Ρέκβιεμ για Μια και για Όλες τις Δημοκρατίες (της Δέσποινας Παπαστάθη)

0
161

της Δέσποινας Παπαστάθη

 

Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι από τους ελκυστικότερους τρόπους σχολιασμού της κοινωνικής πραγματικότητας και του δημόσιου βίου,[1] «μέσο εγκάρσιας ανάλυσης του κοινωνικού σώματος και των δομών του […] και το κατεξοχήν μυθιστορηματικό είδος της βίαιης κοινωνικής παρέμβασης»,[2] όπως χαρακτηριστικά δήλωνε ο Ζαν Πατρίκ Μανσέτ, στον απόηχο του προβληματισμού για τα γεγονότα του Μάη του ’68, εισάγοντας το πολιτικό στοιχείο στο νέο γαλλικό (neo-polar) αστυνομικό της δεκαετίας του ’70. Το είδος ανανεώνεται από τους Γάλλους συγγραφείς που θέτουν καίρια ερωτήματα και αναζητούν ειλικρινείς απαντήσεις πάνω σε σημαντικές και συνάμα τραυματικές στιγμές της νεώτερης γαλλικής ιστορίας, όπως για παράδειγμα τα γεγονότα της νύχτας της 17ης Οκτωβρίου 1961 στο Παρίσι και τις πρωτοφανείς θηριωδίες της αστυνομίας εις βάρος των Αλγερινών μεταναστών που διαδήλωναν για την ανεξαρτησία της Αλγερίας. Η λογοτεχνία ως μαρτυρία μπορεί να φωτίσει σκοτεινές στιγμές της ιστορίας και να αποκαταστήσει την αλήθεια. Πολύ περισσότερο το αστυνομικό μυθιστόρημα που πραγματεύεται ζητήματα που διαχρονικά απασχολούν τον άνθρωπο, καθώς σχετίζονται με τη ζωή και τον θάνατο, το έγκλημα και την τιμωρία, τις αρχές και τα συστήματα ηθικής, ενώ διακρίνεται για την απόδοση των σκοτεινών πλευρών της κοινωνίας και τη διαμόρφωση κοινωνικής κριτικής πάνω στο τοπικό πλαίσιο αναφοράς της,[3] αφού ο τόπος συνδυάζεται με τον χρόνο και τα γεγονότα, αντανακλώντας την πραγματική ζωή με τα προβλήματα, τις διαμάχες, τους αγώνες της.

Ο Τομά Κανταλούμπ (γεννημένος το 1971), απόφοιτος του Ινστιτούτου Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού και του Κέντρου Εκπαίδευσης Δημοσιογράφων, με το μυθιστόρημά του Ρέκβιεμ για μια δημοκρατία (μετάφραση: Δημήτρης Δημακόπουλος, Πόλις, Αθήνα 2021) κατορθώνει να εισέλθει στη χορεία σημαντικών Γάλλων συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας που πραγματεύονται τον αγώνα της ανεξαρτησίας των Αλγερινών και τη σκληρή αντίδραση της Γαλλίας, όπως –ενδεικτικά αναφέρω- ο Ντιντιέ Ντενένξ, στο μυθιστόρημά του Έγκλημα και μνήμη,[4] ο Μωρίς Αττιά στην τριλογία του για το Αλγέρι.[5] Οι γάλλοι συγγραφείς φέρνουν στο φως το αποικιακό παρελθόν της χώρας τους, χρησιμοποιώντας τη μυθοπλασία ως μέσο κοινωνικής και πολιτικής κριτικής.

