Πόσο εύκολα σπάνε τα ταμπού; (της Σταυρούλας Τσούπρου)

0
277

της Σταυρούλας Τσούπρου

Στο θεμελιώδους σημασίας βιβλίο του Γραμματική τής φαντασίας. Εισαγωγή στην τέχνη να επινοείς ιστορίες (Μεταίχμιο, 2001), ο μέγας Τζάνι Ροντάρι (1920-1980) ξεκινούσε το κεφάλαιο «Ιστορίες «ταμπού»» με την ακόλουθη παράγραφο: «Θα ονομάσω «ταμπού» μια ορισμένη ομάδα ιστοριών τις οποίες θεωρώ χρήσιμο να λέω στα παιδιά, αλλά που μπροστά τους πολλοί θα στραβώσουν τη μύτη τους. Αντιπροσωπεύουν μια προσπάθεια να συζητήσουμε με το παιδί για θέματα που το ενδιαφέρουν, αλλά η παραδοσιακή διαπαιδαγώγηση τις τοποθετεί συνήθως ανάμεσα στα πράγματα «για τα οποία δεν είναι καλό να μιλάμε»: τις σωματικές λειτουργίες του, τις σεξουαλικές περιέργειές του. Εννοείται ότι ο ορισμός «ταμπού» είναι επικριτικός και ότι κάνω επίκληση στο σπάσιμο του «ταμπού»». Στην συνέχεια, ο συγγραφέας αναρωτιόταν πόσοι δάσκαλοι (και δασκάλες) «θα αναγνωρίσουν στους μαθητές τους την ελευθερία να γράψουν, αν υπάρχει ανάγκη, τη λέξη «σκατά»;», ενώ ορθότατα επεσήμαινε ότι τα λαϊκά παραμύθια «είναι ολύμπια ξένα προς κάθε υποκρισία. Στην αφηγηματική τους ελευθερία, δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν αυτό που ονομάζεται «περιττωματική αργκό», να προκαλέσουν το επονομαζόμενο «άσεμνο» γέλιο […]».

Σε ό,τι αφορά τα καθ’ ημάς, επί παραδείγματι, θα παρέπεμπα σχετικά (πέραν του πλήθους των αντίστοιχων συλλογών και των σχετικών μελετών) στην απίστευτα απολαυστική μικρή Ανθολογία τού Θωμά Κοροβίνη Βωμολοχικές – Σκανδαλιστικές Ελληνικές Παροιμίες (Άγρα, 1998), αλλά και στην πολύ ενδιαφέρουσα έκδοση/ συμβολή τού γιατρού Γεράσιμου Α. Ρηγάτου (μεταξύ και αρκετών άλλων παρόμοιων του ιδίου) με τον τίτλο Γυάλινος πύργος, τρίχινος φράχτης. Τι είναι; – Το σώμα και οι λειτουργίες του στα νεοελληνικά αινίγματα (Βήτα, 2003). Εκεί και, συγκεκριμένα, στις Ενότητες «Εσωτερικά όργανα» και, κυρίως,  «Λειτουργίες τού σώματος – Φυσιολογία», συγκεντρώνονται αντιπροσωπευτικά αινίγματα συνοδευόμενα από (ερμηνευτικά) Σχόλια, όπου διαβάζουμε, λόγου χάριν, ότι η αναφορά στον πρωκτό είναι συχνή και δεν δημιουργεί ταμπού, όπως και ότι «τα αέρια του εντέρου αποτελούν ένα από τα προσφιλή θέματα αινιγμάτων».

Εάν, παραμένοντας στην ίδια θεματική, μεταβούμε στον χώρο τής λογοτεχνίας (τής απευθυνόμενης, όμως, στους ενηλίκους), θα διαπιστώσουμε ότι ο σχετικός όρος «σκατολογία […] χρησιμοποιείται περιστασιακά για την πρόστυχη και αισχρή λογοτεχνία», ενώ το λήμμα (δείτε στο J. A. Cuddon, Λεξικό λογοτεχνικών όρων και θεωρίας λογοτεχνίας) μάς παραπέμπει και στους όρους «χαμηλή κωμωδία» και «πορνογραφία». Σε αυτόν τον δεύτερο εντοπίζουμε την ακόλουθη αναφορά: «Ένας ελάσσων και αθώος κλάδος τής πορνογραφίας (ή ίσως πιο σωστά τής σκατολογίας) είναι οι πρόστυχες μπαλάντες τής προφορικής παράδοσης […] Μερικές από αυτές δεν έχουν καθόλου πνεύμα, όπως έχει παρατηρηθεί αλλά ορισμένες διαθέτουν πρωτοτυπία και ωραίο ύφος […]». Όσο για την «χαμηλή κωμωδία», αυτή προσδιορίζεται ως «χονδροειδής (συχνά χυδαίος) τύπος κωμωδίας, που μερικές φορές χρησιμοποιείται ως κωμική εκτόνωση. Η ευθυμία που προκαλεί πηγάζει περισσότερο από την κοιλιά και λιγότερο από το μυαλό». Με τα προπαρατεθέντα θα συμφωνούσε ασφαλώς και ο Luigi Pirandello, ο οποίος, στο εκτενές (φιλοσοφικό) δοκίμιό του Η Αισθητική τού Χιούμορ (Πολύτροπον, 2005) εξαιρεί, επί παραδείγματι, τον Αριστοφάνη από τους «χιουμοριστές», με την πιο ειδική έννοια του όρου, διότι «μερικές από τις κωμωδίες του μοιάζουν με παραμύθια» ή διότι «πρόκειται για τις αλληγορικές εικόνες ενός φανταστικού δράματος, στο οποίο η φάρσα γίνεται υπέρμετρη και σκληρή σάτιρα. Τα έργα τού Αριστοφάνη διέπονται πάντα από ένα ηθικό δίδαγμα. Οι κόσμοι του δεν συγκαταλέγονται σε αυτούς τής γνήσιας φαντασίας. Αποφεύγει την αληθοφάνεια, επειδή αναφέρεται σε αληθινά πρόσωπα και καταστάσεις […] και δεν δημιουργεί πλασματικές πραγματικότητες, όπως κάνει για παράδειγμα ο Swift».

