάνουν ερωτήσεις του τύπου: «Πού πάει η αριστερά;». Μου συνέβη με ραδιοφωνικές εκπομπές.

 

Η άλλη μεγάλη λογοτεχνική υπηρεσία που παρέχετε είναι οι παρεμβάσεις σας στα σχολεία.

Iegor Gran Ω λα λα… Οι διάφορες περιφέρειες της Γαλλίας οργανώνουν γιορτές ή βραβεία, όπου μας λένε: θα ήταν καλό να πάτε να γνωρίσετε τους μαθητές. Όλο αυτό συστηματικά καταλήγει σε φάρσα. Το αναγνωστικό επίπεδο των μαθητών λυκείου βρίσκεται πολύ πέρα κι από τον χειρότερο εφιάλτη μας. Βλέπουμε στα μάτια τους την ολοκληρωτική αποχαύνωση και την τιμωρία που τους επιβάλλουμε. Δε βλέπουν μπροστά τους παρά έναν ηλίθιο με ένα βιβλίο που δεν κάνει για τίποτε. Κάτι στο οποίο δεν έχουν και άδικο στο κάτω κάτω. Πρέπει εξαρχής να εγκαταλείψεις την ιδέα να τους μιλήσεις για λογοτεχνία. Καλύτερα να το ρίξεις στη φλυαρία.

François gaudeau Έχουμε ένα σύστημα που παράγει αποκλειστικά κακή διάθεση. Οι χρηματοδοτούμενες δομές πρέπει να δείξουν ότι ασχολούνται με τους νέους. Επομένως, μια τέτοια γιορτή βιβλίου θα σχετιστεί με δύο ή τρία λύκεια. Πρέπει να στείλουν συγγραφείς. Αλλά οι καθηγητές δεν έχουν χρόνο να διαβάσουν τα βιβλία τους και να εμπλακούν μαζί με τους μαθητές στην απαραίτητη προετοιμασία ώστε να τους υποδεχθούν κατάλληλα. Ο συγγραφέας καταλαβαίνει μεμιάς ότι κανείς δεν έχει διαβάσει κάτι δικό του, κι ότι του κάνουν γενικόλογες ερωτήσεις, του τύπου: «Πόσα βγάζετε;». Λογικό είναι κι αυτός να φεύγει με την εντύπωση ότι οι νέοι είναι άχρηστοι. Οι καθηγητές πάλι θα πουν ότι είναι υπερόπτης. Οι διοργανωτές πάλι επιμένουν ότι αν δεν εξασφαλίσουν δώδεκα σχολικές συναντήσεις το χρόνο, δε θα έχουν τη δημοτική χρηματοδότηση. Δεν γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα. Το ίδιο βλέπω και στο θέατρο. Υπάρχει κάτι πολύ σάπιο στο βασίλειο της χρηματοδοτούμενης κουλτούρας.

 

Το λογοτεχνικό περιβάλλον είναι με τη δεξιά ή με την αριστερά;

Iegor Gran «Εγώ ήμουν πάντα με την αριστερά» είναι μια φράση που έχω ακούσει άπειρες φορές. Είναι παράλογο, αν το σκεφτεί κανείς. Αυτό σημαίνει «ήμουν πάντα καλός άνθρωπος». Στο χώρο των εκδόσεων ή των ΜΜΕ, όλοι αγαπούν να καθρεφτίζονται στα νερά του έντιμου ανθρώπου. Στο βιβλίο μου «La Revanche de Kevin», μιλάω για το χώρο του ραδιοφώνου. Έχουμε την εντύπωση ότι λειτουργεί μέσω μιμητισμού. Κι όμως βρισκόμαστε εν μέσω διανοούμενων, από τους οποίους θα περιμέναμε μια κριτική αντιμετώπιση. Αλλά όχι. Όλος ο κόσμος επαναλαμβάνει τα ίδια πράγματα. Το κόμπλεξ του Κεβίν  σχετικά με το όνομά του είναι μια μεταφορά του συνδρόμου των λαϊκών τάξεων. Δεν έχει τίποτε το κοινό με αυτούς τους ανθρώπους, αλλά παίζει το παιχνίδι τους. Πηγαίνει σε Σαλόνια, περικυκλωμένος από ανθρώπους που μισεί. Μιλάει μόνο με κοινοτοπίες για να είναι αναγνωρίσιμος. Τον έκανα υπάλληλο ενός μεγάλου ραδιοφώνου γιατί ήξερα έναν τύπο, έναν δημοσιογράφο, ο οποίος δεν είχε ποτέ καταφέρει να ομολογήσει στους συναδέλφους του ότι είχε ψηφίσει Σαρκοζί στις εκλογές του 2007. Το βίωνε σαν μια κρυφή ατίμωση, ακόμη κι αν στις απόψεις του ήταν μετρημένος. Η σχέση του Κεβίν με τους ανθρώπους των πολιτιστικών κύκλων είναι αμφιλεγόμενη. Θα ήθελε να είναι ένας από αυτούς, αλλά δεν έχει τα μέσα. Οπότε τους κοροϊδεύει.

