Σικελιανός : Μια αναγνωστική πρό(σ)κληση (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
337

της Βαρβάρας Ρούσσου

Ποιες αιτίες ορίζουν την ανάγκη μιας νέας ανθολογίας Σικελιανού, μιας ποίησης ολοκληρωμένης πριν από 70 χρόνια; Η αναγνώρισή του ως ενός από τους κορυφαίους Έλληνες ποιητές εξασφαλίζει την απήχησή του και την αναγνωσιμότητά του σήμερα; Πόσο το ιδιαίτερο ποιητικό τοπίο που δημιούργησε ο Σικελιανός, στη βάση μιας σειράς αντιλήψεων -καλλιτεχνικών και ιστορικοκοινωνικών- διαμορφωμένων σε άλλη συνθήκη, διαθέτει συνδετικά νήματα με το παρόν; Ή αλλιώς ποιες παράμετροι καθιστούν προσιτό το έργο του και πόσο αυτό έχει αισθητικό αντίκρυσμα σήμερα; Ή μήπως σε ένα ποιητικό σύμπαν υψιπετές, αποκαθαρμένο από την τρέχουσα πραγματικότητα, όπως το σικελιανικό, η αισθητική συγκίνηση είναι εγγενής άρα δεδομένη και συνεπώς δεν υφίσταται θέμα; Όσο κι αν τα ερωτήματα φαίνεται να ενέχουν ένα βαθμό υποκειμενικότητας συνδέονται με το ευρύτερο θέμα της πρόσληψης του Σικελιανού με δεδομένα τα όλως ιδιαίτερα γνωρίσματα του έργου του.

Ο ποιητής και μεταφραστής Χάρης Βλαβιανός και ο πανεπιστημιακός νεοελληνιστής και ποιητής Ευριπίδης Γαραντούδης έγραψαν την εισαγωγή που εκθέτει συμπυκνωμένους τους παραπάνω προβληματισμούς και επέλεξαν τα ποιήματα για την ανθολογία Άγγελος Σικελιανός «Τον άναρχο Έρωτα να νιώσω ακέριο» που κυκλοφόρησε πρόσφατα.

Ο τίτλος αντλημένος από το ποίημα «Προσευχή» (σ. 105) φαινομενικά μόνο παραπέμπει στον στενά νοούμενο ερωτικό Σικελιανό για τον οποίο ο Έρωτας, όπως εξάλλου φαίνεται και από το ποίημα, δεν είναι  το έντονο συναίσθημα και η σωματική επιθυμία αλλά ένας ευρύτερος αισθησιασμός και η ταύτιση «πολλές φορές με την καθολικήν έννοια της ποιήσεως».[1] Όπως η Αθ. Βογιατζόγλου είχε επισημάνει εξετάζοντας το πρώτο ποίημα «Ερωτικός Ύμνος» -που δεν περιλαμβάνεται στην ανθολογία- από τη Συνείδηση της Γυναίκας,  στη σειρά των Συνειδήσεων, το πρόσωπο της γυναίκας μετατρέπεται σε «πρόσωπο» της ποιητικής δημιουργίας μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους στον ίδιο τον ποιητή ως δημιουργό και εραστή της ποίησης και μορφώνοντας ένα κύριο γνώρισμα της ποίησης του Σικελιανού: το υπερτροφικό ποιητικό «εγώ» στο επίκεντρο.[2]

Έτσι, η εύστοχη επιλογή του τίτλου, όπου συναρτώνται τα επίθετα «άναρχος» «ακέριος» με τον σικελιανικό Έρωτα, ουσιαστικά απηχεί γενικότερα στοιχεία της  ποίησης του Σικελιανού, ένα από τα οποία και ο έρωτας, ιδιόρρυθμα εκφρασμένος και αξεδιάλυτα συνυφασμένος με το ιδεολογικό του σύστημα (ποίημα «Τέλειος πόθος» σ. 133).

**

Ο Άγγελος Σικελιανός στην νησίδα Μαδουρή της Λευκάδος (στις 8.6.1925) διαβάζει τον “Αστραπόγιαννο” του Αρ. Βαλαωρίτη.
Στους ακροατάς διακρίνεται και ο Κ. Παλαμάς!

