“Αναγνωστικά” απόνερα (της Σοφίας Διονυσοπούλου)

0
317

 

 

της Σοφίας Διονυσοπούλου (*)

 

Το πρόσφατο συνέδριο του περιοδικού «Ο Αναγνώστης» τάραξε τα νερά των παρηκούντων την Ιερουσαλήμ με τη φρεσκάδα και την καλή διάθεση των διοργανωτών του αλλά και με τις ενδιαφέρουσες, κατά μεγάλο ποσοστό, τοποθετήσεις των εισηγητών. Περιστρεφόμενο ουσιαστικά γύρω από την κριτική ─παρότι τυπικά αυτή αποτελούσε ένα μόνο μέρος του─ επιχείρησε να ορίσει (αποκωδικοποιήσει;) με ουσιαστική διάθεση και ειλικρίνεια, είναι η αλήθεια, το σημερινό λογοτεχνικό τοπίο.

Προσωπικά, παρακολούθησα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις ομιλίες της Τιτίκας Δημητρούλια, του Αλέξη Ζήρα, του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη, η οποία έθεσε θαρραλέα (παραφράζω εδώ) το καίριο ζήτημα: αναζητάμε να αναδείξουμε λογοτεχνικό έργο ή λογοτέχνη. Τι ακριβώς επιδιώκει να δημιουργήσει η κριτική. Να δώσει ώθηση σε νέες μορφές έργων ή να κατασκευάσει ονόματα-εικόνες; Προεκτείνοντας ετούτη την ιδέα, θα ήθελα να προσθέσω ότι στην εποχή της εικόνας, η ίδια η αγορά του βιβλίου φαντάζει σαν γιγάντια και άναρχη  ψηφιακή μυρμηγκοφωλιά και ο κριτικός-λαγωνικό καλείται να συλλέξει τους θησαυρούς του και να γράψει γι’ αυτούς. Και γεννάται το ερώτημα: Γίνεται ο κριτικός να διαβάσει και τα 633 περίπου βιβλία της ετήσιας ποιητικής παραγωγής; Φυσικά και όχι, γίνεται όμως να ξεσκαρτάρει πάρα πολύ γρήγορα τι θα διαβάσει και τι όχι και γνωρίζει πολύ καλά (αν θέλει) να ορίζει το χρόνο του και να ταξινομεί τις προτεραιότητές του, συνεπώς και να αποφασίζει τι και για ποιους θα γράψει ή δεν θα γράψει ─ διότι κι αυτό ένα είδος έμμεσης κριτικής ενδέχεται να είναι, τουτέστιν σε αγνοώ κατά συρροή και πανηγυρικώς. Αρκεί όλα ετούτα να συμβαίνουν εκτός των εμφανέστατων παλαιών και νεότερων γκρουπούσκουλων, τα οποία θα ήταν σεβαστά και καλοδεχούμενα στη λογοτεχνική κοινότητα αν αποτελούσαν ρεύματα, εκρήξεις, αμφισβητήσεις ή οτιδήποτε άλλο αγνά και αμιγώς ποιητικό και όχι φατρίες ή στην καλύτερη περίπτωση δεκανίκια για υποστήριξη του καταρρέοντος ποιητικού τους λόγου.

Γνωρίζω πως κάποιοι συμποιητές μου και συν-κριτικοί θα ενοχληθούν από τα λεγόμενά μου, αλλά γνωρίζω επίσης ότι στην τέχνη, δίχως έκθεση ουσιαστική και ρήξη, δεν πας πουθενά. Είναι αδιανόητο να ευλογάμε τα γένια μας ή να ξιφουλκούμε με την απέναντι υποομάδα. Στην Ελλάδα γραφόταν, γράφεται και θα γράφεται καλή ποίηση, και αυτά τα περί θανάτου της λυρικής τέχνης αναμασώνται πληκτικά σε κάθε εποχή. Όσο για τις γενιές είναι συγκοινωνούντα δοχεία, δούναι και λαβείν, κύκλοι και ανανεώσεις. Καμία σχέση με ηλικίες και αλφαβητάρια, Ζ, Χ και αριθμολογίες ή με ηλικίες, αφού όλοι γνωρίζουμε ότι ένας τριαντάρης μπορεί μια χαρά να είναι σε νοοτροπία γηραιότερος έναν εβδομηντάρη. Όλοι οι ποιητές είμαστε εδώ, και οι εξηντάρηδες και οι εικοσάρηδες, εμείς  φτιάχνουμε το σημερινό τοπίο, εμείς γράφουμε για «την σήμερον ως αύριον και ως χθες» και όχι για το σήμερα. Όποιος δεν το κατανοεί αυτό θα μπορούσε να στραφεί με μεγαλύτερη ενδεχομένως επιτυχία στο μυθιστόρημα.

