Ψαλμικές παραληρίες

0
171

Του Νικήτα Ζαφείρη.

Ξεχωριστή θέση στην εκκλησιαστική παράδοση κατέχει η θρησκευτική υμνογραφία, η οποία περιλαμβάνει ήδη το βιβλίο των Ψαλμών από την Παλαιά Διαθήκη, κι έπειτα ανθεί την βυζαντινή περίοδο με υμνογράφους όπως ο Ρωμανός ο Μελωδός. Παράλληλα, δίπλα στην λειτουργική ποίηση αναπτύσσεται και η ιδιωτική θρησκευτική ποίηση, είδος λογοτεχνικό που ανήκει στην λόγια βυζαντινή λογοτεχνία. Εδώ ο ποιητής καταγράφει τις προσωπικές του κυμάνσεις και χωρίς να αποκόπτεται από την παρακλητική διάσταση προς το θείο, δίνει χώρο στην ιδιωτική διάσταση, την προσωπική του ενδοχώρα.

Η Αναστασία Γκίτση, με το βιβλίο της Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών (Μπαρμπουνάκης, 2010) καταθέτει μια σύνθεση ερωτικών ψαλμών, που ακροβατούν ακριβώς ανάμεσα στο θρησκευτικό και το προσωπικό, ανατέμνουν την ίμερου επιθυμία, επιστρατεύοντας μια μορφολογία και ένα αίσθημα απεύθυνσης που παραπέμπει άμεσα στην εκκλησιαστική παράδοση. Μόνο που εδώ το Κορίτσι που προσεύχεται, ο ενδεής πιστός, δεν απευθύνεται στον άυλο Κύριο αλλά στον υλικό και γι’ αυτό σπαραχτικά ποθούμενο: τον κρύφιο εραστή.

Καθώς περιηγούμαστε στο ομώνυμο ποίημα, διαβάζουμε:

Κορίτσι των σκοτεινών δασών… δασών… σών… σών…

Θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε

στα παλιά σανίδια του μοναστηριού…

 

κι αργότερα:

                                  

Κορίτσι των σκοτεινών δασών… σών… σών…

Θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε στο πρόσωπό μου,

γιατί κρατάς ένα λευκό κερί σε τούτο το σκοτάδι;

 

H ποιήτρια λοιπόν άλλοτε επικαλείται το προσωπείο της, κι άλλοτε το φορά. Προστρέχει και συνομιλεί με την παρουσία που της διαφεύγει, το κάτοπτρο του εαυτού της. Η παρακλητική της φωνή σπάει σε συλλαβές (δασών… σών… σών) που παραπέμπουν ηχητικά στην εκκλησιαστική ευχή – «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν» – που ακούγεται κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Η γυναίκα που μιλά στα ποιήματα της συλλογής δείχνει πρόθυμη να προσφέρει τα πάντα – όπως ακριβώς συμβαίνει και με την εν λόγω ευχή: «σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα». Μόνο που ο αποδέκτης της προσφοράς είναι αμφίβολος, αδιευκρίνιστος, φευγαλέος.

Στο βιβλίο αυτό ο θείος έρως και ο κοσμικός γειτνιάζουν επικίνδυνα. Ο προσευχητής, ο εραστής γονατίζει και επικαλείται, ορθώνεται και απαιτεί. Η βιβλιογραφία των εξομολογήσεων είναι πλούσια παραδειγμάτων. Το Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών λοιπόν είναι μια διαρκής απεύθυνση στον Εαυτό και τον Άλλο. Οι λέξεις είναι θυμιάματα που αναθρώσκουν προς τον ουρανό της πίστης, προς τον πτωτικό γκρεμό των αμφιβολιών. Το Κορίτσι επιθυμεί, επιζητά, γίνεται ένα λάλον κύμβαλο της πλήρωσης.

Πανταχού παρόν είναι το σώμα. Σημειώνω χαρακτηριστικά:

«σε κάθε σου χάδι / μεριζόμουν αμερίστως», «σε υπνώδεις αγναντεύσεις της αφής / θα ‘ρθω να ξαποστάσω», «αλλά χοική απέμεινα / πλευρό ενός πλευρού / που τ’ άλλο μισό δεν βρίσκει», «αδειανό σαρκίο απόκαμε η επιθυμία μου» και το έντονο «σέρνομαι μέσα στο δέρμα μου».

Το σώμα εδώ είναι μια διαρκής οδύνη, μια αβέβαιη χώρα για την ψυχή. Σαν ένας βαρύς χιτώνας περιπλέκει τη διάθεση μιας αγνότητας που καίει, μιας πυροφλεγούς ηθικής. Το Κορίτσι ζει στα Σκοτεινά του Δάση, που είναι δάση μετέωρα – ούτε του ουρανού, ούτε της γης.

Αξιοσημείωτες είναι οι σημειώσεις τόπου στο τέλος κάθε ποιήματος. Εδώ η ποιήτρια διευκρινίζει πού έχει γραφτεί και πότε το κάθε ποίημα: Γαλλία και Besancon, Γερμανία και Bielefeld, Αυστρία και Strasbourg. Τα ονόματα των πόλεων γράφονται με ξενικά στοιχεία, όπως άλλωστε στα γαλλικά επισημαίνονται και τα κεφάλαια των τριών μερών του ομώνυμου ποιήματος – επιγράφονται με τη λέξη Chapitre I – III.

Στον ψαλμό 10 ο Δαυίδ (κι εδώ δεν είναι η στιγμή να συζητήσουμε την πατρότητα των ψαλμών) σημειώνει:  «έπί τῷ Κυρίῳ πέποιθα· πῶς ἐρεῖτε τῇ ψυχῇ μου· μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον;» Ως στρουθίο λοιπόν, ως ζώο μεταναστευτικό, το Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών περιφέρεται από πόλη σε πόλη, από οίκο σε οίκο, από ξένη σε ξένη γη, επικαλούμενη διαρκώς το αγαπημένο της πρόσωπο, εκκλησιαζόμενη ανά πάσα στιγμή στην πανταχού εκκλησία της φλέγουσας οδύνης της, της βαρυκάρδιας εμμονής της.

Η συλλογή κλείνει με ένα εκτεταμένο συνθετικό ποίημα, με τον τίτλο «Για μένα όμως δεν ρώτησες». Το ποίημα αυτό αποτελεί μια ισχυρή αντιφώνηση, μια εξόδιο διαμαρτυρία, που αντιτάσσεται στο προηγούμενο, παρακλητικό ύφος της συλλογής. Με αυτή την τελική της ποιητική σύνθεση, η ποιήτρια, ή μάλλον το Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών, εγείρεται κατά του εραστή της, διαμαρτύρεται, οργίζεται και αμαρτάνει – η ένταση την λυτρώνει πια περισσότερο από την αναμονή.

 

 

INFO: Αναστασία Γκίτση, Κορίτσι των σκοτεινών δασών, Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη, 2010.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here