Rohtko: Είναι το θέατρο του μέλλοντος; (της Όλγας Σελλά)

0
564

 

 

της Όλγας Σελλά

Με τι ακριβώς καταπιανόταν αυτό το τετράωρης διάρκειας πολυθέαμα που είδαμε την περασμένη εβδομάδα στη Στέγη; Τι θέλησε να μας πει το νέο αίμα του πολωνικού θεάτρου, ο Λούκας Ταρκόβσκι με την παράσταση του που είχε τίτλο «Rohtko» ; Δεν έχω κάνει λάθος στην πληκτρολόγηση. Επίτηδες χρησιμοποιεί με αναγραμματισμό το όνομα του μεγάλου εικαστικού Mark Rothko ο Ταρκόβσκι, αφού στο δημιούργημά του, στο οποίο συνένωσε θαυμαστά όλες τις τέχνες (θέατρο, κινηματογράφο, video art και τεχνολογία), αλλά και άπειρες ιδέες και άλλους τόσους προβληματισμούς για την τέχνη, την κοινωνία, το έργο τέχνης, την τεχνολογία, η αφορμή ήταν μια αληθινή ιστορία πλαστογραφίας ενός πίνακα του Ρόθκο, που είχε πουληθεί με το αστρονομικό ποσόν των 8,5 εκατ. Δολαρίων. Μια ιστορία που ήταν το έναυσμα, η αφορμή, η έμπνευση για τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και ψευδαίσθησης, πλαστού και αυθεντικού. Παντού, όχι μόνο στην τέχνη.

Και ο Λούκας Ταρκόβσκι στήνει στη σκηνή πολλές μικρές σκηνές, πολλές παράλληλες ιστορίες, που εναλλάσσονται διαρκώς μπροστά μας, υπό τους ήχους μιας δυνατής, αλλά τόσο γοητευτικής ηλεκτρονικής μουσικής: ένα κινέζικο εστιατόριο με τους μάγειρες πάνω από τις κατσαρόλες, μια γκαλερί στη Νέα Υόρκη, το υπνοδωμάτιο του Ρόθκο όπου εκεί αποκαλύπτει τα άγχη και τις παλινδρομήσεις του, ένα μπαρ όπου όλοι μπαινοβγαίνουν, κανονίζονται συμφωνίες, γίνονται γνωριμίες, αποκαλύπτονται σκοπιμότητες. Στις μεγάλες οθόνες  πάνω από το σκηνικό –μέρος της παράστασης απολύτως και απαραιτήτως- διαβάζουμε κάθε τόσο τα πραγματικά γεγονότα της ζωής και της διαδρομής του Μάρκ Ρόθκο. Και μετά παρεμβαίνει ο Ταρκόβσκι και βάζει ερωτήματα: για την τέχνη και την εμπορική της αξία («Πώς ορίζεται η ομορφιά;», «Μπορεί η καλή τέχνη να είναι φτηνή;»)∙ για την πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση, για την αυτοαναφορικότητα του καλλιτεχνικού χώρου –«Τι Μανχάταν και μαλακίες; Σα χωριό είναι. Όλοι γνωρίζονται»∙ για το πώς «φοβόμαστε να μην ξέρουμε. Όλοι θέλουν να είναι ειδικοί»∙ για τον τρόπο που η τέχνη γίνεται εμπόρευμα ή μέσον επίδειξης και κοινωνικού status: «Όσοι τρώνε το φαγητό τους σε τέτοιες τιμές, δεν είναι ικανοί να χωνέψουν την τέχνη» έλεγε ο Ρόθκο, όταν ακύρωσε τη συμφωνία με το εστιατόριο Four Seasons για τα έργα του που επρόκειτο να κοσμήσουν το χώρο. Και κάπου εκεί συζητούν και οι Κινέζοι που ανακατεύουν τα νουντλς και παρατηρούν τον δυτικό κόσμο: «Πώς θέλουν να κάνουν τέχνη αν δεν μπορούν να χαμογελάνε;»