Τα πενήντα επιλεγμένα ποιήματα αρθρώνονται σε ενότητες με χρονολογική διάταξη: οκτώ μέρη από τον Αλαφροΐσκιωτο, επτά από τον Πρόλογο στη Ζωή, δύο από το Μήτηρ Θεού, τρία από το Πάσχα των Ελλήνων και το πρώτο μέρος από τον Δελφικό Ύμνο, που κατά την κρίση των ανθολόγων αποτελούν «τα καλύτερα μέρη των μεγάλων συνθεμάτων» (σ. 37). Ανθολογούνται επίσης δύο ποιήματα από τις «Ραψωδίες του Ιονίου», ένα από τους «Επίνικους Α΄», οκτώ από την ενότητα «Αφροδίτη Ουρανία» ένα από τη «Νέκυια Β΄», έξι από τα «Ορφικά», δύο από τους «Ίμερους» και τρία από τους «Επίνικους Β΄». Και βέβαια έχουν επιλεγεί ορισμένα εμβληματικά και  διαδεδομένα ποιήματα του Σικελιανού, όπως η «Ιερά Οδός», «Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι» και άλλα γνωστά όπως «Στον Ακροκόρινθο», «Θαλερό», «Γιατί βαθιά μου δόξασα», «Παλαμάς» (το ποίημα που ο Σικελιανός δημοσίευσε απαντώντας μάλλον στο παλαμικό, επικριτικά παραινετικό σονέτο «Στον Ά.Σ.»)[3], «Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο μαθητή του Βούδα». Η συμπερίληψη ορισμένων γνωστών ποιημάτων τα οποία περιέχονται σε πολλές διαδεδομένες και χρηστικές γενικές ποιητικές ανθολογίες αλλά και σε σχολικά βιβλία λογοτεχνίας υπενθυμίζει τη σχέση μέρους του κοινού με ποιήματα-τμήμα μιας ευρύτερης πολιτισμικής μνήμης. Πόσο όμως η σχέση αυτή είναι στενή αφού τα ποιήματα αυτά είναι αριθμητικά περιορισμένα και πόση απόλαυση και συγκίνηση παρέχουν;

Η παραπάνω παρουσίαση των επιλογών αναδεικνύει την πρόθεση των ανθολόγων για σφαιρική, ως είθισται στις ανθολογίες, επαφή του σύγχρονου αναγνωστικού κοινού με την πολυσθενή σικελιανική ποίηση των μεγαλεπήβολων συνθέσεων αλλά και των μικρότερων σε έκταση ποιημάτων, όπως αναγράφεται και στο οπισθόφυλλο: «να προτείνει στο σημερινό αναγνωστικό κοινό το αντιπροσωπευτικότερο και διαχρονικότερο κομμάτι ενός έργου που αποτελεί μία από τις κορυφές του νεοελληνικού ποιητικού λυρισμού». Γιατί πράγματι η ποίηση του Σικελιανού συνιστά μια ιδιαίτερη κορυφαία στιγμή στην ιστορία της νεοελληνικής ποίησης (σ. 20) και ταυτόχρονα ιστορικά παγιωμένη ως τέτοια. Το βασικό συνεπώς ερώτημα στην εισαγωγή των ανθολόγων μετατοπίζεται στο πεδίο της αισθητικής και συνοψίζεται στο εάν και κατά πόσον το σικελιανικό έργο είναι δυνατόν να προσφέρει αισθητική απόλαυση στο σύγχρονο αναγνώστη (σ. 21), όταν οι όροι ανάγνωσης, πρόσληψης αλλά και σύνθεσης της ποίησης έχουν σε μεγάλο βαθμό μεταβληθεί όπως και η αντίληψη για το ρόλο του ποιητή. Πόσο όμως είναι δυνατόν να δοθούν απόλυτες/στεγανές απαντήσεις;

Οι ποιητικές παράμετροι και τα γνωρίσματα του σικελιανικού έργου επισημαίνονται γενικά στην εισαγωγή ως επιχειρήματα σε συνάρτηση με το κεντρικό ερώτημα περί αισθητικής δραστικότητας. Είναι δεδομένο ότι η ανθολόγηση ενός ποιητή προϋποθέτει, εκ μέρους των ανθολογούντων, την αναγνώριση της σημασίας του και οι Βλαβιανός-Γαραντούδης την επισημαίνουν αλλά με έναν ισορροπημένο συνδυασμό  καταλήγοντας σε μια ρεαλιστικά σκεπτικιστική θέση των ανθολόγων («αισθητικά όχι αναντίρρητη» σ. 20), επαναπροσδιορίζουν το ζήτημα σε ένα πλαίσιο πολιτισμικής ιστορίας: την επανεκτίμηση ενός έργου θεωρούμενου κομβικού μέσω της προσληπτικής του πορείας στο χρόνο και στο μεταβαλλόμενο πολιτισμικό πλαίσιο. Η πορεία αυτή διαφαίνεται μέσω των προηγούμενων πέντε ανθολογιών που έχουν προηγηθεί και παρατίθενται επειδή εν μέρει αιτιολογούν και την παρούσα έκδοση: μια ακόμη στιγμή στην ιστορική πορεία της πρόσληψης του σικελιανικού έργου (σ. 20).

