«Πού απεσύρθηκε, πού εχάθηκε ο»… Σκαρίμπας; (της Κατερίνας Κωστίου)

0
305

της Κατερίνας Κωστίου

            

Σχόλια για την παράσταση «θείο τραγί» του Άρη Μπινιάρη

 Το πολυσυζητημένο και μεταιχμιακό πεζογράφημα Το θείο τραγί (1933) είναι το πρώτο έργο του Σκαρίμπα όπου είναι εμφανής η αναζήτηση ενός νέου τρόπου αφήγησης, χωρίς όμως ακόμη οι αιρετικές λογοτεχνικές συμβάσεις που θα επικρατήσουν στο μεταγενέστερο έργο του, να απαιτούν οπωσδήποτε μεγάλο βαθμό εγρήγορσης ή και συμμετοχής του αναγνώστη στην παραγωγή του νοήματος. H μοντέρνα σφραγίδα του ύφους στο έργο αυτό οφείλεται κυρίως στην ταυτότητα της περσόνας του πρωταγωνιστή και όχι στις αφηγηματικές τεχνικές του κειμένου. Προάγγελος του Μαριάμπα που πρωταγωνιστεί στο ομώνυμο μυθιστόρημα (1935), ο «κοσμογυριστής, στρατοκόπος, αλήτης» Γιάννης συνιστά ένα από τα πιο ιδιότυπα λογοτεχνικά προσωπεία της νεοελληνικής πεζογραφίας: απόγονος του Πλατωνικού Φαρμακέως, θύτης και θύμα, τιμωρός και αίρων τις αμαρτίες του κόσμου, εισβάλλει στην υπνώττουσσα αστική συνείδηση για να ανατρέψει τις καθιερωμένες αξίες και να υπονομεύσει την καθεστηκυία τάξη. Δαιμονικός και αγγελικός συγχρόνως θα αναποδογυρίσει την εικόνα του κόσμου, αποκαλύπτοντας την υποκρισία των ανθρώπινων σχέσεων, τη γελοιότητα των κοινωνικών συμβάσεων και του καθωσπρεπισμού. Έχοντας επιλέξει να ζει στο περιθώριο της κοινωνίας, ο ανένταχτος Γιάννης είναι στρατευμένος στην υπηρεσία του διαβόλου, «του αγαθού αυτού άφρονα» που «συντρέχει» τον άνθρωπο στις απολαύσεις της ζωής. Φτάνει δήθεν τυχαία μια νύχτα σε έναν πύργο, ένα αστικό πλουσιόσπιτο, στη μέση ενός κάμπου, όπου ζει η πρώην αγαπημένη του, παντρεμένη με έναν πλούσιο γαιοκτήμονα· προσλαμβάνεται σταβλάρχης στον πύργο και, σαν τον Πουκ, στο Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας, αναστατώνει τη ζωή και τις ψυχές των ανθρώπων· στο τέλος θα αποκαταστήσει μια νέα ισορροπία ανάμεσά τους, θα λύσει το πρόβλημα της ατεκνίας του ζεύγους και θα συνεχίσει την περιπλάνησή του στον κόσμο.

