Πως η ανάγνωση επηρεάζει τις ιδέες, τις αποφάσεις, τη θέση του νέου στην κοινωνία (της Βενετίας Αποστολίδου)

0
924

της Βενετίας Αποστολίδου  (*)

 

Η πρόσφατη (2023) πανελλαδική έρευνα  του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου (ΟΣΔΕΛ) για την ανάγνωση των παιδιών έδειξε ότι στην ηλικία 6-7 ετών μόνο το 6,7% των παιδιών δεν διαβάζει κανένα βιβλίο κι αυτό είναι βέβαια πολύ θετικό και ελπιδοφόρο. Η μεγάλη πλειοψηφία των παιδιών έρχονται σε επαφή με τα παιδικά βιβλία. Και ενώ θα περίμενε κανείς αφού γίνεται μια καλή αρχή, η σχέση με την ανάγνωση να εντείνεται καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Στην ηλικία 8 -10 ετών το ποσοστό όσων δεν διαβάζουν καθόλου αυξάνεται σε 7,3% και στην ηλικία των 11-12 ετών αυξάνεται ακόμη περισσότερο σε 10,5%. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι δεν έχουμε καθόλου έρευνες για την ανάγνωση των εφήβων. Όσες φορές προσπαθήσαμε να βρούμε χρηματοδότηση για τέτοια έρευνα αποτύχαμε. Η ίδια πρόσφατη έρευνα δείχνει ότι τα μεγαλύτερης ηλικίας παιδιά (11-12 ετών) φαίνεται να κάνουν πιο συχνά ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι, δεν διαβάζουν τόσο για διασκέδαση όπως οι μικρότερες ηλικίες ενώ εκτίθενται περισσότερο σε οθόνες πλην τηλεόρασης. Αυτό σημαίνει ότι καθώς μεγαλώνουν, η ανάγνωση για προσωπική ευχαρίστηση μειώνεται,  οι οικογένειες επενδύουν περισσότερο στην τυπική εκπαίδευση ενώ αυξάνεται η σχέση των παιδιών με τα media και το διαδίκτυο.

Η διαπίστωση αυτή είναι πολύ επίμονη και διαχρονική. Η πρώτη έρευνα αναγνωστικής συμπεριφοράς παιδιών και εφήβων που έγινε στην Ελλάδα από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου το μακρινό 1996 στο νομό Έβρου, είχε δείξει ότι από όσους μαθητές δεν είχαν διαβάσει κανένα βιβλίο σε ένα χρόνο, το 11,68% ήταν στο Δημοτικό, το 31,98% στο Γυμνάσιο και το 56,35% στο Λύκειο. Δηλαδή το ποσοστό της μη ανάγνωσης αυξάνεται καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά. Άλλη έρευνα στους χρήστες 18 δημοτικών βιβλιοθηκών της Θεσσαλονίκης, με βάση τα αρχεία των βιβλιοθηκών το 2011-12 έδειξε ότι οι περισσότεροι δανεισμοί γίνονται στις ηλικίες 7-10 ετών και φθίνουν καθώς μεγαλώνει η ηλικία των χρηστών. Ανέφερα μόνον ελληνικές έρευνες αλλά το πρόβλημα δεν είναι προφανώς μόνον ελληνικό. Μάλιστα είναι πολύ σοβαρό διότι η καλλιέργεια σύνθετων αναγνωστικών δεξιοτήτων (higher level reading skills), η καλλιέργεια του κριτικού γραμματισμού (critical literacy) χρειάζεται οπωσδήποτε συνεχή προσπάθεια η οποία δεν μπορεί να διακόπτεται στην κρίσιμη ηλικία της εφηβείας, όταν προετοιμάζεται ακριβώς η ενηλικίωση του νέου, η πολιτική του συνειδητοποίηση και η ωρίμασή του ως πολίτης. Ακριβώς δηλαδή στην ηλικία που ο έφηβος είναι περισσότερο ανήσυχος, που αναζητά απαντήσεις, που αναζητά τη θέση του στην κοινωνία και την αυτογνωσία, δεν καταφεύγει στο διάβασμα για να βοηθηθεί. Μολονότι πιστεύω ότι από την πρώιμη παιδική ηλικία μπορούν να καλλιεργηθούν σύνθετες αναγνωστικές πρακτικές, είναι στην εφηβεία που μπορεί να αναπτυχθεί η μεταγνωστική συνειδητοποίηση σχετικά με το τι διαβάζω, πώς διαβάζω, γιατί διαβάζω και πώς με επηρεάζει η ανάγνωση στις ιδέες μου, στις αποφάσεις μου, στη θέση μου μέσα στην κοινωνία. Ο κριτικός γραμματισμός ο οποίος καλλιεργείται με σύνθετες αναγνωστικές πρακτικές όπως η ανάγνωση μεγάλων κειμένων, η εμβάθυνση σε αυτό που διαβάζουμε, η αυτοσυγκέντρωση, οι διακειμενικές συνδέσεις, η κριτική σκέψη, η ανακάλυψη νέων ιδεών, είναι βασική προϋπόθεση για μια δημοκρατική κοινωνία. Δημοκρατία χωρίς κριτικούς πολίτες δεν υπάρχει.