Για να τεκμηριωθεί η άποψη των ανθολόγων και δεδομένου δεν μπορεί να συγκροτηθεί μία και μόνη απάντηση στο κεντρικό ερώτημα της εισαγωγής,  για το βαθμό αισθητικής απήχησης του Σικελιανού, οι ανθολόγοι παραθέτουν μια σειρά νεότερων και σύγχρονων λόγων και αντίλογων τις οποίες και σχολιάζουν χαρτογραφώντας σημεία της σικελιανικής πρόσληψης από τον κριτικό/φιλολογικό λόγο: την ενδιάμεση θέση του Καψωμένου (ενταγμένη πάντως γενικά στο πλαίσιο της ιδιαίτερης θεώρησής του για την ελληνική ποίηση) (σ. 21-22), την αντίληψη του Καψάλη, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα καθώς κρίνει το σικελιανικό έργο στο πλαίσιο μιας παλαιότητας ασύμβατης με τις αναζητήσεις του σημερινού αναγνώστη (σ. 22-23), την αρνητική προσωπική (καθότι σε ημερολογιακό κείμενο), άποψη του Σινόπουλου (σ. 23-24). Τις κρίσεις του Μπερλή για την επικέντρωση στο «πρότυπο εγώ» και τις παρωχημένες ιδέες περί ποίησης ως συντελεστή απομάκρυνσης από το σικελιανικό έργο (σ. 24-26). Τη θεώρηση του Βαγενά που διακρίνει το ετεροβαρές της ποίησης του Σικελιανού: μεγάλα συνθετικά έργα «ακατόρθωτα» και απόμακρα από το σήμερα και μικρής έκτασης λυρικά, πιο προσιτά στους σημερινούς αναγνώστες. Τέλος, το παράπλευρο κείμενο του Μπουκάλα -όχι άμεσα σχετιζόμενο με το Σικελιανό- για γνωρίσματα της παλαιότερης ποίησης, που χαρακτηρίζουν και το Σικελιανό, αιτιολογώντας την απορριπτική στάση αναγνωστών.

Η περιορισμένη απήχηση του Σικελιανού αποδίδεται είτε στον υψηλόφρονα λυρισμό του, είτε στην επικέντρωση στην απόλυτη ιδέα του Ποιητή και στην απόλυτη ισχύ της Ποίησης είτε στο μονισμό του (σ. 34) και κυρίως, στη αντίληψη του ποιητή ως μοναδικού μύστη-ιεροφάντη που μέσω της ποίησης κοινοποιεί με τρόπο αποκαλυπτικό τα βαθύτερα νοήματα του κόσμου και του ανθρώπου δηλαδή στην «αντίληψη της έλλογης τάξης που στο κέντρο της τοποθετεί τον ποιητή μύστη και ταγό» (σ. 32). Θα μπορούσε εδώ να προστεθούν πολλά ακόμη. Επισημαίνω την ιδιαίτερη γλώσσα, το δυσνόητο σήμερα λεξιλόγιο, κράμα δημοτικής της εποχής και σύνθετων λέξεων που θυμίζουν ομηρικά επίθετα όπως ομηρικό περιβάλλον ανακαλούν και οι μακρότατες παρομοιώσεις, στοιχεία και τα δύο αποθαρρυντικά για το σύγχρονο αναγνώστη για τον οποίο η σύγχρονη ποίηση νοείται ως δραματική, συχνά απογυμνωμένη, με περιστολή του λυρικού στοιχείου, στον αντίποδα του υπερβάλλοντα σικελιανικού λυρισμού.

Η αμφισβήτηση του καλλιτέχνη, η μετατόπιση από την απόλυτη αυτοαναφορικότητα, η απόρριψη των «μεγάλων αφηγήσεων», ο θρυμματισμός, η διασπασμένη ενότητα του προσώπου ή και του έργου απομακρύνουν το Σικελιανό από το παρόν. Ο στίχος «ω προαιώνια, μυστικά θαμμένη Ενότητα βαθειά μου» («Το κατορθωμένο σώμα» σ. 165) ήδη τον αντιπαραθέτει με την εποχή της ύστερης νεωτερικότητας. Έτσι, στη σύντομη σύγκριση με ξένους σύγχρονούς του ποιητές (σ. 30-31) ο Σικελιανός αποτιμάται με όρους που τον εξοβελίζουν  από την εποχή του: «ο Σικελιανός, όπως και ο Παλαμάς,[…]είναι οι σημαντικότεροι Έλληνες  ποιητές του 19ου αιώνα, κι ας ζουν μέχρι περίπου το μέσο του 20ού αιώνα». (σ. 30).

