Σερσέ λα φαμ: Η αναζήτηση πέτυχε

0
278

Της Κατερίνας Διακουμοπούλου.

 

Πριν δέκα χρόνια, στην σκηνή «Σωκράτης Καραντινός» της Μονής Λαζαριστών, παιζόταν το δραματοποιημένο –αξιόλογο- μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Ουζερί Τσιτσάνης. Παύλου Μελά 22», σε σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη. Σε εκείνη την σκηνική ανάγνωση, ξεχώρισε η διασκευή του μυθιστορήματος, ιδιοχείρως Σκαμπαρδώνη, όπου αποτυπωνόταν απ’ τη μια το κλίμα της κατοχικής Θεσσαλονίκη και απ’ την άλλη ο αγώνας του 28χρονου Βασίλη Τσιτσάνη να αναπνεύσει καλλιτεχνικά. Το δεύτερο αξιομνημόνευτο στοιχείο ήταν η μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα.  Οι μουσικές της συνθέσεις αν και αξιοποιήθηκαν μόνο στα περάσματα μεταξύ των σκηνών, κατάφεραν να συνομιλήσουν γόνιμα με τις ιστορικές μουσικές του Τσιτσάνη.

Στη φετινή θεατρική σαιζόν, στην σκηνή του ΚΘΒΕ «Σωκράτης Καραντινός» στη Μονή Λαζαριστών, με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Τσιτσάνη- παίζεται, ήδη από το Νοέμβριο, το μουσικοθεατρικό έργο του Στρατή Πασχάλη «Σερσέ λα φαμ». Ο έγκριτος ποιητής και μεταφραστής Στρατής Πασχάλης, δημιούργησε μία θεατρική σύνθεση, όπου εναλλάσσονται οι σκηνικές δράσεις με τα τραγούδια. Τα τραγούδια επεξηγούν την πρόζα, η πρόζα συμπληρώνει τα τραγούδια. Το ίδιο πετυχημένο δραματικό μοτίβο είχε χρησιμοποιήσει και στην μουσικοθεατρική παράσταση για τη ζωή τις Μελίνας Μερκούρη: «Μελίνα: όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα…».

Στο «Σερσέ λα φαμ» ο Πασχάλης αξιοποίησε τις αυτοβιογραφικές μαρτυρίες του Τσιτσάνη σε σχέση με τις γυναίκες και ανίχνευσε την γυναικεία επίδραση στην στιχουργική των τραγουδιών του μεγάλου συνθέτη. Η Μαρίκα, η Μάχη, η Μάγδα, η Καίτη, η Σωτηρία, η Δέσπω και βεβαίως η «Αρχόντισσα» Ελίζα είναι τα δραματικά πρόσωπα του έργου, τα εξωτερικά ερεθίσματα, τα οποία οδήγησαν στη σύνθεση των μεγαλύτερων επιτυχιών του συνθέτη.

Γυναίκα και φαντασία

Η γυναίκα είναι καλλιτεχνικό ορμητήριο για τους δημιουργούς, είτε ως εικαστική απεικόνιση, είτε ως πρόσωπο της μυθοπλασίας, της ποίησης και της δραματουργίας, είτε ως έμπνευση μουσικής σύνθεσης. Σε όλες αυτές τις ποικιλότροπες εκφάνσεις οι καλλιτέχνες προβάλλουν αντιφατικές όψεις: μίσος-έρως, θαυμασμός-αποτροπιασμός, έλξη-απώθηση, δημιουργία-όλεθρος. Αυτές οι «αναπαραστάσεις» της γυναίκας, από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη τέχνη, ουσιαστικά αντικατοπτρίζουν τη σχέση των δύο φύλλων μέσα στις χιλιετηρίδες. Άλλαξαν οι όροι και τα ιδεολογήματα αλλά δεν άλλαξε η οπτική και η ιδεολογία…

Στα τραγούδια του Τσιτσάνη αυτές οι αντιφατικές όψεις είναι πρόδηλες: «αρχόντισσα» – «μάγισσα»,  «ντερμπεντέρισσα» – «αχάριστη», «λάγνα» – «σατράπισσα», «μποέμισσα» – «γκρινιάρα», «ερωτιάρα» – «μουρμούρα». Η ίδια παραδοξότητα προκύπτει και απ’ τους στίχους του συνθέτη, π.χ. «Κορίτσι μου όλα για σένα» – «Μ’ έχουν γελάσει δυο μαύρα μάτια». Στο μισό αιώνα δημιουργίας του Τσιτσάνη η παρατήρηση του θηλυκού λειτούργησε ως βασικό ερέθισμα δημιουργικότητας (Μαριώ, Μαρίτσα, Κατερίνα Θεσσαλονικιά, Νταίζυ, Σεράχ, Ζαΐρα κ.α.). Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα περισσότερα τραγούδια του ερμηνεύτηκαν από γυναίκες (π.χ. η Μαρίκα Νίνου και Σωτηρία Μπέλλου). Οι χαρακτηρισμοί των γυναικών στους στίχους των Τσιτσάνη, αποτελούν εξαιρετικά «ευρήματα» της εξελικτικής ψυχολογίας…

Ο Στρατής Πασχάλης αξιοποίησε μεθοδικά την πρώτη ύλη, αυτοβιογραφικές αναφορές και τραγούδια, και δημιούργησε ένα «πανόραμα» της γυναικείας επίδρασης στο έργο του Τσιτσάνη. Η δραματική αφήγηση, ιδίως των τελευταίων σκηνών, είναι εμπλουτισμένες με νοσταλγία και αίσθημα λύπης: εσωστρεφής κορύφωση, η οποία όμως παραμένει υπεύθυνη.