Η οριακά λιτή ιστορία λειτουργεί σαν πρόσχημα του συγγραφέα για να δημιουργήσει έναν ιδιότυπο μεσοπολεμικό flâneur που προαναγγέλλει, τηρουμένων των αναλογιών, τον αντισυμβατικό αλλά ασφαλώς λιγότερο πολύπλοκο αντιήρωα του αμερικανικού μπίτνικ. Μέσα από δράση απροσδόκητη και γλώσσα ειρωνική και αιχμηρή θα πλάσει έναν ύμνο στην αλήθεια της δισυπόστατης ανθρώπινης φύσης που, ιερή και βέβηλη συγχρόνως, αναδύεται πίσω από τη μάσκα του αστικού κονφορμισμού. Το θείο τραγί είναι ένα αφήγημα που προσφέρεται για δραματοποίηση, με την έννοια ότι η γραμμικότητα της αφήγησης και η ενότητα χώρου και χρόνου, και άρα η κανονικότητα της πλοκής διασφαλίζουν την άμεση πρόσληψή του ως ιστορίας αλλά και ως λόγου. Η δυσκολία του έγκειται στην πρόσληψη και ερμηνεία της ταυτότητας του πρωταγωνιστή, ο οποίος, πρωτεϊκός και πολυπρόσωπος, συμβάλλει στη δημιουργία ενός μοντέρνου αφηγήματος, που υπονομεύει την ερμηνευτική ετοιμότητα του αναγνώστη. Αυτή η διάσταση του έργου ήταν φανερή στη διασκευή του έργου από τον Άρη Μπινιάρη σε μια επιτυχημένη σειρά παραστάσεων στο BIOS από το 2011, στο επετειακό έτος 2014 (30 χρόνια από τον θάνατο του Σκαρίμπα) και έκτοτε σε διαφορετικές στιγμές, έως πρόσφατα, αφού, όπως δήλωσε σε συνέντευξή του ο εμπνευστής της πρόκειται για «μια σχέση σε εξέλιξη», που αλλάζει ακολουθώντας τις αλλαγές της κοινωνίας.[1]

Όπως παρατηρούσα για την παράσταση που είδα και ξαναείδα (και μόνη μου και με φοιτητές μου) τα πρώτα χρόνια της «σχέσης» αυτής, η υβριδική μεταποίηση του κειμένου ανέδειξε την πολιτική διάσταση του έργου. Αξιοποιώντας τον ρυθμό της πρόζας του Σκαρίμπα μέσα από έναν παθιασμένο μονόλογο, που άλλοτε κορυφωνόταν σε καταγγελία και άλλοτε σε διονυσιασμό, ο Μπινιάρης διασκεύασε το σκαριμπικό κείμενο επιλέγοντας τα στοιχεία εκείνα που συνέχουν την ιστορία και την πλοκή της. Η ηλεκτρισμένη ροκ ζωντανή μουσική, είχε αναδείξει τον χοϊκό, διονυσιακό, σκωπτικό και παράφορο λόγο του Σκαρίμπα, επιβάλλοντας τον ίδιο ρυθμό του και απαιτώντας από τον θεατή απόλυτη εγρήγορση για να μετέχει της ταραγμένης ατμόσφαιρας που δημιουργούσε η μπάντα με τα riffs στη διαπασών, η απαγγελία των χορικών, το «ανήσυχο» σκαριμπικό ιδιόλεκτο. Μια ατμόσφαιρα συμβατή με τη διονυσιακή, πυρετώδη, εξπρεσιονιστική, αναρχική περσόνα του πρωταγωνιστή που βρίσκεται στους αντίποδες των ήσυχων, τακτοποιημένων, καθωσπρέπει κατοίκων του πύργου, του ανδρόγυνου και των υπηρετών του. Ασφαλώς ήταν μια δημιουργική μετάφραση του λογοτεχνικού κειμένου, με στόχο όχι μόνο τη μουσική μεταποίησή του, αλλά και τη συγκεκριμένη ερμηνεία του ως αναρχικού/επαναστατικού ύμνου στην αντιφατικότητα της ανθρώπινης φύσης και ως πολιτικού κειμένου που εκβάλλει στα σύγχρονα προβλήματα (ευγονική, ολοκληρωτισμός, βιοπολιτική κτλ.). Για τον λόγο αυτό ο Μπινιάρης διαχειρίστηκε με ελευθερία το πρωτότυπο, υποβαθμίζοντας τους λυρικούς θύλακες του έργου, παραλείποντας μεγάλο μέρος του κειμένου και αλλάζοντας κάποτε ατάκες προς τη δική του ερμηνευτική στόχευση. Το θείο τραγί, το «εξαίσιο τέρας» κατά τον παράδοξο λόγο του μεγάλου μαιτρ της ειρωνείας Γιάννη Σκαρίμπα, θα γίνει ο σπόρος όχι μόνο της ζωής για την εφησυχασμένη ανθρώπινη κοινότητα του πύργου, αλλά και της αλήθειας για την καλοκαθισμένη συνείδηση του αναγνώστη.