Από την άλλη, βέβαια, η περίπτωση του Αριστοφάνη, που στα έργα του συνδύαζε την αθυροστομία και τις γελοίες καταστάσεις τής χαμηλής κωμωδίας με την σοβαρή σάτιρα των ηθών, χρησίμευσε και χρησιμεύει ως δομική βάση για μία σειρά αναγνωσμάτων που απευθύνονται σε παιδιά και νέους και στα οποία η καταγγελία των κακώς κειμένων, αν και κρυμμένη κάτω από τα αστεία ή και τις φάρσες ακόμα, διακρίνεται με σαφήνεια, όπως, άλλωστε, και η συνεπακόλουθη απαίτηση για διόρθωση και αποκατάσταση του δικαίου. Ανάμεσα στα παραπάνω συγκαταλέγεται, επί παραδείγματι, και η πενταλογία (μέχρι στιγμής, αν δεν κάνω λάθος) με ήρωα τον Δόκτορα Πορδαλό (Doktor Proktor), δημιούργημα του, περίφημου διεθνώς, Νορβηγού συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Jo Nesbo. Τα τέσσερα πρώτα βιβλία τής Σειράς (η οποία ξεκινά με το, εξαντλημένο προσώρας, Η περίφημη πορδαλόσκονη) γράφτηκαν/ εκδόθηκαν στο διάστημα 2007-2012 και όλα μεταφράστηκαν πολύ γρήγορα και στα ελληνικά. Σε αυτά προστέθηκε αργότερα και το Η συνωμοσία των Χριστουγέννων (2017), η υπόθεση του οποίου στρέφεται γύρω από την πώληση “όλων των δικαιωμάτων” των Χριστουγέννων από τον ανίκανο βασιλιά τής κοντινότερης στον Βόρειο Πόλο χώρας/ πατρίδας των ηρώων, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, δεν ήταν καν σίγουρος ότι του ανήκαν, σε έναν δόλιο ιδιοκτήτη πολυκαταστημάτων, ο οποίος και επέβαλε μια υπέρογκη “ελάχιστη κατανάλωση” στους πελάτες των καταστημάτων του, προκειμένου οι οικογένειές τους να μπορέσουν να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα. Πόσους και ποιους κώδωνες κρούει, λοιπόν, με τα παραπάνω ο, “αθυρόστομος” και στα στοχεύοντα στο νεανικό κοινό βιβλία του, δημιουργός τού ντετέκτιβ Χάρυ Χόλε;

Εάν επιστρέψουμε, μάλιστα, στην Γραμματική τής φαντασίας τού Τζάνι Ροντάρι, θα διαπιστώσουμε και μια πολύ ενδιαφέρουσα χρονολογική σύμπτωση. «Ένα πρωί στην εξοχή», έγραφε ο ιδιοφυής Ιταλός, «με μια ομάδα παιδιών […] επινοήσαμε ένα ολόκληρο περιττωματικό μυθιστόρημα, το οποίο διήρκεσε κάνα δυο ώρες και είχε εκπληκτική επιτυχία. […] Αν κάποτε γράψω αυτήν την ιστορία [σημειωτέον, δεν πρόκειται για ετούτη τού Nesbo], θα παραδώσω το χειρόγραφο σε συμβολαιογράφο, με την εντολή να το δημοσιεύσει γύρω στο 2017 [!], όταν η έννοια του «κακόγουστου» θα έχει υποστεί την αναγκαία και αναπόφευκτη εξέλιξη. Εκείνη την εποχή θα φαίνεται «κακόγουστο» να εκμεταλλεύεσαι τη δουλειά των άλλων και να βάζεις στη φυλακή αθώους και παιδιά· αντίθετα, θα είμαστε κύριοι να επινοούμε πραγματικά παιδαγωγικές ιστορίες και με τα «κακά»».

Δυστυχώς, τα μόλις προηγηθέντα σχόλια τού Τζάνι Ροντάρι, ιδωμένα υπό το πρίσμα του 2021 (ούτε καν του 2017), ακούγονται, στο μεγαλύτερο μέρος τους, κωμικοτραγικά. Βιάστηκε πάρα πολύ ο σπουδαίος Ιταλός και, παρασυρμένος από την έμφυτη, όσο και αναγκαία, βέβαια, όταν ασχολείσαι με παιδιά, αισιοδοξία του, τοποθέτησε την Εδέμ που περιγράφει σε ένα μέλλον ιλιγγιωδώς κοντινό. Τα ταμπού, παρόμοια όπως και τα κακώς κείμενα, αποτινάσσονται/ αποκαθίστανται πολύ πολύ δύσκολα και πολύ πολύ αργά· ίσως και ποτέ, τελικά.

Τα βιβλία του Δόκτορα Πορδαλού εδώ 

 

 

 

 

 

Τζάνι Ροντάρι, Γραμματική τής φαντασίας. Εισαγωγή στην τέχνη να επινοείς ιστορίες (Μεταίχμιο, 2001

Βρες το εδώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here