Πόσο αξίζει το ρεπορτάζ βιβλίου; (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

1
754

 

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

 

Με την Όλγα Σελλά πορευτήκαμε μαζί στο ρεπορτάζ του βιβλίου. Δεν μπορώ να δω το βιβλίο της έξω από τη δική μου συμπόρευση σε μέρη, βιβλιοπωλεία, εκθέσεις, αγορές, συναντήσεις με συγγραφείς, βραδινά γεύματα και αρκετό ποδαρόδρομο. Το «Πόσες λέξεις;» είναι ένα υβριδικό βιβλίο:  πολιτιστικός απολογισμός μιας εικοσαετίας στο ρεπορτάζ του βιβλίου και λιγότερο στο θέατρο, προσωπικός απολογισμός μιας δημοσιογραφικής καριέρας και παράλληλα  απολογισμός μιας εποχής. Είναι ένα βιβλίο μαθητείας σε ένα επάγγελμα δύσκολο, στριφνό, ανταγωνιστικό, υποτιμημένο, με εφήμερη δόξα αλλά με περισσή προσφορά γνώσης και εμπειρίας.

Τι σημαίνει μαθητεία; Να αρχίζεις από μικρά κείμενα ανυπόγραφα (Οι παλιοί σε βάζανε να γράφεις τα φαρμακεία και μετά το πρόγραμμα της τηλεόρασης). Αργότερα να κάνεις ένα μικρό ρεπορτάζ, ίσα με 100 λέξεις ανυπόγραφο. Αργότερα 200 λέξεις. Να καίγεσαι να δεις την υπογραφή σου και να μην μπαίνει. Να έχεις έναν αρχισυντάκτη- παλιοσειρά και να σου σημειώνει «…μη βάζεις επίθετα.. μη σχολιάζεις μια απλή είδηση κλπ..». Και ξαφνικά μια μέρα να σου ρίχνει μια κλωτσιά και να σου λέει «κολύμπα τώρα μόνος/η σου». Και μαθαίνεις να κολυμπάς. Άτσαλα στην αρχή μέχρι να  αρχίσεις να ελέγχεις την αναπνοή σου. Και μετά μαθαίνεις τις σωστές απλωτές, το ύπτιο κλπ. Μπορεί στο τέλος να κάνεις μακροβούτια και άλλα κόλπα…Κάπως έτσι γίνεσαι δημοσιογράφος- ρεπόρτερ.

Η Ο.Σ. έκανε ρεπορτάζ βιβλίου την καλή εποχή, όταν ο Βουκελάτος τσακωνόταν με την Βελισσάρη του ΕΚΕΒΙ πόσα ήταν τα βιβλία που εκδόθηκαν, ο Βενιζέλος έστελνε καραβιές δημοσιογράφων και συγγραφέων στα διεθνή Φεστιβάλ Βιβλίου,  οι εκδότες έβαζαν διαφημίσεις κατά δεκάδες σε όλα τα έντυπα και παράλληλα διαγκωνίζονταν ποιος θα ξεπεράσει τους 365 τίτλους το χρόνο ώστε κάθε ημέρα ένα καινούργιο βιβλίο τους να δεσπόζει στους πάγκους των βιβλιοπωλείων.  Η εποχή που τα ροζ μυθιστορήματα βαφτίστηκαν λογοτεχνία και τα αστυνομικά έκαναν δυναμικό καμ μπακ. Υπήρχε υλικό πολύ για θέματα, ρεπορτάζ, επόμενες κινήσεις. Οι εφημερίδες αναγκάστηκαν να  έχουν ένθετα βιβλίων και να κυνηγούν πρωτιές. Μέχρι που ήρθε η κρίση…

Η Όλγα καταγράφει το πέρασμα στη νέα εποχή. Πρώτο πλήγμα η ύφεση και παράλληλα ένα νέο ανταγωνιστικό πεδίο, το διαδίκτυο. Αλλάζουν οι προτεραιότητες, οι ρεπόρτερ βιβλίου χάνουν  την όποια αίγλη τους, οι εφημερίδες αδυνατούν σε πρώτη φάση (ίσως ακόμα και σήμερα δεν έχουν βρει άκρη) να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση. Το 2009 ήταν η κορύφωση της ευημερίας της αγοράς του βιβλίου. Έκτοτε όλοι οι αριθμοί (τίτλοι, τζίροι, διαφημίσεις) πήραν την κατιούσα. Και οι αναγνώστες επηρεάστηκαν.…Εξάλλου η ιλιγγιώδης αύξηση των αριθμών από τους 2.000 τίτλους των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης στους 10.000 τίτλους το 2008 δεν έφερε καινούργιους αναγνώστες, εκτός ίσως κάποιους περαστικούς που γοητεύτηκαν από τα ευπώλητα.