Η σκηνοθεσία και τα υπόλοιπα

Ο λυρικός «καμβάς» του Στρατή Πασχάλη αποτελεί πρόκληση για έναν σκηνοθέτη, φαντάζομαι και για την κυρία Σοφία Σπυράτου.  Διότι, απ’ τη μια πατά σε ένα ποιοτικό κείμενο και απ΄ την άλλη «επιβάλλεται» να  καταθέσει μία εξωστρεφή παράσταση, ανταποδοτική για τον κρατικοδίαιτο φορέα. Θεωρώ ότι μέχρι και το πρώτο μισό της παράστασης η Σπυράτου εξισορρόπησε άριστα τα εκφωνούμενα με τα τραγούδια σε μία εύρυθμη ροή. Στο δεύτερο μισό, η πρόζα υποσκέλισε τις συνθέσεις του Τσιτσάνη και η σκηνοθετική προσέγγιση με όρους νέο-αστικού μελοδραματισμού «υποβίβασαν» αισθητά το αποτέλεσμα.

Οι συνεργάτες της Σοφίας Σπυράτου συνέβαλαν υποδειγματικά: τα σκηνικά και τα κοστούμια (Μανόλης Παντελιδάκης), η ενορχήστρωση και η μουσική επιμέλεια (Κώστας Βόμβολος), η μουσική διδασκαλία (Λία Βίσση), οι χορογραφίες (Σοφία Σπυράτου), οι φωτισμοί (Γιώργος Τέλλος).

Οι ερμηνείες

Οι τραγουδιστές Δημήτρης Μπάσης, Γιάννης Διονυσίου και Νικόλας Παπακωνσταντίνου ερμηνεύουν με  εσωτερικότητα και δραματική ευφωνία. Η Λιζέτα Καλημέρα με φωνητικές και ψυχικές διακυμάνσεις στέκεται αξιοθαύμαστη.  Η άριστη ορχήστρα (Μελίνα Ατρείδου, Ηλίας Γυλλός, Ανδρονίκη Δονουκαρά, Κώστας Ιακώβου, Γιάννης Καρακαλπακίδης, Δημήτρης Κριτσίμης, Νικόλας Παπακωνσταντίνου, Παύλος Παφρανίδης, Νίκος Ψοφογιώργος) τιμά επάξια τις ιερές μουσικές.

Ο Λεωνίδας Κακούρης, ικανότατος ηθοποιός, απ’ τη μία διολισθαίνει, εξ αιτίας του σκηνοθετικού αιτήματος για πιστή μίμηση του λεκτικού ύφους του Τσιτσάνη και απ΄ την άλλη στέκεται στέρεος στην σκηνή χάρη στην σκηνική του παρουσία. Απ’ την υπόλοιπη διανομή των ηθοποιών και των χορευτών, οι οποίοι με γερές βάσεις και  «φιλόπονη» πειθαρχία εκτελούν το σκηνοθετικό όραμα της Σπυράτου ξεχωρίζει η Αλεξία Σαπρανίδου (Μαρίκα Νίνου), η οποία έπλασε το ρόλο της με έναν σπάνιο και ακαταμάχητο ρεαλισμό και ταυτόχρονα τον προίκισε με μία αδιόρατη αίσθηση μελαγχολίας. Επίσης βαρυσήμαντη ερμηνεία καταθέτει και η Έφη Δρόσου (Μάχη), αφοπλιστική,  κινείται με συναισθηματική περιπάθεια.

Την επόμενη δεκαετία θα αναμένω μία μεγάλη παραγωγή για τον Τσιτσάνη, εστιασμένη στο έργο του, στην ανανεωτική δυναμική των τραγουδιών του, στην συμβολή του στη δημιουργία του λαϊκού τραγουδιού, στους νεωτερισμούς του, στο μουσικό του στυλ, στη σύνθετη στιχουργική του τεχνοτροπία, στις ενορχηστρώσεις του, στην μοναδική τεχνική του στο μπουζούκι, στις σύνθετες μελωδίες (πλούσια συγχορδιακή αρμονία ), αλλά και ακόμα εστιασμένη στην δισκογραφία του, στη δημοτικότητά του, στη θεμελιώδη επίδρασή του στην εθνογραφία.

Προηγούμενο άρθρο60 χρόνια πολιτικής ιστορίας
Επόμενο άρθροΜιμητές του Νταν Μπράουν για νέους

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here