Όπως διαφαίνεται από την εισαγωγή και από τη θέση των ανθολόγων αλλά και από τις παρατιθέμενες και σχολιασμένες αντιλήψεις, δεν μπορεί να υπάρξει απόρριψη του Σικελιανού αλλά δεν μπορεί να αγνοηθεί η δυσαρέσκεια ή και απαρέσκεια των νεότερων ιδίων αναγνωστών εμπρός στο έργο του. Ωστόσο, επαναλαμβάνεται η πιθανότητα της δραστικής ζωντανής πρόσληψης του Σικελιανού (σ. 29, 33, 34) και αυτό, νομίζω, αποτελεί ουσιαστική πρόταση της ανθολογίας.

Κατά συνέπεια η παρούσα ανθολογία δίνει την ευκαιρία μιας νέας επαφής με ένα παλαιό έργο. Πράγματι, είναι σημαντικό για έναν ποιητή του είδους του Σικελιανού, έναν «συμπαντικό» -με την έννοια του ποιητής-σύμπαν- ποιητή, η αξίωση όχι μόνο για μια σφαιρική αναδρομή στο έργο του αλλά για μια προσέγγιση με ανανεωμένη οπτική οι όροι της οποίας γίνονται αντιληπτοί στην εισαγωγή, περισσότερο ή λιγότερο ρητά. Ολοένα και περισσότερο η επιστροφή στο παρελθόν της νεοελληνικής ποίησης δυσχεραίνει με αποτέλεσμα την άγνοιά του. Η έννοια παράδοση μεταφέρει τα όριά της όλο και περισσότερο στη συγχρονία και οι νέοι όροι λειτουργούν σχεδόν αυτονομημένοι, χωρίς συχνά να αντιπαρατίθενται ή να επεκτείνουν ή να διαλέγονται με το παρελθόν. Εάν κρίνουμε ως μετα-λυρικό το ποιητικό παρόν η βάση ενός τέτοιου χαρακτηρισμού δε βρίσκεται μόνο στη θεωρία και στην πραγματωμένη σύγχρονη ποίηση αλλά και στη σύγκριση με το παρελθόν. Η αισθητική δραστικότητα του σικελιανικού έργου αποτιμάται μόνο εάν επιστρέψουμε σε αυτό με όρους ενδολογοτεχνικούς -εκτιμώντας δηλαδή τις ίδιες τις ποιητικές του παραμέτρους- και με διπλή ιστορική βάση: τόσο στο πλαίσιο της ίδιας της εποχής του όσο και στο παρόν (σ. 20).  Έτσι οι ανθολόγοι κάνουν λόγο για «αναγνωστική πρό(σ)κληση» (σ. 21) και πράγματι η ανθολογία προ(σ)καλεί σε μια επαναθεώρηση και επανεκτίμηση που, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να διαφύγει από το σικελιανικό έργο και να συμπεριλάβει στοχασμούς γύρω από την πρόσληψη του πολιτισμικού παρελθόντος. Και βέβαια με τη συναίσθηση ότι το ολοένα και μεγαλύτερο χάσμα με την ποίηση του Σικελιανού  εντάσσεται στην αποκοπή από μεγάλο μέρος του παρελθόντος της ελληνικής ποίησης καθώς ούτε ο Κάλβος είναι προσιτός ούτε ακόμη και οι συνθέσεις του Παλαμά ενώ οποιαδήποτε επιστροφή στον 19ο αιώνα κρίνεται συχνά ως ανούσια.