Σήμερα για τα βιβλία γράφουν οι πάντες σε μπλογκ και site, με προσωπικά κριτήρια, δικά τους γούστα, απόλυτες απόψεις. Είναι οι ίδιοι αφεντικά των κειμένων τους χωρίς να λογοδοτούν σε κανέναν πάρα μόνον στον φίλο που τους κάνει λάικ. Ο δημοσιογράφος βιβλίου δεν ήταν ποτέ μόνος, είχε δίπλα του ασφαλιστικές δικλείδες:  τους συναδέλφους τού ρεπορτάζ, τους απέναντι στο γραφείο του, τον αρχισυντάκτη του. Υπήρχαν φίλτρα που προστάτευαν το γραπτό του άλλα και τον ίδιο. Ακόμα και μια μικρή αυτολογοκρισία, όπως την υπαινίσσεται η Όλγα, μερικές φορές μπορεί να ήταν καλύτερη από μια λεκτική ή θεματική «ακροβασία». Η είσοδος της διαδικτυακής δημοσιογραφίας και της δημοσιογραφίας των free press επηρέασε, όπως σωστά σημειώνει η Σελλά, τη γραφή και των δημοσιογράφων των εφημερίδων. Τα θέματα έγιναν ανάλαφρα (πιο pop! ), οι κρίσεις εγκαταλείφθηκαν, τα πρόσωπα αντικατέστησαν τα θέματα, οι  συνεντεύξεις τα ρεπορτάζ και οι φωτογραφίες  σε μεγάλο βαθμό τις λέξεις. Σιγά – σιγά οι εφημερίδες έφυγαν από τους εφημεριδάδες ιδιοκτήτες και πέρασαν σε επιχειρηματίες. Θυμάμαι έντονα τον Χρήστο Λαμπράκη να λέει «φωνάξτε τον συνάδελφο τάδε….» κάτι που οι νεότεροι δεν θα ξανακούσουν. Σήμερα είναι όλοι (με εξαιρέσεις ελάχιστες) απλώς υπάλληλοι.

Η Σελλά καταγράφει και ένα ακόμα σημάδι αλλαγής, αυτό της διχαστικής λαίλαπας που για μια πενταετία διεμβόλισε όλους τους κοινωνικούς χώρους, ακόμα και αυτόν των τεχνών. Με φανερά σημάδια και ανάμεσα στους συναδέλφους της ίδιας της εφημερίδας ακόμα και ανάμεσα σε φίλους. Σημάδια που σέρνονται ακόμα στο χώρο…

Η Όλγα είχε την τύχη να γνωρίσει και να κάνει παρέα με σημαντικούς διανοούμενους όπως τον Άγγελο Ελεφάντη, τον Ανταίο Χρυσοστομίδη και τον Χρήστο Παπουτσάκη που την τίμησαν με τη φιλία τους και αυτή με τον σεβασμό της. Παρέες που πέρα από την εμπειρία τους μετάγγιζαν  ήθος, ακόμα και στις πιο απαιτητικές ή παράλογες σκέψεις τους.

Και κάτι για τον τίτλο «Πόσες λέξεις;» Δεν υπήρχε μεγαλύτερη εμπειρία από τον περιορισμό των λέξεων που σε υποχρέωνε η σελιδοποίηση της εφημερίδας. Μάθαινες να είσαι συνεκτικός, να πετάς τις περιττές λέξεις, να είσαι εύστοχος στις εκφράσεις σου και απόλυτα κατανοητός.

Σήμερα είμαστε κάπου αλλού. Και τα μέσα και οι δημοσιογράφοι. Μελαγχολική η παρατήρηση της συναδέλφου Ρούλας Γεωργακοπούλου που προλογίζει το βιβλίο «Ήταν μια δουλειά ντελιριακή, που όμως πάταγε στην τετράγωνη λογική και στην ευθύνη». Ελπίζω κάτι να μείνει από όλες αυτές τις αλλαγές για να μην πούμε και εμείς όπως η Λούλα Αναγνωστάκη στην ερώτηση της Σελλά – Τι σας λείπει;  – Δεν μου λείπει τίποτα. Απλώς μου λείπουν όλα.

 

(841 λέξεις- μήπως είναι πολλές;)

 

Info:  Όλγα Σελλά, Πόσες λέξεις; ένα πολιτιστικό μετά-ρεπορτάζ, Στερέωμα

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Ανυπομονώ να διαβάσω το βιβλίο, κρατάω τη μελαγχολία στην οποία καταλήγει το κείμενο, τον κατακερματισμό πλέον στον χώρο ενημέρωσης του βιβλίου, ελπίζω σύντομα να ξεκαθαρίσει το τοπίο, οι μόδες στην ενημέρωση πάντα θα πηγαινοέρχονται είτε πρόκειται για τα παλιότερα έντυπα είτε για τα σημερινά ηλεκτρονικά, μένει να βρούμε τους τρόπους να αυξήσουμε πραγματικά τους αναγνώστες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here