Ξαναείδα την παράσταση όπως αναδιαμορφώθηκε πρόσφατα. Δύο βασικές καινούργιες προσθήκες, που αφορούν το μουσικό σώμα και τα video της παράστασης, οδηγούν σε μια νέα αισθητική, σε ένα νέο έργο. Όπως εξηγεί ο Μπινιάρης «στη μουσική που έχουν συνθέσει και εκτελούν ζωντανά εδώ και χρόνια οι Πάνος Σαρδέλης (τύμπανα) και Βίκτωρας Κουλουμπής (μπάσο) έρχεται ο Joseph Mouzakitis (ATH KIDS) να προσθέσει νέους ηλεκτρονικούς ήχους. Η δεύτερη καινούργια προσθήκη είναι τα video της παράστασης, που αυτήν τη φορά τα έχει αναλάβει ο KELLOGGS».

Αντικαθιστώντας τις κιθάρες και τα ντραμς με έναν DJ, το νέο εγχείρημα προσπαθεί να συνταιριάσει τα beat με τον “βρόμικο” ήχο,  συνδυασμό για τον οποίο ο εμπνευστής του παρατηρεί:

Ο ήχος της παράστασης παραμένει ακατέργαστος και διατηρεί τα ηλεκτρικά χαρακτηριστικά του. Οι ήχοι που φέρνει ο Joseph εντείνουν περαιτέρω το “σκοτεινό κλίμα”, ενώ προσφέρουν ατμόσφαιρες πιο απόκοσμες. Οι εικόνες του KELLOGGS, όπως και οι προηγούμενες εικόνες που είχαμε, λειτουργούν περισσότερο συνειρμικά. Σαν ένα αισθητικό τοπίο που λειτουργεί παράλληλα με τη ροή της ιστορίας. Το πολιτικό σχόλιο, που υπάρχει ούτως ή άλλως στο κείμενο του Σκαρίμπα, ενισχύεται περισσότερο με τα εμβόλιμα “τραγούδια” σε στιχοπλοκή δική μου, αφού πρώτα άντλησα υλικό από το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής κατά την οποία γράφτηκε το μυθιστόρημα. 

Η νέα παράσταση ντύθηκε καινούργια ρούχα έτσι ώστε, κατά τη δήλωση του Μπινιάρη, το θείο τραγί να αφηγηθεί ξανά την ιστορία του σε μια εποχή που ενισχύθηκε ο υφέρπων συντηρητισμός που προϋπήρχε ύστερα από δύο και πλέον χρόνια πανδημίας. Ασφαλώς η πρόσληψη ενός λογοτεχνικού έργου και η μετάφρασή του σε έναν άλλο εκφραστικό κώδικα είναι μια δημιουργική διαδικασία που μπορεί να καταλήξει σε καλλιτεχνικό αποτέλεσμα απομακρυσμένο από το πρωτότυπο. Αλλά μιας και πρόκειται για μια πολυσυζητημένη παράσταση και, παράλληλα, διαπιστώνω πως στο academia.edu το άρθρο μου για την αρχική παράσταση[2] διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών/θεατών, θεώρησα σκόπιμο να καταθέσω τους προβληματισμούς μου για την καινούργια διασκευή.

