Πολύτροπος Μοντερνισμός: τα προβλήματα συσχετισμού της Θεωρίας με τις εφαρμογές της και οι συνέπειές τους (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

0
854
Δημαρχείο, Ιταλικό κτήριο στη Ρόδο.

 

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)

Μας λένε ότι η επερχόμενη κλιματική αλλαγή συνιστά μια μεγάλη απειλή για την ανθρωπότητα, και ότι πάντως θα αναστατώσει δραματικά τη ζωή στον πλανήτη ποικιλοτρόπως. Με αυτή την έννοια, έχει πολλαπλό ενδιαφέρον το πρωτοσέλιδο των Financial Times εν όψει μιας μεγάλης πολιτικής Συνόδου για το περιβάλλον: «Η Ευρωπαϊκή Ενωση πιέζει για μέτρα περιορισμού της ρύπανσης- με τεράστια πρόστιμα στις ρυπαίνουσες χώρες-, ενώ η Κίνα ‘μασάει τα λόγια της’ και εκκωφαντική σιωπή επικρατεί από τη μεριά των ΗΠΑ». Μάλιστα, αναφέρεται παρακάτω, η ΕΕ σχεδιάζει τη συγκρότηση ενός Ταμείου που με τα χρήματα των προστίμων θα επιδοτεί φτωχούς του πλανήτη.

Ο σύγχρονος φιλόσοφος Ζύγκμουντ Μπάουμαν, στο πνεύμα της συζήτησής του με τον Κάρλος Μπορντόνι («Η Νεωτερικότητα σε Κρίση», σε μετάφραση Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, εκδόσεις Ύψιλον) θα αναγνώριζε στο πρωτοσέλιδο αυτό, ατόφιο το πνεύμα της εποχής της Νεωτερικότητας, ακόμα κι αν αυτή είναι μια παρατεινόμενη, εκφυλιζόμενη νεωτερικότητα, όπως επιμένει ο στοχαστής να ορίζει αυτό που άλλοι αποκαλούν μετανεωτερικότητα, κυρίως με αισθητικά κριτήρια. Για να συντονιστούμε, γράφει ο Μπορντόνι: «Μετά τον σεισμό της Λισαβώνας το 1755, το πνεύμα της νεωτερικότητας είχε επιχειρήσει να υπαγάγει τις συμφορές και το απρόβλεπτό τους στην εξουσία του Λόγου, διαμέσου του έργου της πρόληψης και σε επιστημονική βάση». Στο ίδιο πνεύμα είναι και άλλες επαγγελίες της νεωτερικότητας, που κινείται στο πνεύμα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, όπως η ιδέα της προόδου ως συνεχούς εξέλιξης, της ισότητας, όπως και – με κόπους και αγώνες κατακτημένη-η ιδέα του Κράτους, ή μιας ανάλογης δομής, ως κοινωνικού εγγυητή.

Όπως όμως υποστηρίζει ο Μπάουμαν, ενώ οι επαγγελίες παραμένουν ίδιες, διαφέρουν σε κάθε φάση των εξελίξεων οι στρατηγικές εκπλήρωσης αυτών των επαγγελιών. Στη μόλις προηγούμενη φάση ήταν ο κεϋνσιανισμός, στη σημερινή είναι ο νεοφιλελευθερισμός, για παράδειγμα. Αυτές οι στρατηγικές συσχετίζονται κάθε φορά με μια κατά Φουκώ βιοπολιτική, συμπληρώνουμε. Ο όρος βιοπολιτική εισάγεται το 1976 από τον Γάλλο ιστορικό φιλόσοφο για να εστιαστεί στις  τεχνικές διαχείρισης και ρύθμισης της ζωής και του θανάτου από τη νεωτερική εξουσία («Η γέννηση της βιοπολιτικής», εκδόσεις Πλέθρον). Κατά συνέπεια, το πρωτοσέλιδο πρέπει να διαβαστεί στο πλαίσιο, και υπό το φως της τρεχόντως επικρατούσας βιοπολιτικής. Μια πολύ σύνθετη πραγματικότητα προκύπτει από μια τέτοια προσέγγιση, άρα και για το κείμενο της αρχής του κειμένου μας.