Εχει σημασία επομένως πρώτον να κατανοήσουμε τις αιτίες για την αδύναμη σχέση των εφήβων με την ανάγνωση και δεύτερον να αναζητήσουμε τις βασικές αρχές που θα πρέπει να διέπουν τις πολιτικές φιλαναγνωσίας για αυτή την ηλικία.

Ενας βασικός παράγοντας που παράγει αίτια γι αυτή την κατάσταση είναι βέβαια η εκπαίδευση. Θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν πιο συνοπτική εδώ διότι πολλά θα μπορούσε να πει κανείς. Η ανάγνωση στην εκπαίδευση, τουλάχιστον στην Ελλάδα, είναι μόνον υποχρεωτική και σκοπεύει στην απομνημόνευση. Δεν έχει κανέναν προσωπικό και ανακαλυπτικό για τον ίδιο τον έφηβο χαρακτήρα. Κυριαρχία του ενός σχολικού εγχειριδίου για κάθε μάθημα σημαίνει ότι η γνώση είναι δεδομένη και πρέπει να την μάθουμε, όχι να την ανακαλύψουμε μέσα από σύνθετες αναγνωστικές πρακτικές σύγκρισης κειμένων, έρευνας, κριτικής αποτίμησης των κειμένων. Τα παιδιά δεν έχουν την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουν την ουσιαστική σχέση της ανάγνωσης με την ανακάλυψη της γνώσης. Θεωρούν την ανάγνωση μηχανική διαδικασία μετάδοσης γνώσης. Τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι δεν έχουν καμιά θέση στην εκπαίδευσή μας τα βιβλία γνώσεων (non fiction) μολονότι πολλές έρευνες έχουν δείξει ότι για πολλά παιδιά τα βιβλία γνώσεων είναι εκείνα που μπορούν να τους τραβήξουν το ενδιαφέρον για την ανάγνωση και όχι τα λογοτεχνικά. Η απόλαυση δεν βρίσκεται μόνον στην ανάγνωση λογοτεχνίας. Όταν διαβάζουμε ιστορικά, φιλοσοφικά, δοκιμιακά, επιστημονικά, πληροφοριακά βιβλία  αισθανόμαστε επίσης απόλαυση. Τα παιδιά και οι έφηβοι δεν έρχονται σε ουσιαστική επαφή με δοκιμιακά και πληροφοριακά βιβλία, δεν βοηθιούνται στο να διαμορφώσουν προσωπικά ερωτήματα. Αποκτούν κάποιες γνώσεις από τα σχολικά εγχειρίδια κυρίως για να εξεταστούν.

