“Βουβά βιβλία”: ο πολύσημος λόγος της εικονιστικής αφήγησης (του Γιάννη Παπαδάτου)

0
725

 

του Γιάννη Παπαδάτου (*)

 

Τα βιβλία χωρίς λέξεις ή χωρίς λόγια, τα silent ή wordless books όπως συναντώνται διεθνώς και όπως εύστοχα, ίσως για πρώτη φορά στην ελληνική βιβλιογραφία, ονοματίζονται στο παρόν βιβλίο, ως «βουβά βιβλία», αποτελούν  για τα δικά μας δεδομένα ένα καινούργιο και ανερεύνητο αντικείμενο. Ιδιαίτερα στον χώρο του παιδικού βιβλίου ελάχιστα βιβλία χωρίς λέξεις έχουν «μεταφραστεί» τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, στην εκδοτική παραγωγή της οποίας, έως σήμερα, έχει εκδοθεί, αν δεν κάνω λάθος, μόνο ένα, συγκεκριμένα η ιστορία Η φάλαινα, το αγόρι και η θάλασσα ανάμεσά τους, της Πέρσας Ζαχαριά. Όσον αφορά δε στην ελληνική θεωρητική βιβλιογραφία, ανιχνεύονται ορισμένα άρθρα στο διαδίκτυο και σε βιβλία και συλλογικούς τόμους κυρίως για το παιδικό και το εικονογραφημένο βιβλίο.

Συγγραφέας του βιβλίου είναι η Μαριάννα Μίσιου, διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ως μέλος Ε.ΔΙ.Π.. Είναι βασισμένο σε μεταδιδακτορική της έρευνα την οποία εκπόνησε στο ΤΕΠΑΕΣ του ίδιου πανεπιστημίου υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας Διαμάντης Αναγνωστοπούλου. Η Μίσιου έχει μακρά θητεία στο αντικείμενο των εικονιστικών αφηγήσεων κι έχει πλούσιο αρθρογραφικό έργο στην εγχώρια και στη διεθνή βιβλιογραφία. Έχει ασχοληθεί θεωρητικά και πρακτικά με το εικονογραφημένο βιβλίο και τα κόμικς και γενικά με τα πολυτροπικά κείμενα και με τη διδακτική τους. Το δε προηγούμενο βιβλίο της Τα κόμικς από το περίπτερο στη σχολική τάξη (εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα 2010) έδειξε -πέρα από τις θεωρητικές προσεγγίσεις και τα παραδείγματα λογοτεχνικής ανάγνωσης αγαπημένων κόμικς όπως ο Λούκυ Λουκ, ο Αστερίξ, ο Ιζνογκούντ και άλλα- τον τρόπο με τον οποίο ένας/μία εκπαιδευτικός, με φύλλα εργασίας και άλλες μεθόδους,  μπορεί να χρησιμοποιήσει τα κόμικς,  ώστε τα παιδιά να τα γνωρίσουν και, βέβαια, να τα απολαύσουν.

Ο αναγνώστης/Η αναγνώστρια στις «βουβές» αφηγήσεις δεν δεσμεύεται από κάποιον κειμενικό λόγο. Κινητοποιούνται οι δυνατότητές του/της  διευρύνοντας έτσι τον χώρο της προσωπικής του/της αφήγησης και μυθοπλασίας. Τα «βουβά βιβλία», ως διηλικιακά, με όπλο τις εικόνες, έναν άλλον, δηλαδή, λόγο, σηματοδοτούν μιαν απόλυτη ελευθερία αναπτύσσοντας τη φαντασία στον αναγνώστη/στην αναγνώστρια και τον/την ενεργοποιούν λειτουργικά, ώστε να ανακαλύψει, να ερμηνεύσει, να επινοήσει και εν τέλει να δημιουργήσει μια δική του/της ιστορία. Κι ίσως η γνωστή ρήση «μια εικόνα χίλιες λέξεις» να μετασχηματίζεται σε «ένα βιβλίο με εικόνες χίλια βιβλία με λέξεις». Γιατί, από την άλλη πλευρά, ένα «βουβό βιβλίο» λειτουργεί και όπως ένα βιβλίο λογοτεχνίας, αλλά ιδιόμορφα, με σκηνικό, χώρο και χρόνο, χαρακτήρες, πλοκή και θέμα ή ακόμη φαντάζει σαν μια κινηματογραφική ταινία, ως αποτέλεσμα της ύφανσης μεταξύ των συμπαρατιθέμενων εικόνων και του ξεφυλλίσματος των σελίδων του.