Παρίσι, Σεπτέμβριος 1959. Η Αλγερία διεκδικεί την ανεξαρτησία της, ένας πόλεμος που αγγίζει πλέον και τη μητροπολιτική Γαλλία. Ο Αμπντεραμάν Μπεντουί, επιφανής Αλγερινός δικηγόρος που συνεργάζεται με το FLN, δολοφονείται στο σπίτι του μαζί με τη Γαλλίδα σύζυγό του, κόρη γνωστού τραπεζίτη και πρώην αγωνιστή της Αντίστασης, τα δύο ανήλικα παιδιά τους και τον αδερφό του. Η υπόθεση κρίνεται ως υψίστης «εθνικής» σημασίας. Ο διευθυντής της αστυνομίας του Παρισίου Μωρίς Παπόν –ένα από τα πολλά υπαρκτά, ιστορικά πρόσωπα, που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο. Υπήρξε συνεργάτης του καθεστώτος του Βισύ, υπαίτιος για την εκτόπιση και τον θάνατο των Γάλλων Εβραίων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και υπεύθυνος για τη σφαγή των Αλγερινών διαδηλωτών στο Παρίσι τον Οκτώβριο του ’61– ενδιαφέρεται προσωπικά για τη διαλεύκανση του εγκλήματος, το οποίο, ωστόσο, είναι ένα από τα πολλά που έχει ενορχηστρώσει και διατάξει να εκτελεστούν. Ο Λυκ Μπλανσάρ, νεαρός αστυνομικός, με υψηλό το αίσθημα του καθήκοντος, μαζί με τον αλκοολικό συνεργάτη του Αμεντέ Ζανβιέ αναλαμβάνουν να λύσουν τον γρίφο της αποτρόπαιης πολλαπλής δολοφονίας. Παράλληλα, στην ιστορία θα εμπλακούν μια σειρά από αμφιλεγόμενες προσωπικότητες: ο Αντουάν Καρεγκά, Κορσικανός, πρώην στέλεχος της γαλλικής Αντίστασης και νυν έμπορος ναρκωτικών, ο Σείριος Βολκστρόμ, πληρωμένος δολοφόνος, πρώην δωσίλογος, η ερωμένη του Καρεγκά, ο Λεμαίρ, ακροδεξιός ψυχοπαθής δολοφόνος, ο γάλλος ηθοποιός Αλαίν Ντελόν, ο Μιττεράν, ο Ντε Γκωλ, πλήθος φανατικών οπαδών παραστρατιωτικών οργανώσεων, και πολλοί άλλοι. Η δράση εκτυλίσσεται σε πολλαπλά παράλληλα αφηγηματικά επίπεδα με τη μορφή ημερολογιακής καταγραφής, τα οποία όλα συγκλίνουν στην ανάδειξη της παθογένειας της γαλλικής κοινωνίας και την αποδοκιμασία για τον εκμαυλισμό του πολιτικού κατεστημένου, καθώς όλα τα γεγονότα αποδεικνύουν αναπόφευκτα πως:

«Η Δ΄ Δημοκρατία είχε γεννηθεί πάνω στις στάχτες του καθεστώτος του Πεταίν, μέσα από τους αγώνες της Αντίστασης. Η Ε΄ Δημοκρατία ξεκινούσε πατώντας πάνω στα πτώματα των Αλγερινών, μέσα στη δυσωδία ενός φασισμού με στρατιωτικό πηλήκιο».[6]

Οι ήρωες, είτε είναι άνθρωποι του νόμου είτε παράνομοι, έχουν εμπλακεί στα γρανάζια μιας κατ’ επίφασης δημοκρατίας, όπου οι πρωταγωνιστές της, όπως ο Παπόν, δεν σέβονται ούτε καν αυτούς που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν:

«Ο Παπόν έχει τόσο σεβασμό για τους Οβριούς και τους μαυριδερούς όσο και για τους δικούς του άντρες. Ήρθα να σου πω ότι φτύνεις αίμα για αχρείους που παριστάνουν τους δημοκράτες μα δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τους φασίστες του 1940. Τους ξέρω καλά, έχω δουλέψει μαζί τους. Δεν είμαι αγγελούδι, αλλά τουλάχιστον παίρνω αποφάσεις και λογοδοτώ για τον εαυτό μου!»[7]

προειδοποιεί ο Σείριος Βολκστρόμ τον αστυνόμο Λυκ Μπλανσάρ, σε μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή της ηθικής και των ρόλων των ηρώων, στοιχείο από τα πιο αξιοσημείωτα της πλοκής του μυθιστορήματος.

Ο Ντιντιέ Ντενένξ, στο μυθιστόρημά του Έγκλημα και μνήμη [8] απέδειξε πως το νουάρ μπορεί να φέρει στο φως τα εφιαλτικά φαντάσματα της γαλλικής ιστορίας, όπως τον Μωρίς Παπόν, απονέμοντας, έστω και καθυστερημένα, δικαιοσύνη στα θύματά τους. Ο Τομάς Κανταλούμπ με το Ρέκβιεμ για μια δημοκρατία μας θυμίζει με τρόπο δεξιοτεχνικό πως η ιστορία μπορεί να επαναληφθεί. Στο σημείωμά του στο τέλος του βιβλίου τονίζει πως

«Όλα τα γεγονότα που αφηγήθηκα σ’ αυτό το βιβλίο είναι επινοημένα και αποτελούν καρπούς της φαντασίας μου. Στηρίζονται, ωστόσο, σε πραγματικά συμβάντα που έχουν καταγραφεί από ιστορικούς και δημοσιογράφους, καθώς και σε υπαρκτά πρόσωπα, των οποίων προσπάθησα να αποδώσω την ουσία και τη συμπεριφορά».[9]