Η εκπαίδευση ποτέ δεν κατόρθωσε να αξιοποιήσει τις εφημερίδες για την καλλιέργεια του κριτικού γραμματισμού. Προφανώς τις φοβάται πολύ διότι οι εφημερίδες είναι στενά συνυφασμένες με την πολιτική. Ωστόσο οι εφημερίδες πάντοτε αποτελούσαν για τον απλό πολίτη ένα εργαλείο γραμματισμού και πολιτικής και κοινωνικής συνειδητοποίησης. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα έχει υποχωρήσει πολύ η ανάγνωσή τους σε σχέση με την διαδικτυακή πληροφόρηση. Κι όμως, οι εφημερίδες είναι ένα πολύ προσιτό υλικό για να γνωρίσει ο μαθητής τι σημαίνει διαφορετική άποψη πάνω στα ίδια γεγονότα, πόση σημασία έχει η διατύπωση μιας είδησης, η επιλογή των λέξεων, το πολιτικό σύνθημα. Γίνεται κοινωνική και πολιτική αγωγή (μάθημα που υπάρχει στο σχολείο) (social studies) χωρίς εφημερίδες; Ο φόβος μας για τις (πολλές και διαφορετικές) εφημερίδες στο σχολείο, αν όντως υπάρχει ακόμη, δείχνει και το επίπεδο του γραμματισμού μας: φοβόμαστε τις διαφορετικές πολιτικές, με την ευρεία έννοια, απόψεις διότι δεν είμαστε σίγουροι ότι μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε κριτικά, διότι δεν κατέχουμε τις στρατηγικές να τις διαπραγματευτούμε απροκατάληπτα μέσα στην τάξη. ΄Ετσι λοιπόν, αρκούμαστε στις διαχρονικές αξίες, στους κοινούς τόπους, σε ό,τι είναι γενικά παραδεκτό και δεν προκαλεί, αφήνοντας τα πραγματικά διακυβεύματα του σήμερα να τα ανακαλύψουν τα παιδιά εκτός του σχολείου, με όποιον τρόπο μπορέσουν, αν μπορέσουν.

Μήπως όμως έχουν την ευκαιρία να βιώσουν την ανάγνωση ως απόλαυση; Μέχρι πρόσφατα στην Ελλάδα, δεν ζητούσαν από τους μαθητές του Γυμνασίου και του Λυκείου να διαβάζουν ένα ολόκληρο λογοτεχνικό βιβλίο. Χωρίς ολόκληρο βιβλίο πώς θα αντιληφθεί κάποιος τις χαρές της λογοτεχνικής ανάγνωσης; Σύμφωνα με την τελευταία μεταρρύθμιση των προγραμμάτων σπουδών, θα ενταχθεί από του χρόνου η ανάγνωση ολόκληρου λογοτεχνικού βιβλίου. Είναι ένα θετικό βήμα αλλά μένει να δούμε εάν θα γίνει με όρους «μαθήματος» και εάν θα αποτελεί πραγματικό μοχλό φιαλαναγνωσίας. Στην Ελλάδα έχει ενταχθεί στην εκπαίδευση η δημιουργική γραφή ενώ στην κοινωνία υπάρχει τεράστια μόδα δημιουργικής γραφής με πλήθος εργαστήρια, σεμινάρια κ.α, θα έλεγε κανείς ότι ανθεί μια αγορά δημιουργικής γραφής. Εκ πρώτης όψεως είναι θετικό, σήμερα μιλούμε για δημοκρατικοποίηση της γραφής, για αύξηση της παραγωγής κειμένων τα οποία τώρα έχουν και τη δυνατότητα της δημοσιοποίησης στο διαδίκτυο. Το ερώτημα είναι αν το γεγονός ότι πολλοί περισσότεροι άνθρωποι γράφουν συνοδεύεται από αύξηση της ανάγνωσης, από πολλαπλασιασμό των αναγνωστών; Δεν έχει γίνει σχετική έρευνα αλλά έχω την αίσθηση ότι για πολλούς ανθρώπους η γραφή έχει αποκτήσει προτεραιότητα έναντι της ανάγνωσης· ίσως επειδή προσδίδει κύρος, επειδή σε καθιστά συγγραφέα, σου δίνει την αίσθηση (ή την ψευδαίσθηση) ότι πάτησες το πρώτο σκαλί της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ενώ η πτωχή ανάγνωση τι έχει να προσδώσει στον αναγνώστη σε μια κοινωνία και μια εικονική πραγματικότητα όπου όλα συμβαίνουν για να επιδεικνύονται;