Το συγκεκριμένο πόνημα, προκειμένου να διεισδύσει στην εικονιστική αφήγηση των βιβλίων χωρίς λέξεις,  χρησιμοποιεί μεθοδολογικές αναλύσεις από τις όμορες αφηγήσεις τού καθαρά εικονογραφημένου βιβλίου ή των λεγόμενων σχεδιαστικών λογοτεχνιών όπως είναι τα κόμικς, τα graphic novels ή τα εικονοβιβλία, με στόχο να «δικαιολογηθεί» και η ένταξη των βουβών αφηγήσεων  στην περιοχή τους. Συνάμα τίθεται και το ερώτημα κατά πόσο αυτά τα βιβλία εντάσσονται στην περιοχή της λογοτεχνίας. Επίσης, εστιάζει αποκλειστικά στην οπτική αφήγηση έξω από τη «δέσμευση» των λέξεων με σημαινόμενα από τις σταθερές εικόνες και τον κινηματογράφο. Έτσι, ανοίγεται ένας διάλογος μεταξύ των δημιουργών και των αναγνωστών/αναγνωστριών, αλλά κυρίως μεταξύ των δεύτερων από τη μια και από την άλλη με τα πολλαπλά σήματα που αναδύονται από κάθε στοιχείο της εικόνας, όπως λ.χ. το σκηνικό ή οι εκφράσεις των προσώπων και οι κινήσεις του σώματος.

Η διάρθρωση των κεφαλαίων του βιβλίου αρχίζει με τα γνωρίσματα των εν λόγω βιβλίων και των σχεδιαστικών λογοτεχνιών, με τον ρόλο του δημιουργού, του αναγνώστη, της σημασίας και της ερμηνείας της εικόνας. Το βιβλίο στη συνέχεια, αναφέρεται στον κινησιολογικό κώδικα των «βουβών κόμικς» και των graphic novels, στην πολλαπλή ρευστότητα του χρόνου, του χώρου και τη σύζευξή τους, στον τίτλο, στο εξώφυλλο και στο οπισθόφυλλο, στη σύνθεση της εικόνας, στο χρώμα, στο καδράρισμα, στα πλάνα και στις λειτουργίες που επιτελούν καθώς και στη γωνία θέασής τους. Επίσης, αναφέρεται στις τεχνικές από τον κινηματογράφο και τη φωτογραφία που χρησιμοποιούνται στα «βουβά βιβλία» κι επιπλέον, χρησιμοποιεί θεωρητικά στοιχεία του αφηγηματολόγου Genette και άλλων θεωρητικών από την πλευρά του κινηματογράφου και των κόμικς.

Όπως συμπεραίνεται στο εν λόγω βιβλίο, στα «βουβά βιβλία» το «αφηγούμαι» σημαίνει «δείχνω». Δεν κυριαρχεί το «λέγειν», αλλά, μέσα από το χρώμα, τις γραμμές, τα σχήματα, ή τους χαρακτήρες, το «δεικνύειν». Δηλαδή, ο αφηγητής ως «δεικνύων» διηγείται, παρουσιάζοντας μια εικονογραφημένη ιστορία. Επομένως, η εν γένει δημιουργία στις οπτικές αφηγήσεις εξαρτάται από τον αναγνώστη ο οποίος ανάλογα με την εμπειρία του και τα βιώματά του θα αποφασίσει ποιος «βλέπει» και ποιος «δείχνει».

Καταληκτικά: αναμφίβολα πρόκειται για ένα καινοτόμο έργο που θα χρησιμεύσει πολλαπλώς. Εμπλουτίζει την ελληνική βιβλιογραφία, για την περαιτέρω μελέτη και έρευνα των συγκεκριμένων «βουβών» αφηγήσεων και είναι πολλαπλώς χρήσιμο για τους φοιτητές/τις φοιτήτριες αλλά και για τους διδάσκοντες/τις διδάσκουσες στην ανώτατη εκπαίδευση. Και θα έλεγα ότι προπάντων είναι απαραίτητο για τους/τις εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και ιδιαίτερα για τις/τους νηπιαγωγούς, ώστε διεισδύοντας στη συλλογιστική αυτών των βιβλίων, μέσα από την ανάλυση των σύνθετων λειτουργιών τους,  να τα χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά στη διδακτική τους πρακτική, δείχνοντας στους μαθητές/στις μαθήτριές τους έναν δημιουργικό, πρωτόγνωρο και εξόχως γοητευτικό ορίζοντα με δημιουργικές δράσεις και προπάντων με δράσεις δημιουργικής γραφής. Ιδίως για την υπόθεση της δημιουργικής γραφής, οι «βουβές» αφηγήσεις μπορούν να αποτελέσουν ένα θαυμάσιο κίνητρο με καινοφανείς δράσεις καλλιέργειας του προφορικού και του γραπτού λόγου. Θα πρόσθετα, επίσης, ότι μπορούν να αποτελέσουν σε μεγάλο βαθμό και τον προθάλαμο για την ουσιαστική καλλιέργεια και ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας. Ο μαθητής/Η μαθήτρια προσπαθώντας να πλάσει τη δική του/της ιστορία, γίνεται  συνδημιουργός  και ταυτόχρονα δημιουργός, γιατί η εμπλοκή του/της με τους εικονιστικούς κώδικες των συγκεκριμένων βιβλίων του/της παρέχει τη δυνατότητα, προοδευτικά, να μυηθεί και στους αντίστοιχους λεκτικούς κώδικες της λογοτεχνίας.

(*) Ο Γιάννης Παπαδάτος είναι αν.καθηγητής ΤΕΠΑΕΣ Πανεπιστήμιο Αιγαίου

INFO

Μαριάννα Μίσιου, Βουβά κόμικς και εικονοβιβλία-Τεχνικές αφήγησης στα βιβλία χωρίς λέξεις
Καλειδοσκόπιο, 2020.

Βρες το εδώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here