Δε νομίζω ότι μπορούμε να αποφύγουμε τις αναφυόμενες ιδίως τα τελευταία τριάντα χρόνια τάσεις της ποίησης ως συντελεστή απομάκρυνσης από τη σικελιανική ποίηση. Όμως, εάν ως άτομα της ύστερης νεωτερικότητας δεν μπορούμε να ταυτιστούμε απολαυστικά με την μεγαλόστομα εγωτική αυτή ποίηση μπορούμε να ανιχνεύσουμε σχεδόν αρχετυπικούς λυρικούς πυρήνες, ακόμη και στα εκτενή συνθέματα, πράγμα που δε σημαίνει βέβαια αυτομάτως την αισθητική απόλαυση αλλά μας οδηγεί στην πηγή του λυρικού στοιχείου, κομβικό σημείο στην εξέλιξη της σύγχρονης ποίησης. Με αυτό το πνεύμα, νομίζω, επισημαίνει η Αθ. Βογιατζόγλου για το Σικελιανό ότι «Κάτι σημαντικό έχει να μας πει για την τέχνης της ποίησης».[4] Ή όπως το θέτουν οι Βλαβιανός-Γαραντούδης «επιστρέφουμε στο παρελθόν της ποίησης για να επανασυνδεθούμε με το αναπόδραστο παρόν μας» (σ. 20).

Η δισεγγονή του ποιητή, επίσης ποιήτρια, Ελένη Σικελιανός.

Την ανθολογία κλείνει το επίμετρο της δισεγγονής του ποιητή, επίσης ποιήτριας Ελένης Σικελιανός. Ανάμεσα στη μαρτυρία και το ελεύθερο δοκίμιο σε έντονα προσωπικό τόνο καταθέτει την εμπειρία της άμεσης γνωριμίας με την Άννα Σικελιανού και της έμμεσης με τον προπάππο της («υπάρχουν πολλά φράγματα ανάμεσα σε μένα και τον προπάππο μου» σ. 282) ενώ το πρόσωπο της Εύας Πάλμερ έρχεται στο προσκήνιο για να μεταβάλλει το αφήγημα για το Σικελιανό με την παράθεση των «Γεγονότων». Έτσι, η ανθολογία αυτή και το επίμετρό της συνομιλούν με το βιβλίο της Άρτεμης Λεοντή Εύα Πάλμερ-Σικελιανού. Υφαίνοντας το μύθο μιας ζωής ( μτφρ. Κατερίνα Σχινά εκδ. Πατάκης 2022). Η ανάγνωσή του φωτίζει μέρος της ζωής και της δράσης του Σικελιανού (Δελφικές γιορτές) αλλά, όπως σημειώνει και η Σικελιανός «αλλάζει το αφήγημα». Χρήσιμη η συνανάγνωση των δύο που, εκτός όλων των άλλων, αναδεικνύει την αναγκαιότητα μιας σύγχρονης/επιστημονικής, με οξυδέρκεια τεκμηριωμένης βάσει των νεότερων δεδομένων, βιογραφίας του Σικελιανού.

Ωστόσο, η Σικελιανός μέσα από την δική της προσέγγιση στην «Ιερά Οδό» και την διαμεσολαβημένη εμπειρία της με τον μακρινό αυτόν προπάππο, τον προσλαμβάνει ιδιαίτερα τόσο ως πολυσύνθετη προσωπικότητα, στο πλαίσιο της δικής του εποχής (αλαφροΐσκιωτος» σ. 281) όσο και με σύγχρονους όρους («θα προχωρούσε μαζί μου σε μια σύγχρονη Οικοποιητική[…] που περιλαμβάνει όλα τα έμβια όντα, τη γη και τη θάλασσα σ. 283).  Μήπως αυτός δεν είναι ο τρόπος να προσεγγίσουμε εκ νέου το έργο του Σικελιανού, με διπλή και ανοιχτή οπτική;

[1] Θ. Ξύδης, Αγγελος Σικελιανός, Ίκαρος, Αθήνα 1979 σ. 276

[2] Αθ. Βογιατζόγλου, Η Μεγάλη Ιδέα του λυρισμού. Μελέτη του Προλόγου στη Ζωή του Σικελιανού Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999, σ. 144

[3] Βλ. δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο στο Αθ. Βογιατζόγλου, Η γένεση των πατέρων. Ο Σικελιανός ως διάδοχος των εθνικών ποιητών, Καστανιώτης Αθήνα 2005

[4] https://www.hartismag.gr/hartis-40/afierwmata/aghghelos-sikelianos

 

Άγγελος Σικελιανός, «Τον άναρχο έρωτα να νιώσω ακέριο». Εισαγωγή-ανθολόγηση Χάρης Βλαβιανός-Ευριπίδης Γαραντούδης επίμετρο Ελένη Σικελιανός εκδ. Πατάκη 2022

Προηγούμενο άρθροΣυζήτηση: Η αβάστακτη βαρύτητα του hobnobbing (του Κωνσταντίνου Λερούνη)
Επόμενο άρθροAbdularazak Gurnah: Υπάρχει ένα μέρος του κόσμου που ακόμη δεν έχετε δει (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