Το κυριότερο πρόβλημα της εκπαίδευσης το οποίο συμπυκνώνει όσα ειπώθηκαν παραπάνω είναι η απουσία αναγνωστικών κοινοτήτων (communities of readers). Οι έφηβοι έχουν μεγάλη ανάγκη να ανήκουν σε κοινότητες και το σχολείο αποτυγχάνει να τους δώσει την αίσθηση της κοινότητας. Παρόλο που στην Ελλάδα έχουμε μεγάλη άνθηση των λεσχών ανάγνωσης ενηλίκων, ελάχιστες λέσχες υπάρχουν για εφήβους. Οπότε  το διαδίκτυο και οι virtual κοινότητες είναι το καταφύγιο των νέων για να ικανοποιήσουν την ανάγκη του ανήκειν. Υπάρχουν χιλιάδες διαδικτυακές κοινότητες και μάλιστα αρκετές έχουν ως συνεκτικό τους στοιχείο την ανάγνωση. (bookstagram. Booktube κ.α). Όμως αυτές έχουν τους δικούς τους κανόνες και είναι αμφίβολο εάν πριμοδοτούνται σύνθετες αναγνωστικές πρακτικές και σε βάθος συζήτηση των κειμένων. Η ανάγνωση στο διαδίκτυο είναι ένα πεδίο το οποίο τώρα ερευνάται. Οι έφηβοι διαβάζουν πολύ στο διαδίκτυο αλλά πώς διαβάζουν; Αποσπασματικά, επιφανειακά, γρήγορα, όλα αυτά δεν ευνοούν φυσικά τον κριτικό γραμματισμό.

Στην Ελλάδα, όλα τα προγράμματα φιλαναγνωσίας από την αρχή του ΕΚΕΒΙ μέχρι σήμερα, όσα ακόμη υπάρχουν, απευθύνονται στις ηλικίες του Δημοτικού Σχολείου. Πιστεύω  και φαίνεται από τις έρευνες ότι έχουν φέρει αποτελέσματα και αυτό φαίνεται  από την αγορά του παιδικού βιβλίου και από την τελευταία έρευνα για την ανάγνωση των παιδιών που ανέφερα στην αρχή της ομιλίας μου. Ποτέ δεν υπήρξε ένα πρόγραμμα φιλαναγνωσίας για μεγαλύτερα παιδιά. Δεν αναρωτήθηκαν ποτέ σοβαρά οι επίσημοι φορείς πώς μπορεί να προωθηθεί η φιλαναγνωσία στους εφήβους και τι είδους προγράμματα θα ήταν κατάλληλα γι αυτούς. Τι συμβαίνει όταν τα παιδιά παύουν να νιώθουν πια παιδιά και αισθάνονται ότι τα παιδικά βιβλία δεν είναι πια γι αυτά; Πώς θα νιώσουν και θα δείξουν και στους γύρω τους, μέσω της ανάγνωσης, ότι μεγάλωσαν, ότι πλησιάζουν τον κόσμο των ενηλίκων; Ποιος θα τους καθοδηγήσει, ποιος θα σκύψει πάνω τους για να τους προτείνει αναγνώσματα, λογοτεχνικά ή μη λογοτεχνικά; Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τα ουσιαστικά αυτά ερωτήματα, αντίθετα όλοι απαιτούν από τους έφηβους να μελετούν τα μαθήματά τους, να παίρνουν καλούς βαθμούς και να περάσουν στο πανεπιστήμιο. Εκεί νομίζω χάνουμε το παιχνίδι. Τι πιο φυσικό για τους εφήβους να αναζητήσουν τη διασκέδασή τους, την πληροφορία, την κοινωνικοποίηση, στο διαδίκτυο, στα ηλεκτρονικά παιχνίδια και στα social media.