Ο Ρόθκο και η γυναίκα του

Κι αν υποθέσει κανείς ότι όλη αυτή η υπερπαραγωγή έχει μόνο μεγάλη εικόνα και θόρυβο, κάνει μεγάλο λάθος. Γιατί ο Λούκας Ταρκόβσκι καταφέρνει –χάρη στη διαρκή και σωστή χρήση της κάμερας- να εστιάζει, μέσων των προσώπων και των εκφράσεων και στη μικρή εικόνα, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στους χαρακτήρες, στους ανθρωπότυπους που κυριαρχούν και στο χώρο της τέχνης και στην κοινωνία μας. Και είναι πολλές οι στιγμές που μέσα σ’ αυτό το θηριώδες σκηνικό είναι σα να παρακολουθούμε θέατρο δωματίου. Χάρη και στις απίστευτες ικανότητες των ηθοποιών του φυσικά –μα πώς γίνεται να παίζουν και να φαίνεται ότι απλώς συζητούν δίπλα μας; Έτσι έχουμε δύο σπουδαίες σκηνές, παράλληλες μάλιστα: του Ρόθκο με τη γυναίκα του από τη μια, και δύο ηθοποιών που πάνε στο κάστινγκ για την παράσταση –θέατρο μέσα στο θέατρο, ανάμεσα σε όλα. Και εκεί υπάρχει και τρυφερότητα, και απόγνωση, και εσωτερικότητα, και απελπισία χωρίς κανένα στόμφο, χωρίς καμιά μεγαλοστομία ή συνθηματολογία. Και νομίζω ότι η πιο ουσιαστική ατάκα για την αυτοδιάθεση της γυναίκας που έχω δει σε παράσταση, ήταν αυτή που ακούστηκε από το στόμα της ηθοποιού που υποδύεται τη Μελ Ρόθκο: «Ο Ρόθκο είναι απλώς ο άντρας μου». Και δίπλα στο αδιέξοδο του ζεύγους Ρόθκο, υπάρχει το σμίξιμο δύο άσημων ανθρώπων, που επίσης αγαπούν την τέχνη.

Και κάπου εκεί έρχεται η τεχνολογία στην τέχνη, «το μέλλον του παρελθόντος». Και τότε όλο το σκηνικό μεταμορφώνεται σε μια υπερσύγχρονη αίθουσα τέχνης, όπου κυριαρχεί η ψηφιακή πραγματικότητα, τα NFTs και τα blockchain. Κι όλα μοιάζουν ίδια, αποστειρωμένα, απόμακρα. Η εποχή του «ό,τι θες.jpg». Μια εποχή «που ο κόσμος δεν νιώθει τίποτα κοιτώντας την τέχνη»;

Έβαλε πολλά θέματα αυτός ο φοβερός Πολωνός, που πρώτη φορά βλέπουμε στην Ελλάδα και θέλουμε να ξαναδούμε. Έστησε μια παράσταση με πρόταση, με δουλειά, με άποψη, με γνώση, με πολλά ερωτήματα. Δίνοντας κάτι νέο, διαφορετικό, πλήρες. Είναι το θέατρο του μέλλοντος; Δεν ξέρω, αλλά παρατηρώ ότι είναι όλο και συχνότερα οι σκηνοθέτες παρουσιάζουν δικές τους ιστορίες στη σκηνή, ιστορίες που αντλούν από παντού και θίγουν πολλά. Και συχνότατα το αποτέλεσμα είναι ιδιαιτέρως ελκτικό. Να είναι αιτία η έλλειψη καλών σύγχρονων θεατρικών κειμένων; Να είναι ένα μεσοδιάστημα; Θα δείξει.

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία: Lukasz Twarkowski, Συγγραφέας του κειμένου και Δραματουργός: Anka Herbut, Σχεδιασμός Σκηνικών: Fabien Lédé, Σχεδιασμός Κοστουμιών: Svenja Gassen, Χορογραφία: Pawel Sakowicz, Πρωτότυπη Μουσική: Lubomir Grzelak, Σχεδιασμός Βίντεο: Jakub Lech, Σχεδιασμός Φωτισμών: Eugenijus Sabaliauskas

Παίζουν: Juris Bartkevičs, Kaspars Dumburs, Ērika Eglija-Grāvele, Yan Huang, Andrzej Jakubczyk, Rēzija Kalniņa, Katarzyna Osipuk, Artūrs Skrastiņš, Mārtiņš Upenieks, Vita Vārpiņa, Toms Veličko, Xiaochen Wang

Βοηθοί Σκηνοθέτη: Mārtiņš Gūtmanis, Diāna Kaijaka, Adam Zduńczyk, Βοηθός Ενδυματολόγου: Bastian Stein, Βοηθός Δραματουργού: Linda Šterna, Βοηθός Σχεδιαστή Βίντεο: Adam Zduńczyk

H παράσταση δημιουργήθηκε στο Dailes Theater στη Λετονία σε συνεργασία με το JK Opole Theater στην Πολωνία.

 

Κατάλληλο: 16+

Η παράσταση είναι στα λετονικά και στα αγγλικά με ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους και παρουσιάστηκε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση από τις 25 ως τις 28 Μαΐου.

 

 

Προηγούμενο άρθροΒαρβέρης, Παπαγεωργίου, Φωστιέρης, τρεις θεματοφύλακες της Γενιάς του 70 (της Έφης Κατσουρού)
Επόμενο άρθροΒραβεία Αναγνώστη 2023: Μικρές Λίστες Βιβλίων για παιδιά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