François gaudeau Είναι αλήθεια ότι στο France-Inter, εφόσον είναι εμφανές ότι εκεί τοποθετεί το μυθιστόρημά του ο Iegor Gran, υπάρχει μια κυριαρχία της αριστεράς. Εκεί όπου νιώθω μεγαλύτερη αμηχανία, είναι στον εκδοτικό χώρο, ο οποίος έχει μεγαλοαστικές καταβολές. Αριστερές ή δεξιές, αυτό συζητιέται. Αλλά το ότι είναι μεγαλοαστικές, αυτό είναι σίγουρο. Εμένα, που ερχόμουν από την επαρχία, από το πανκ ροκ και το χώρο της εκπαίδευσης, αυτό με σόκαρε. Αυτή η κυριαρχία είναι προβληματική. Καταρχάς γιατί είναι εξ ορισμού μια άρνηση της ισότητας. Αλλά θέτει κι ένα πρόβλημα αισθητικό. Υπάρχει ένα αστικό γούστο. Για παράδειγμα, το ψυχαναλυτικό μοντέλο στο σύγχρονο μυθιστόρημα. Πόσα μυθιστορήματα πια αφηγούνται έναν τραυματισμό ο οποίος ακολουθείται από την ενδυνάμωση του χαρακτήρα; Υπάρχει επίσης μια αποκοινωνικοποίηση των αφηγήσεων: Πολλές από αυτές διαδραματίζονται σε ένα αστικό περιβάλλον χωρίς καν αυτό να επισημαίνεται. Σαν να ήταν κάτι αυτονόητα ουδέτερο. «Γύρισα στο μεγάλο διαμέρισμα μου στα δυτικά του Παρισιού». Πολύ καλά, αλλά πες μας κάτι. Δεν είναι λεπτομέρεια. Έπειτα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι περιβάλλοντα που βασίζονται πολύ στη δουλειά των ασκούμενων. Μεγάλη επινόηση του φιλελευθερισμού, οι ασκούμενοι.

 

Διαβάζοντάς σας, έχει κανείς την εντύπωση ότι ο συγγραφέας ασκεί το πιο καταθλιπτικό επάγγελμα του κόσμου.

François gaudeau Βλέπω πολλούς συγγραφείς που υποφέρουν από κακή διάθεση. Εγώ που έχω μια γερή μαρξίζουσα κουλτούρα, δεν μπορώ να παραπονεθώ για το επάγγελμά μας. Κανείς δεν μας εξανάγκασε. Η ιδέα μου δεν ήταν να καταρτίσω ένα μαρτυρολόγιο. Μου αρέσει να επεξεργάζομαι αυτό που ενοχλεί, αυτό που δυσλειτουργεί. Πολύ απλά, είναι πιο αστείο. ΤΟ βιβλίο προδίδει επίσης, το παραδέχομαι, έναν αυξανόμενο εκνευρισμό. Για πολλά χρόνια, άντεξα ελπίζοντας ότι όλα αυτά κάποια στιγμή θα τελείωναν, ότι κάποια στιγμή θα βαριόμασταν. Κι έπειτα έφτασε μια στιγμή όπου κατάλαβα ότι τίποτε δε θα άλλαζε. Ο πολιτιστικός χώρος είναι χαμένος. Στο δεύτερο κομμάτι του βιβλίου μου, ο αφηγητής μου εκνευρίζεται με τους δημοσιογράφους, το κοινό των Σαλονιών, κ.λπ. Επαναστατεί. Αλλά βρίσκεται σε αδιέξοδο. Κατασκευάζεις από την αρχή κακή διάθεση. Απαντάς σε ένα θλιβερό πάθος με ένα άλλο θλιβερό πάθος. Στο τρίτο μέρος, προσπαθώ να δείξω πώς θα μπορούσαμε να γλιτώσουμε, με βάση πράγματα που υπάρχουν ήδη. Είναι λίγο τρελό, αλλά όχι ουτοπικό. Σε κάθε περίπτωση, είναι αδύνατον να συνεχίσουμε έτσι. Θα αρχίσουμε να πυροβολούμε ο ένας τον άλλο. Πρέπει κάτι να σκεφτούμε.

Iegor Gran Διάβασα πρόσφατα ότι το επάγγελμα που θα ήθελαν να ασκούν οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αυτό του συγγραφέα. Έμεινα έκπληκτος. Η πολιτιστική βιομηχανία είναι παράλογη. Την ίδια στιγμή, για να υιοθετήσουμε μια οπτική γωνία πιο φιλοσοφική, και πιο αισιόδοξη, ο άνθρωπος δεν αποδεικνύεται ποτέ τόσο μεγαλειώδης όσο όταν κατασκευάζει παράλογα πράγματα. Δεν είναι πραγματιστικό ον: είναι παράλογο, γελοίο ον και εκεί έγκειται και το μεγαλείο του. Να βγάζεις 800 μυθιστορήματα τέλη Αυγούστου για να πετάς 795 στην πολτοποίηση μετά από δύο βδομάδες, είναι απίθανη ιδέα. Κάποιος θεός, σε κάποιο μέρος, πρέπει να σκέφτεται: με κάνουν και γελάω πολύ  αυτοί οι τύποι.

 

Συνέντευξη στον David Caviglioli.

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στις 19/3 στο περιοδικό Nouvel Observateur.

Προηγούμενο άρθροΑναφορά στον Σπύρο Ασδραχά
Επόμενο άρθροΒιβλιοπώλες

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. […] Της Κατερίνας Γούλα (Γαλλία, δύο συνεντεύξεις). Την παραμονή της έναρξης του Σαλονιού του Βιβλίου στο Παρίσι, ο François Bégaudeau και ο Iegor Gran εκδίδου  […]

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