Και τι προτείνουμε στους έφηβους να διαβάσουν; Εδώ και καιρό έχει αναπτυχθεί το λογοτεχνικό είδος που ονομάζεται εφηβική λογοτεχνία ή λογοτεχνία για νέους ενηλίκους. Δεν είναι εδώ η στιγμή να το αναλύσω αλλά διακρίνω δύο προβλήματα σε σχέση με αυτό το είδος. Το πρώτο έχει να κάνει με την ελλιπή μελέτη του είδους από τους ειδικούς. Αυτοί που ασχολούνται με τη λογοτεχνία των ενηλίκων αγνοούν παντελώς τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή για εφήβους ενώ από εκείνους που ασχολούνται με την παιδική λογοτεχνία ελάχιστοι το περιλαμβάνουν στις μελέτες τους. Το αποτέλεσμα είναι να μην διδάσκεται σε κανένα πανεπιστημιακό τμήμα και συνεπώς οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων να μη γνωρίζουν τέτοια έργα για να προτείνουν στους μαθητές τους. Το δεύτερο πρόβλημα έχει να κάνει με τα ίδια τα έργα τα οποία, όσο και αν υπάρχουν εξαιρέσεις, στην πλειοψηφία τους διαπνέονται από πολιτική ορθότητα, διδακτισμό και γενικότερα μια εκ των άνω προσέγγιση. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που στην Ελλάδα τα βιβλία της εφηβικής λογοτεχνίας δεν έχουν μεγάλη διάδοση ενώ όσα είναι πιο προχωρημένα από άποψη αφηγηματική αποτυγχάνουν τελείως στην αγορά. Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι βεβαίως θα πρέπει να γνωρίζουμε και να προωθούμε την εφηβική λογοτεχνία στους εφήβους αλλά θα πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι ο έφηβος είναι ένας ενήλικας υπό διαμόρφωση και αυτό που θέλει είναι να συμμετάσχει στον κόσμο των ενηλίκων. Δεν θέλει, μετά την παιδική ηλικία και τα παιδικά βιβλία, να κλειστεί σε ένα άλλο κουκούλι που λέγεται εφηβικό βιβλίο. Θα πρέπει να προσπαθούμε να στρέψουμε τον έφηβο, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, και ανάλογα με την ωρίμαση του καθενός, στα βιβλία των ενηλίκων, λογοτεχνικά ή μη λογοτεχνικά. Αν το πετύχουμε αυτό, θα έχουμε κάνει ένα μεγάλο βήμα στη διά βίου ανάγνωση.

Ο χρόνος μου τελειώνει και πρέπει να κλείσω με κάποιες προτάσεις. Πρώτα πρώτα, όλοι συμφωνούμε ότι χρειάζεται επιστημονική έρευνα. Όσον αφορά την ανάγνωση των εφήβων, χρειάζεται έρευνα για τις αναγνωστικές πρακτικές και προτιμήσεις τους αλλά ταυτόχρονα και σε συνδυασμό με τις συνολικές πολιτισμικές και ψηφιακές πρακτικές τους. Πρέπει να καταλάβουμε την εφηβική κουλτούρα συνολικά, δεν μπορούμε να απομονώσουμε την ανάγνωση και ιδίως, πρέπει να μελετήσουμε τη σχέση τους με την ανάγνωση σε συνδυασμό με τις ψηφιακές τους πρακτικές. Η εκπαίδευση και ιδίως η Δευτεροβάθμια αποτυγχάνει όλως διόλου να προωθήσει τη δημιουργική ανάγνωση, να δώσει δηλαδή στους εφήβους το μήνυμα ότι η ανάγνωση είναι ένα ισχυρό μέσον για να φτιάξεις την ταυτότητά σου, να ενδυναμωθείς, να πολεμήσεις την ανασφάλεια, να κοινωνικοποιηθείς. Για να δοθεί αυτό το μήνυμα θα πρέπει η δημιουργική ανάγνωση να βρίσκεται στο κέντρο μιας μαθητοκεντρικής διδασκαλίας και επομένως μιας ανακαλυπτικής μάθησης. Με άλλα λόγια, χωρίς βιβλία όλων των ειδών σε όλα τα μαθήματα, χωρίς χρήση βιβλιοθηκών, χωρίς τη συμμετοχή των μαθητών σε ερευνητικά πρότζεκτ, η αξία της ανάγνωσης αλλά και οι σύνθετες αναγνωστικές δεξιότητες δεν μπορούν να επιτευχθούν. Διδάσκω λογοτεχνία και θα ήταν αυτονόητο για μένα να εξάρω εδώ την αξία της λογοτεχνίας. Δεν θα το κάνω διότι όσο και αν πιστεύω ότι η λογοτεχνική ανάγνωση ολόκληρων βιβλίων έχει πολλά να προσφέρει, πιστεύω ταυτόχρονα ότι η λογοτεχνική ανάγνωση πρέπει να συνομιλεί διαρκώς με τη μη λογοτεχνική ανάγνωση καθώς και με την ανάγνωση στο διαδίκτυο. Και έχει σημασία να δίνουμε έμφαση ακριβώς στις διαφορές των κειμενικών ειδών (genres), έτσι ώστε οι νέοι να αναπτύξουν μεταγνωστική συνειδητοποίηση ως προς τα χαρακτηριστικά και τις συμβάσεις κάθε κειμενικού ή λογοτεχνικού είδους.

