«Πώς μπορεί ν’ αλλάξει αυτός ο κόσμος;» (της Ζωής Σαμαρά)

0
977
Το επιβλητικό κτήριο του Σχολείου που ανήγειρε το 1939 η Ομόνοια Απεριτών Αμερικής

 

της Ζωής Σαμαρά

 

Μάλλον πρέπει να είσαι ειδικός της Πληροφορικής και των Τηλεπικοινωνιών για να συλλάβεις το νόημα του εναγκαλισμού της ποίησης και των κυμάτων. Το βλέμμα σου πάει σε βάθος και περιμένει την πρώτη στιγμή της Δημιουργίας να αναδυθεί ξανά. Μια δημιουργία, ωστόσο, που αποδέχεσαι σε μια ολοκληρωμένη εικόνα: την αγάπη του Αδάμ για την Εύα, την αιώνια εξορία που ακολουθεί, τον επαναλαμβανόμενο φόνο του Άβελ από τον αδελφό του. Με άλλα λόγια, να είσαι των θετικών επιστημών, για να έχεις το θάρρος να υποκλίνεσαι μπροστά στη φαντασία σου.

Στο ιστορικό μυθιστόρημα, Η καρδιά μου το όπλο σου, ο Γιώργος Καραγιαννίδης, αφηγείται, πιστός στην Ιστορία αλλά και στη μυθοπλαστική του δεινότητα, «σαν έτοιμος από καιρό», χωρίς ίχνος αδυναμίας στη γραφή, που να προδίδει ότι πρόκειται για το πρώτο του πεζογραφικό έργο. Το βιβλίο ταξιδεύει από το 1920 έως το 1966. Ο χρόνος διατηρεί τη γραμμική του ιδιότητα. Κυρίως τις δεκαετίες του ’30 και του ’40, γράφονται μαύρες σελίδες με τον πιο απάνθρωπο πόλεμο, που ωχριά μπροστά του ο Κατακλυσμός των Γραφών. Ο τόπος, δύο φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους χώρες, η Ελλάδα και η Γερμανία, με επίκεντρο την Κάρπαθο, γενέτειρα του Οδυσσέα, κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος, ακολουθεί τις εντολές του χρόνου και πηγαινοέρχεται χωρίς πισωγυρίσματα.

Η αφήγηση αρχίζει με τη φωνή του Οδυσσέα, σαν να θυμάται την ύπαρξή του από την πρώτη του ανάσα:

Γεννήθηκα σε μια βοή. Τα θεόρατα κύματα χτυπούσαν λυσσαλέα και έσκαβαν τον μεγάλο βράχο, ανάμεσα σε βροντές και κεραυνούς. Κανένα κύμα δεν ήταν ίδιο με το προηγούμενο. Κανένας κρότος δεν ήταν ίδιος με τον προηγούμενο – αυστηρός κανόνας της φυσικής αταξίας και πολυπλοκότητας. (13)

Ο ήρωας αφηγείται τη γέννησή του, με ένα σύνθετο λόγο, βασισμένο στη μνήμη του, στα βιώματά του. Όπως θα μας θυμίσει αρκετές φορές, θα είναι πάντα ένα κομμάτι του θυελλώδους τοπίου της Καρπάθου – της ανεμόεσσας, όπως την αποκαλεί ο Όμηρος.

Ο Οδυσσέας, όρθιος μπροστά στον άνεμο, στην υπό ιταλική κατοχή Κάρπαθο, αντιφασίστας χωρίς κανένα ενδοιασμό, βρίσκεται σε ευθεία γραμμή με τον Άλφρεντ, παιδί εργάτη, στη Γερμανία τού ανερχόμενου ναζισμού, και κομμουνιστή, αν και ταλανίζεται από στιγμιαίες αμφιβολίες. Αναρωτιέται: «Μήπως η αταξική κοινωνία που κυνηγούσε είναι μια χίμαιρα που τρέφεται αιώνια με νεκρούς εργάτες;» (24). Ακόμη και στην καρδιά της εξέγερσης βλέπει την ύλη και το χρήμα να θριαμβεύουν. Εντούτοις, όσο και αν προβλέπει με διορατικότητα το μέλλον της κοινωνίας στην οποία ζει, ο ιδεολόγος Άλφρεντ δεν θα διστάσει να πέσει ηρωικά για τις πεποιθήσεις του. Όταν αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα του δρόμου που έχει διαλέξει, η απάντηση είναι πάντα η ίδια: «Ο δρόμος της επανάστασης δεν έχει επιστροφή…» (320).

