«Έχει μια κλίση ο κόσμος μας» (του Νίκου Ερηνάκη)

0
293

του Νίκου Ερηνάκη

 

Στην ποίηση του Αντιόχου (Αυτός, ο κάτω ουρανός,Ίκαρος), τα δίπολα για την άρση της κρύπτης είναι δύο: μύθος/λόγος και ήθος/δαίμονας. Η μεταφυσική και η φυσική απιστία εναλλάσσονται ως αρετές που με το κάθε ξημέρωμα συγχωρούνται από τον Άλλον, ποτέ όμως από την περιπλοκότητα της εαυτότητας. Η πίστη δεν είναι θέμα ηλικίας, όπως δεν είναι εν τέλει και η λόγχη εκείνη που προκαλεί την πληγή. Ο Θεός βρίσκεται τόσο κοντά που είναι δύσκολο να τον συλλάβεις, υποκειμενικοποιείται σε τέτοιο βαθμό που η παράκληση για τη μη-επιστροφή στη μη-πίστη μετουσιώνεται σε προσευχή.

Στον Κάτω Ουρανό φανερώνεται το παιχνίδισμα της διαχωρισμένης σκέψης με τη διαχωρισμένη επιθυμία: ανάμεσα στο θέλω και το πρέπει, ανάμεσα σε εκείνον και εκείνη. Η διαπίστωση πως τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικά, αλλά δεν είναι. Όλα διαχωρίζονται, αλλά το αισθητό επιμένει ως μια ενοποιημένη αντίφαση που οδηγεί στην καθολική κατάφαση της ηδονής. Ένας αδαμάντινος διθύραμβος του κανιβαλιστικού έρωτα.

Μοιάζει να επιθυμεί να μας υπενθυμίσει πως υποφέρουμε σαν, ή ακόμα καλύτερα ως, θεοί και πως δεν υπήρχε πάντα η Ιστορία. Ημιϊστορικές αλήθειες λοιπόν, οι πιο σημαντικές, που φανερώνονται, ως συνήθως, στην έμπειρη, στοχευμένη και δημιουργική έλλειψη συνοχής. Ακολουθώντας ένα από τα πιο όμορφα χωρία της Γένεσης, θυμόμαστε τι σημαίνει να ακούς τη φωνή στον παράδεισο και να νιώθεις γυμνός, να φοβάσαι και να κρύβεσαι.

Οι πολυεπίπεδες αναφορές των ποιημάτων έχουν τη σημασία τους, αλλά κάποιες ξεχωρίζουν ορίζοντας την ποιητική κατευθυντήρια σήμανση και ο Κάτω Ουρανός επιχειρεί διαρκώς να μιλήσει με συζεύξεις και διαστάσεις τους. Δύο παραδείγματα αρκούν, από τη μια ολόκληρο το ποίημα «Οι ασυχώρετοι» και από την άλλη οι παρακάτω στίχοι από το «Το Γαλάζιο Λουλούδι»: «Ήμασταν ξαπλωμένοι·/μοσχοβολούσες νύχτα» και «Είμαστε ξαπλωμένοι·/μέσα στη νύχτα άνθισε/το γαλάζιο λουλούδι». Ο μεγάλος μυστηριώδης, ο Χαίλντερλιν, και ο μεγάλος μυστικός, ο Τσέλαν αντιστοίχως. Κοντά τους, ο έτερος μεγάλος μυστηριώδης, ο Τρακλ φανερώνεται συχνά ως λόγος: «Να πω: “δεν χάθηκα στην πετρωμένη νύχτα” κι η πόλη ολόκληρη, ένας βυθισμένος κόσμος» και, ο έτερος μεγάλος μυστικός, ο Ρίλκε φανερώνεται συχνά ως αίσθηση.

Στη νεωτερική και σύγχρονη ποίηση έχουμε διακρίνει πολλάκις avant-garde θεματολογία  και avant-garde μορφή, αλλά σπανίως διακρίνουμε avant-garde εσωτερικό ρυθμό. Τούτου δοθέντος, πέραν αυτού του τόσο ιδιαίτερου εσωτερικού ρυθμού, αν κάτι υπάρχει επίσης άφθονο στον Κάτω Ουρανό είναι το αίμα. Ένα σοφό αίμα, ορθορομβικό, ικανό να επιμένει ως ατασθαλία σε κάθε είδους υπερδομές, φανερώνοντας και ενεργοποιώντας άθελά του μια εκλεκτικού είδους κοινωνική μηχανική, μέσω της οποίας μια ποίηση φαινομενικά πλήρως υποκειμενική αλλά επί της ουσίας διυποκειμενική, υπαρξιακή και σαρκική γίνεται, σε επίπεδο ιδεών, εξεγερσιακά πολιτική.

Στα πιο ζωηρά σημεία ο ποιητικός λόγος εσκεμμένα γίνεται θνησιγενής. Ένας λόγος που εστιάζει, επίτηδες, θολωμένα στο επιμέρους για να διαυγάσει ένα απόλυτο αντικείμενο—δημιουργική καταστροφή και καταστροφική δημιουργία του γράφοντος υποκειμένου. Μια αίσθηση ετερόδοξης οικουμενικότητας σε μια ακυρίευτη, δημιουργικά θορυβοποιό φωνή που επιμένει στην άρνηση της ορατότητάς της. Μια, όχι τυχαία, τριπλή νύχτα ανάμεσα στο μεγάλο δέντρο και τις τερατώδεις ρίζες του Άλλου.

Αυτή είναι λοιπόν η δυναμική μιας τειρεσιακής τυφλότητας που εδράζεται σε μια ριζική φαντασία. Το πρωταρχικό που δεν διδάσκεται, αλλά βιώνεται. Ανάμεσα στην προ-ηδονή και τη μετα-γέννηση: εκεί όπου αποκρύπτεται το μέγα πεδίο που ο Αντιόχου, για χρόνια αυτοθυσιαζόμενος, μοναδικά φανερώνει ως μέγα παίγνιο.

 

info: Γιάννης Αντιόχου, Αυτός, ο κάτω ουρανός,Ίκαρος, σελ. 104

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here