Η διατήρηση ζωντανής της μνήμης των γεγονότων της πρόσφατης γαλλικής ιστορίας μέσω του αστυνομικού μυθιστορήματος –το οποίο ως είδος με κάποιους σταθερούς κανόνες γραφής μπορεί να τοποθετηθεί παντού και να προσαρμοστεί στις επιθυμίες των αναγνωστών, ενώ προσφέρει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να εκφράσει παγκόσμιες καταστάσεις και συνήθειες στην τοπική–εθνική λογοτεχνία και αντίστροφα–[10] δεν αποσκοπεί στην επούλωση των τραυμάτων, τη συμφιλίωση ή τη συγχώρεση, αλλά στην επισήμανση και προειδοποίηση –όπως φαίνεται και από το motto που επιλέγει ο Κανταλούμπ– πως η ιστορία επαναλαμβάνεται:

«Σήμερα, η Γαλλία δεν απέχει από μια έξαρση μετα-αποικιακής αγωνίας, συγκρίσιμης με τις αγωνίες που βίωσε στην αποαποικιοποίηση. Ένα κομμάτι της γαλλικής κοινής γνώμης δεν θέλει να κοιτάξει το αποικιοκρατικό της παρελθόν. Και, κατά βάθος, μπορούμε να πούμε ότι είναι κάπως φυσιολογικό που ένας πενηντάχρονος ή, πολύ περισσότερο, ένας νεότερος Γάλλος δεν αισθάνεται να φέρει καμία ευθύνη για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εκείνη την εποχή. Όμως η ιστορία ενός λαού είναι ένα σύνολο. Είναι η ιστορία των προηγούμενων γενεών. Ωστόσο, [σήμερα,] σε μη προνομιούχες αστικές ζώνες,, συναντάμε όχι αποκλειστικά αλλά κυρίως πληθυσμούς που κατάγονται από τις παλιές αποικίες μας. Και σ’ αυτούς ακριβώς τους πληθυσμούς μετα-αποικιακής καταγωγής βρίσκουμε θύματα κάθε είδους: θύματα της αλλοτινής αποικιοκρατίας, θύματα του σημερινού κοινωνικού διαχωρισμού».  ΠΙΕΡ ΖΟΞ, Συνέντευξη στο Bondy Blog, 21 Μαρτίου 2016.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

[1] Γ. Πανούσης, Ένοχοι και ενοχές: εγκληματολογικές επιστήμες και αστυνομικό μυθιστόρημα, Αθήνα 20103 : Σάκκουλας.

[2] Γιάννης Ράγκος, «Αστυνομική λογοτεχνία ή λογοτεχνία της παράβασης;», διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο στο: https://crimefictionclubgr.wordpress.com/2011/11/13/ragos/ (τελευταία πρόσβαση Νοέμβριος 2011).

[3] Louise Nilsson, et al., «Introduction: Crime fiction as world literature», στον τόμο: Louise Nilsson, David Damrsosch, Theo D’ haen (ed.), Crime Fiction as World Literature, New York 2017: Bloomsbury, σ. 4.

[4] Ντιντιέ Ντενένξ, Έγκλημα και μνήμη, μτφρ.: Ριχάρδος Σωμερίτης, Μαρίλια Παπαθανασίου, Πόλις, Αθήνα 2003.

[5] Maurice Attia, Το μαύρο Αλγέρι, μτφρ.: Μαρία Μηλολιδάκη, Πόλις, Αθήνα 2008. Maurice Attia, Η κόκκινη Μασσαλία, μτφρ.: Ρίτα Κολαῒτη, Πόλις, Αθήνα 2009. Maurice Attia, Παρίσι Μπλουζ, μτφρ.: Ρίτα Κολαῒτη, Πόλις, Αθήνα 2010. Αλλά και στο πρόσφατο: Το κόκκινο και το φαιό, μτφρ.: Ειρήνη Παπακυριάκου, επιμέλεια: Άννα Μαραγκάκη, Πόλις, Αθήνα 2021.

[6] Thomas Cantaloube, Ρέκβιεμ για μια δημοκρατία, μτφρ.: Δημήτρης Δημακόπουλος, Πόλις, Αθήνα 2021, σ. 499.

[7] Στο ίδιο, σ. 490.

[8] Ό.π., σημ. 4.

[9] Thomas Cantaloube, Ρέκβιεμ για μια δημοκρατία, ό.π., σ. 519.

[10] Andreas Hedberg, «The knife in the lemon: Nordic Noir and the Glocalization of Crime Fiction», στον τόμο: Louise Nilsson, David Damrosch, Theo D’ haen (ed.), Crime Fiction as World Literature, ό.π., σ. 20.

 

Thomas Cantaloube, Ρέκβιεμ για μια δημοκρατία, μτφρ. Δημήτρης Δημακόπουλος, Πόλις

Βρες το εδώ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΔιαβάζοντας (για) την ανάγνωση (της Σοφίας Ιακωβίδου)
Επόμενο άρθροΙστορία και μυθοπλασία (της Έρης Σταυροπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here