Πρώτα απ’όλα, εφ’όσον οι απειλητικοί ρύποι προέρχονται, σύμφωνα με τις διαθέσιμες έρευνες, από μια πολύ επιβαρυμένη βιομηχανία παραγωγής, πρέπει να θυμηθούμε ότι εδώ και αρκετές δεκαετίες οι χώρες της Δύσης απομάκρυναν αυτού του είδους τις βιομηχανίες από τους τόπους τους και τις μετεγκατέστησαν στις φτωχότερες χώρες του πλανήτη ώστε να επωφεληθούν από το πολύ χαμηλό εκεί κόστος της ανθρώπινης εργασίας, να αναδιαρθρώσουν τη βιοπολιτική τους απαλλάσοντας το σύστημα από τις εντάσεις των απαιτήσεων της συνασπισμένης εργατικής δύναμης, η οποία στη νέα φάση θα ήταν εκ των πραγμάτων σοβαρά απισχναμένη, και βεβαίως περιορίζοντας τους ρύπους στην επικράτεια της Δύσης, σύμφωνα με τις σχετικές εξαγγελίες.

Άρα με τις Συνόδους για την κλιματική αλλαγή, τιμωρούνται οι χώρες υποδοχής των βιομηχανιών που παράγουν πολύ φθηνά προϊόντα για τη Δύση; Είναι σαφές ότι οι θεωρητικοί ορισμοί, γενικά, μα ακόμα περισσότερο στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο, τείνουν να εφαρμόζονται όχι ακριβώς, μα στο «μεταξύ. Συχνά όμως κινούνται και πέραν του «μεταξύ»: το συγκεκριμένο πρωτοσέλιδο αλλιώς διαβάζεται στη Σουηδία ή το Λουξεμβούργο, κι αλλιώς στην Αιθιοπία ή το Μπάνγκλα Ντες. Και διαβάζεται αλλιώς, επειδή αντιστοιχεί σε άλλες καταστάσεις- οι οποίες διαμορφώνονται όχι τόσο από τον πολιτισμό κάθε τόπου (αυτός μάλλον ακολουθεί ή προσαρμόζεται), όσο από τη θέση κάθε χώρας στον λεγόμενο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, και τη γεωπολιτική του θέση.

Αλλά, να μην μπλεχτούμε σε θεωρητικούς δαιδάλους, χωρίς υπόβαθρο στο πεδίο της πραγματικότητας. Ας επιχειρήσουμε να κάνουμε το θέμα της ποικιλότροπης σημασίας των ορισμών συγκεκριμένο, με ένα παράδειγμα.

 

Ο πολύτροπος Μοντερνισμός της Αρχιτεκτονικής

Ο Μοντερνισμός στην Αρχιτεκτονική υπήρξε ως ένα στιβαρό και εμπνευσμένο κίνημα, που γεννήθηκε στη μεσοπολεμική Ευρώπη και είχε ευρεία διάδοση μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο στη δυτική και την ανατολική Ευρώπη, από τη Γαλλία και την Δυτική Γερμανία ως την Ανατολική Γερμανία και τη  Σοβιετική Ενωση, και βεβαίως στην Αμερική και αλλού. Τα κτίρια του Μοντερνισμού δεν είναι ασφαλώς τα πρώτα κτίρια της Νεωτερικής Εποχής- η οποία, σχηματικά, θεωρείται ότι ξεκίνησε το 1870 στην Ευρώπη-, μα τα κτίρια που αντιστοιχούσαν σε μια συγκεκριμένη βιοπολιτική (ή στρατηγική υλοποίησης των επαγγελιών της Νεωτερικότητας) των πρώτων δεκαετιών μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, με την αντιστοίχησή τους στην πυρηνική οικογένεια (οι γονείς και τα παιδιά τους) παρά στην εκτεταμένη παραδοσιακή δομή (με τους παππούδες, θείους και άλλους συγγενείς), τα κομφόρ της τεχνολογικής εποχής (πλυντήρια, κεντρική θέρμανση, τηλεόραση), τον καθαρό αέρα και το φως από τα μεγάλα ανοίγματα), το μεγάλο τους ύψος μακριά από την υγρασία των υπόγειων ή ισόγειων στα βόρεια κλίματα- «δρόμους του ουρανού» αποκαλούσαν αυτά τα κτίρια τον καιρό της ακμής τους. Παράλληλα, αυτό το αρχιτεκτονικό κίνημα είχε και ένα έντονα κοινωνικό περιεχόμενο: πρόσφεραν επί τέλους στη φτωχολογιά των πόλεων (κυρίως βιομηχανικούς εργάτες), μαζί με την εξασφαλισμένη εργασία και αξιοπρεπή στέγαση, μακριά από όσα περιέγραφαν ο Ενγκελς ή ο Ντίκενς στα βιβλία τους τον 19ο αιώνα, και εξακολουθούσαν να ισχύουν ως τη δεκαετία του 1950. Ακριβώς εξ αιτίας αυτής της κοινωνικής διάστασης, τα ψηλά, μοντέρνα κτίρια τα αποκαλούσαν στη Γαλλία «Πύργους της Δημοκρατίας».