Φαίνεται πως η εξέλιξη μιας σχέσης δεν σημαίνει πάντα και βαθύτερη γνωριμία. Φανερώνει όμως μια δυναμική, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως μερικές φορές συνέβη και με τις δεύτερες γραφές του Σκαρίμπα, η ύστερη απόπειρα του κ. Μπινιάρη δεν έγινε προς όφελος του έργου —της παράστασης που φέρει το όνομα «θείο τραγί» και άρα ανασύρει αυτόματα το σκαριμπικό έργο. Το πρώτο που χάθηκε είναι ακριβώς αυτό που συνιστά τη μία από τις δύο μεγάλες αρετές του έργου του Σκαρίμπα: η ιδιοπροσωπία του κεντρικού ήρωα—του θείου τραγιού—έτσι όπως τον σκιαγράφησα παραπάνω. Οι επιδέξιοι μετατονισμοί του Μπινιάρη στην αρχική παράσταση έδωσαν τη θέση τους σε μια μανιέρα, επιτυχημένη αλλά μονόχορδη, που αντί να ανεβοκατεβάζει τον τόνο από το θείο στο ανόσιο, έδωσε στον πρωταγωνιστή ένα επίχρισμα εμμονικής συμπεριφοράς, που ώρες ώρες άγγιζε τα όρια της καρικατούρας.

Σε συνδυασμό με κάποιο τεχνικό πρόβλημα που δεν επέτρεπε να ακούγεται καθαρά ο λόγος, καθώς τον υπερκάλυπτε η ένταση της μουσικής, η συγκεκριμένη επιλογή αποσπασμάτων του κειμένου αφυδάτωσε τη δεύτερη σημαντική αρετή του έργου, τη γλώσσα, που συνιστά και την πραγματική πρωταγωνίστρια στο συγκεκριμένο έργο. Αντ’ αυτού υπερτονίστηκε εκείνο το στοιχείο του που δεν έχει παρά μόνο προσχηματική λειτουργία: μια ταξική ερωτική ιστορία εκδίκησης. Έτσι έμειναν ανεκμετάλλευτες σκηνές του έργου που συμβάλλουν στη συγκρότηση της ιδιοπροσωπίας αυτού του μοναδικού στη λογοτεχνική πινακοθήκη χαρακτήρα.

Επιπλέον, η πλαισίωση του έργου με την αισθητική (και άρα το ήθος) του urban culture έδωσε τη χαριστική βολή στον οικουμενικό flâneur μετατρέποντας τη συμπαντική, λεπτουργικά συνθεμένη και γι’ αυτό νηφάλια, επαναστατική υφή του σε φρενήρη, χαοτική ανάγκη εξέγερσης, που συρρικνώνεται ως προς την ιστορία στην εκδίκηση και ως προς τις συμβολικές προεκτάσεις της στην τεχνητή νοημοσύνη. Η δήλωση, άλλωστε, του DJ της παράστασης Joseph Mouzakitis είναι αποκαλυπτική:

Παρατηρώντας το έργο και βλέποντας τον Άρη να το δουλεύει, μπήκα πολύ γρήγορα στο νόημα και πιστεύω ότι έδεσε το όλο εγχείρημα. Αυτό που πρόσθεσα στην παράσταση είναι επιπλέον χάος και συναίσθημα μέσω πρόσθετων κομματιών και ήχων πάνω από τα live όργανα, δημιουργώντας μια διαφορετική ατμόσφαιρα.

Μόνο που το έργο του Σκαρίμπα απαιτεί ανάγνωση «αργής ωρίμανσης», αλλιώς διαφεύγει. Το ίδιο συμβαίνει και με τις εικόνες του KELLOGGS, που δεν λειτουργούν «παράλληλα με τη ροή της ιστορίας», αλλά, πληθωρικές και πληθωριστικές, επιτείνουν το χάος που επιδίωξε ο DJ και αναδεικνύουν ναρκισσιστικά «τη στιχοπλοκή» του κ. Μπινιάρη, η οποία, παρά τις δηλώσεις του «δεν αντλεί από την εποχή και το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον του Σκαρίμπα», αλλά από το χαοτικό παρόν μας, όπως επισημαίνει και ο KELLOGGS:

Τα βίντεο που έχω φτιάξει απεικονίζουν τους δρόμους της Αθήνας, τις “άπλυτες” γειτονιές, το urban culture, σε συνδυασμό με καλλιτεχνικές επεμβάσεις (κολάζ, film photography και σκίτσα), με σκοπό η απλυσιά να σπάσει με λίγο άρωμα. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μεταμοντέρνα εποχή μας, περισσότερο από άλλες εποχές, έχει την ελευθερία να αλέθει οποιοδήποτε υλικό για να φτιάξει ένα καινούργιο έργο, ιδίως όταν μεταφράζει ένα λογοτεχνικό έργο σε μια άλλη γλώσσα. Και είναι γνωστό ότι το θείο τραγί είναι ένας πολύσημος ανοικτός κώδικας, δεκτικός πολλαπλών αναγνώσεων. Πολύ καλά έκανε ο Μπινιάρης και έφτιαξε μια πανκ παράσταση το 2011, την οποία εμπλούτισε, και ανασυγκρότησε πρόσφατα∙ όμως υπερέβαλε σε τέτοιο βαθμό, ώστε η χαοτική επένδυση με μουσική και video καταπλάκωσαν το έργο του Σκαρίμπα, μετατρέποντάς το σε «εναρκτήριο λάκτισμα» και μάλιστα λειτουργικό μόνο σε επίπεδο προσωπικό, καθώς συνιστά μόνον την αφορμή της έμπνευσης του Μπινιάρη και παραμένει κλειδωμένο για τον θεατή. Και δεν θα είχα κανένα δίκιο σε όλα τα παραπάνω αν το έργο δεν είχε τίτλο «θείο τραγί», που σημαίνει Σκαρίμπας∙ και, πολύ περισσότερο, αν δεν διάβαζα δηλώσεις από τους συντελεστές του έργου όπως η παρακάτω:

Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση στο έργο είναι ότι ενώ είναι στην καθαρεύουσα και διαδραματίζεται σε μια άλλη εποχή, μιλώντας από την πλευρά ενός σάτυρου, που τον υποδύεται ο Άρης με πολύ πάθος, είναι ταυτόχρονα το ίδιο σκοτεινό αλλά και ευχάριστο.

Ποια καθαρεύουσα και ποιος σάτυρος ; Η μόνη χρήση καθαρεύουσας στο έργο γίνεται για λόγους ειρωνείας και, παρομοίως, με στόχευση ανατρεπτική σε μια υπερρεαλιστικής υφής παράγραφο, γραμμένη δύο χρόνια πριν από την Υψικάμινο του Εμπειρίκου. Όλο το έργο είναι γραμμένο στην παλλόμενη και τολμηρή δημοτική του Σκαρίμπα. Όσο για τον σάτυρο καλύπτει μόνο μία πλευρά του σύνθετου κεντρικού χαρακτήρα. Και ποιο «θείο τραγί»; θα πρόσθετα. Ό,τι απέμεινε από το θεϊκό ξάφνιασμα που μας χαρίζει το κείμενο του 1933 στην πρόσφατη παράσταση είναι μόνο ένας έξαλλος, εξαγριωμένος τράγος.

Όθεν, όσοι αγαπάμε τον Σκαρίμπα, δικαίως «μείναμε με ένα μπα», παρά τα δυνατά χειροκροτήματα των θεατών και του Τύπου.

 

 

[1] Οι πληροφορίες για την παράσταση και τις απόψεις των συντελεστών της αντλούνται από τo άρθρο του Μ. Hulot, Το «Θείο Τραγί» επιστρέφει ανανεωμένο, δέκα χρόνια μετά, στη σκηνή του Bios», Lifo, 1.4.22.

https://www.lifo.gr/culture/theatro/theio-tragi-epistrefei-ananeomeno-deka-hronia-meta-sti-skini-toy-bios (πρόσβαση 6/5/2-23)

 

[2] https://www.academia.edu/14337795

Προηγούμενο άρθρο“Covered in Brilliance: Bestseller Book Covers Remake”
Επόμενο άρθροΓια τον Λευτέρη Ξανθόπουλο – μνήμη θερμή (της Έφης Κατσουρού)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