Κάτι άλλο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ είναι η παγκοσμιοποίηση της συζήτησης πάνω στον όρο της ΛΟΑΤΚΙ λογοτεχνίας. Δεν θα αναφερθώ καθόλου στην τεκμηριωμένη εισήγηση που έγινε στο συνέδριο γιατί θεωρώ ότι το ζήτημα είναι ούτως ή άλλως πολύ σοβαρό σε παγκόσμια κλίμακα. Ο σαρωτικός τρόπος, με τον οποίο γίνεται η διεκδίκηση των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, ενέχει την παγίδα του εγκλωβισμού των ατόμων αυτών σε μια νέου τύπου περιθωριοποίηση, την οποία θα θεωρούν κατάκτηση αλλά στην πραγματικότητα θα είναι κατασκευή του συστήματος που τα καταδιώκει. Έτσι ο ίδιος ο χαρακτηρισμός αυτής της λογοτεχνίας, με τα προνόμια που προς το παρόν μοιράζει σαν τα καθρεφτάκια στους ιθαγενείς, μελλοντικά θα αποκαλύψει το σβησμένο γέλιο του άλλου χαρακτηρισμού, «γυναικεία γραφή», ο οποίος ξεκίνησε μεν φεμινιστικά από την Ελέν Σιξού και κατέληξε στη χειρότερη περίπτωση να εκφράζει τη ροζ λογοτεχνία και στην καλύτερη μια ευαίσθητη, σκοτεινά δυσνόητη περιοχή.

Τέλος, στο συνέδριο ακούστηκε μια άποψη για τη γλώσσα στη λογοτεχνία. Η κυρία Πανταλέων κατέκρινε, μεταξύ άλλων, την κακή, αδούλευτη χρήση ή την κατάχρηση ιδιωμάτων και όχι την ύπαρξή τους. Εστιάζοντας κυρίως στα κυπριακά εξέφρασε μια άποψη τεκμηριωμένη, είτε συμφωνεί κάποιος είτε διαφωνεί. Η ανθρωποφαγία θεωρώ ότι δεν αποτελεί κανενός τύπου απάντηση. Αλλά ούτε και δήλωση: διότι σε κάποια στιγμή που ήρθε η κουβέντα στον θεατρικό λόγο υπήρξε κριτικός ο οποίος εξίσου ανθρωποφαγικά ξεστόμισε τη βαρυσήμαντη, ως προς το πρώτο σκέλος και προσβλητική ως προς το δεύτερο, ρήση: «Ο θεατρικός λόγος δεν είναι ενιαίος. Άλλος είναι στην Αγγλία. Άλλος στην Ελλάδα. Της Ελλάδας μού είναι απεχθής». Δεν θα σχολιάσω κάτι περαιτέρω. Έχω όμως μια εύλογη απορία. Πόσο γνωστό είναι πραγματικά το σύγχρονο ελληνικό θέατρο στους κριτικούς και γιατί δεν έχουν την περιέργεια να προσεγγίσουν τα κείμενά του, τη στιγμή άλλωστε που όλοι συμφωνούμε ότι τα είδη πλέον είναι ρευστά;

 

(*) Η Σοφία Διονυσοπούλου είναι ποιήτρια, σκηνοθέτης και κριτικός.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ επιστροφή στον συγγραφέα (της Χριστίνας Λιναρδάκη)
Επόμενο άρθροΚινητοποίηση για τα κεντρικά σινεμα, Κυριακή 2/4 (του Γ.Ν.Μπασκόζου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