Με άλλα λόγια, ο Μοντερνισμός στην αρχιτεκτονική εφαρμόστηκε σε τεράστια κλίμακα στη μεταπολεμική Ευρώπη, ακριβώς όπως είχε διακηρυχθεί.

*

Οπωσδήποτε, ακόμα κι’αυτός ο Μοντερνισμός της Αρχιτεκτονικής, δεν ήταν παντός καιρού, δεν εφαρμοζόταν παντού με τον ίδιο τρόπο, και για τον ίδιο σκοπό. Για παράδειγμα, ενώ στις εκτεταμένες ευρωπαϊκές μεταπολεμικές εφαρμογές του, σε Ανατολή και Δύση, η έμφαση του κινήματος δεν ήταν στα μεμονωμένα κτίρια μα σε περιοχές μεγάλων συγκροτημάτων κτιρίων, με συνακόλουθη συγκεκριμένη πολεοδόμηση και χωροταξία αυτών των περιοχών, ή ακόμα και ολόκληρες πόλεις όπως στη Βρετανία, σε χώρες όπως η Ελλάδα εφαρμόστηκε αλλιώς. Μολονότι το Μοντέρνο Κίνημα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την πολεοδόμηση, αυτή η διάσταση ήταν απούσα στην Ελλάδα (με την εξαίρεση την οικοδόμηση συγκροτημάτων εργατικών/προσφυγικών κατοικιών από το Κράτος, όπως στον Ταύρο της Αττικής), όπως και κάθε έννοια κεντρικού σχεδιασμού. Οι ελληνικές πόλεις, και οι συνεχείς επεκτάσεις τους (νόμιμες ή αυθαίρετες συνιστούν στο πεδίο ένα ενιαίο συνεχές) κατασκευάστηκαν εξ αρχής με κτίρια που ακολουθούν μεν το αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο του Μοντερνισμού, μα με κινητήρα έναν ιδιότυπο λαϊκό καπιταλισμό που στηρίζεται κυριολεκτικά σε αμέτρητες μικρές ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Εχει το ενδιαφέρον του ότι παρά την όποια απομάγευση- τουλάχιστον στον αγοραίο λόγο- που επικρατεί στη χώρα μας σε σχέση με τις μεταπολεμικές πολυκατοικίες (ενώ παράλληλα υπάρχει μια εκκωφαντική σιωπή για την ποιότητα της πολεοδομίας των πόλεων, και την κατάσταση των δρόμων ή των πεζοδρομίων), αυτές ακόμα «ζουν και βασιλεύουν», με ποικίλες αλλαγές και σχηματισμούς, ενώ πολλά μοντερνιστικά συγκροτήματα στην Ευρώπη κατεδαφίζονται με τη μέθοδο της ανατίναξης- αφού είχαν ξεπέσει τραγικά μετά την πρώτη επιτυχημένη φάση της ζωής τους. Στην πραγματικότητα, η κατεδάφιση αυτών των κτιρίων σήμερα δεν είναι ξένη προς το πνεύμα του αρχιτεκτονικού κινήματος του Μοντερνισμού, τον καιρό της ακμής του, καθώς αυτό το πνεύμα δεν ενδιαφερόταν για τη μνημειακή διάσταση των κατασκευών άρα και της διατήρησής τους πέραν των συνθηκών για τις οποίες αυτά είναι χρηστικά, συνδεόμενο με τις πρακτικές της καταναλωτικής κοινωνίας, που ήταν το κυρίαρχο στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Αλλά αυτή είναι μια άλλη, ερεθιστική συζήτηση που αφορά τις στρατηγικές κάθε φάσης της νεωτερικότητας.