Μια μεταφυσική πνοή τους συνδέει. Οι επιφυλάξεις τού ενός γίνονται κανόνας συμπεριφοράς για τον άλλο. Τα λόγια τής Μαρί, γυναίκας του Άλφρεντ, που δίνουν τον τίτλο στο μυθιστόρημα, «Η καρδιά μου το όπλο σου» (111), γίνεται η κοινωνιόλεκτος πάνω στην οποία χτίζεται η ισορροπία του έργου ανάμεσα στον πιο φρικτό πόλεμο που επινόησε το σιδήρεον γένος των θνητών και τα αγνά συναισθήματα μεταξύ όσων τοποθετούν στο επίκεντρο πρώτα τον άνθρωπο και μετά το έθνος ή τη «φυλή».

Ένα ποιητικό αρχέτυπο καλεί τους ανθρώπους να ταξιδέψουν σε ένα νέο κόσμο, το καΐκι της οικογένειας του Οδυσσέα. Το όνομα «Ειρήνη» θα τον ακολουθεί. Ο παππούς του είναι πρόθυμος να το πουλήσει, για να σπουδάσει ο ταλαντούχος εγγονός του. Ο Οδυσσέας δεν θα το επιτρέψει, προτιμά να βρει δουλειά (168). Όταν οι Ιταλοί, ο εχθρός τού Οδυσσέα πριν από μόλις λίγες ώρες, γίνονται θύματα των Ναζί, ο Οδυσσέας θα καλέσει τον Άλφρεντ να χρησιμοποιήσουν το καΐκι για να σώσουν τους συνανθρώπους τους. Πάνω στο αίμα των ηττημένων Ιταλών χτίζεται η φιλία δύο αγωνιστών του πολέμου και της ειρήνης. Προς το τέλος του έργου θα δει με συγκίνηση το «Ειρήνη», «δεμένο με την πρύμνη στην άκρη του μόλου» (344). Όταν δύο τόποι συναντιούνται, ξέρουμε ότι η φύση θα νικήσει τον κίβδηλο πολιτισμό. Όσο και αν ο Άλφρεντ αμφιβάλλει για την απόφασή του να θυσιαστεί, ξέρει ότι δεν έχει δικαίωμα να προδώσει την επιθυμία για τη Γη της Επαγγελίας που γεννήθηκε μέσα του (106).

«Πώς μπορεί ν’ αλλάξει αυτός ο κόσμος;», ρωτά σε ποίημά του, μότο στο κεφάλαιο «Αύγουστος 1934», ο Γιώργος Καραγιαννίδης (85). Ο τίτλος του βιβλίου απαντά στην ερώτηση. Κι εμείς απολαμβάνουμε το διάλογο ανάμεσα στον ποιητή-προφήτη και τον αφηγητή-μυθοπλάστη. Όταν η Γιολάντα αναλαμβάνει τον ηγετικό ρόλο την τελευταία φορά που κάνουν έρωτα με τον αγαπημένο της Οδυσσέα, πριν φύγει η ίδια από την Κάρπαθο για τη Ρόδο (248), ο συγγραφέας μάς δίνει το πρώτο σημάδι που προβλέπει το μέλλον. Θα ακολουθήσουν και άλλα.

Ένα μυθιστόρημα 350 σελίδων διαβάζεται σαν επικό ποίημα, με πολέμους που καταστρέφουν ό,τι συναντήσουν στο διάβα τους. Με οπαδούς της δημοκρατίας και της ειρήνης που ξέρουν ότι τα καλά δεν κτώνται αναίμακτα. Και στην πιο ανώδυνη ροή των πραγμάτων, η πάλη θριαμβεύει, ακόμη και όταν δεν θριαμβεύει το Κακό.

Ο Γιώργος Καραγιαννίδης, θετικός επιστήμονας διεθνούς κύρους, γράφει πεζό και ποίηση με λόγο που ρέει σαν το καθάριο νερό της Κασταλίας πηγής. Ζητά να βρει μια μελωδία να αφήσει στο χαρτί και στην ψυχή του αναγνώστη. Θέλει να κληροδοτήσει στη φαντασία μας έναν κόσμο που να ζωντανέψει μια δημοκρατία με μεταφυσική χροιά, με πολίτες που να μην έχουν μονάχα πολιτικά αλλά και ηθικά δικαιώματα.

Το ατρόμητο καΐκι «Ειρήνη» γιατί άραγε πλέει στα ρηχά;

Ο πόλεμος γιατί συνεχίζεται ακόμη και σήμερα;

 

Γιώργος Καραγιαννίδης, Η καρδιά μου το όπλο σου, Εκδόσεις Αρμός, 2022, σελ. 352.

Προηγούμενο άρθροΣυζήτηση: Ποιοι και πώς (δεν) μας διαβάζουν; (του Δημήτρη Τζιόβα)
Επόμενο άρθρο3 δροσερά (και σκιερά) βιβλία. Ένα αναγνωστικό σχόλιο (του Κώστα Θ. Καλφόπουλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