Το άλλο βασικό χαρακτηριστικό της ανάγνωσης που πρέπει να ενισχύσουμε είναι η κοινωνικότητά της. Θα πρέπει να δώσουμε το μήνυμα στους εφήβους ότι η ανάγνωση μας φέρνει κοντά, δημιουργεί κοινότητες και να κάνουμε ξανά καμπάνιες για λέσχες ανάγνωσης στα σχολεία και στις βιβλιοθήκες. Τέτοιες καμπάνιες χρειάζονται διαρκή υποστήριξη και τη δημιουργία δικτύων, κάτι που χρειάζεται ανθρώπους και χρήματα. Καθώς οι έφηβοι έχουν συνηθίσει τόσο πολύ τη διαδικτυακή επικοινωνία και τα social media σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια διαδικτυακή πλατφόρμα, με τα κατάλληλα γραφικά και το κατάλληλο όνομα, ικανή να προσελκύσει νέους στο να ανταλλάσσουν σκέψεις και απόψεις για βιβλία αλλά και οπτικά προϊόντα. Μια μεγάλη πρόκληση είναι πώς θα μπορούσε το φορμάτ αυτής της πλατφόρμας να προωθεί σύνθετες αναγνωστικές δεξιότητες και ανταλλαγές χωρίς να χάνει η ανάγνωση τον απολαυστικό της χαρακτήρα.

Θα τελειώσω τονίζοντας εκείνο από το οποίο ξεκίνησα: Το παιδί που γίνεται έφηβος και ο έφηβος που γίνεται ενήλικας έχουν ανάγκη από νέα ερεθίσματα σκέψης, από εμβάθυνση στα μεγάλα θέματα της ζωής. Η λογοτεχνία δε μπορεί από μόνη της να κάνει θαύματα ούτε να αυτοτροφοδοτείται συνεχώς. Θα πρέπει να δημιουργήσουμε πολλές και διαφορετικές προσδοκίες από την ανάγνωση και όχι μόνο εκείνη της απόλαυσης. Θα πρέπει να βρούμε νέους τρόπους να ξανασυνδέσουμε την ανάγνωση με την κοινωνική προκοπή, μακριά από τη ρητορεία και τη χρησιμοθηρία του παρελθόντος. Να αναδείξουμε την ανάγνωση σε πολυδύναμο μέσο απόλαυσης, γνώσης και κοινωνικής συμμετοχής. Το χρωστάμε σε όλα τα παιδιά αλλά ιδίως στα παιδιά που στερούνται πολλών ευκαιριών. Διότι δημοκρατία χωρίς ίσες ευκαιρίες δεν υπάρχει.

(*) Ομιλία στην ημερίδα : Γραμματισμός και Δημοκρατία στην εποχή της τεχνολογίας και της πληροφορίας. Διοργάνωση Euread, Διαβάζοντας μεγαλώνω, Goethe Institute Athen, Τρίτη 4 Ιουνίου, Ινστιτούτο Γκαίτε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΚριτικός Γραμματισμός και Δημοκρατία (σύντομα συμπεράσματα από την Ελένη Σβορώνου)
Επόμενο άρθροΤο ψυχαναλυτικό ήθος στην κλινική πρακτική του Ντόναλντ Γουίνικοτ (γράφει η Βίκυ Μαλισόβα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