Πέρα όμως από τις διαφορές στην εφαρμογή του αρχιτεκτονικού μοντερνισμού σε χώρες της Δύσης και τις παρυφές τους, οι οποίες δεν είναι ακριβώς μεγάλες, η εικόνα αλλάζει δραματικά όταν μετακινηθούμε στις χώρες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, αλλά και αλλού σε περιόδους εγκατεστημένης ή επιχειρούμενης αποικιοκρατίας. Το πιο κοντινό μας παράδειγμα, είναι η αισθητικά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μοντερνιστική πόλη που δημιούργησαν εκ του μηδενός οι Ιταλοί στο Λακί της Λέρου τον Μεσοπόλεμο. Η λογική της οικοδόμησής της δεν εμπνεόταν από τις αρχές της ισοπολιτείας, μα αφορούσε το πεδίο εγκατάστασης των Ιταλών εποίκων, στα πλαίσια της επιχειρούμενης αποικιοποίησης των Δωδεκανήσων από την Ιταλία, με τους γηγενείς ή αυτόχθονες- οι ορισμοί σύμφωνα με το λεξικό της αποικιοκρατίας- Ελληνες, να συνωθούνται, με στερημένα τα πολιτικά και τα εκπαιδευτικά τους δικαιώματα, σε «παραδοσιακά»- ή προνεωτερικά- χωριά όπως ο Πλάτανος, όχι επειδή αντιδρούσαν στο μοντέρνο, μα επειδή κατά τους αποικιοκράτες δεν τους αφορούσε. Ανάλογους οικισμούς για εξουσιαστές κατασκεύασαν οι Ιταλοί στην Αιθιοπία, την Ερυθραία και τη Λιβύη- επίσης όψιμες αποικίες τους-, οι οποίοι σήμερα έχουν χαρακτηριστεί από την Unesco ως μνημεία της παγκόσμιας πολιστικής κληρονομιάς. Το βιβλίο του Βασίλη Κολώνα «Ιταλική αρχιτεκτονική στα Δωδεκάνησα, 1912- 1943», εκδόσεις Ολκός, είναι πολύτιμο για μια μύηση σ’αυτή την αρχιτεκτονική και τις συνθήκες δημιουργίας της.

Αν η περίπτωση της Λέρου αφορά έναν υψηλής στάθμης μοντερνισμό που αφορά πάντως ,μόνο τους επικυρίαρχους- άρα αποστερημένο από το κοινωνικό του νόημα-, υπάρχουν και πιο οξείες εντάσεις: ο αρχιτεκτονισμός ως εργαλείο μιας πολεοδομίας της επιβολής. Το βιβλίο «Colonial Modern»/ δηλ. «Το Μοντέρνο της Αποικιοκρατίας»/,εκδόσεις Black dog publishing, ένα συλλογικό έργο που επιμελήθηκαν οι Tom Avermaete, Serhat Karakayali και Marion von Osten, αφορά ακριβώς τη διαπλοκή του αρχιτεκτονικού Μοντερνισμού στις αποικιοκρατικές πολιτικές, στην τελευταία περίοδο των Ευρωπαϊκών Αυτοκρατοριών. Το βιβλίο είναι μια συνέχεια της Εκθεσης με τίτλο «In the Desert of Modernity»/δηλ. «Στην έρημο της Μοντερνικότητας»/ που διοργανώθηκε από το Haus der Kulturen der Welt στη Γερμανία. Πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσέγγιση αυτών των θεμάτων από μια μεγάλη ποικιλία συγγραφέων, που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να συνοψιστούν στο παρόν κείμενο.

Μπορούμε όμως, στο πνεύμα του βιβλίου, να αναφερθούμε στην περίπτωση της Αλγερίας κατά την περίοδο του αγώνα της ανεξαρτησίας της από τη Γαλλική αποικιοκρατία. Ενώ στην πρώτη φάση του Μοντερνισμού εκεί, αυτός αφορούσε τα οικιστικά περιβάλλοντα των Γάλλων, με τους γηγενείς να κατοικούν στο δικό τους προ-νεωτερικό πυκνοκατοικημένο, δαιδαλώδες οικοσύστημα, με το φούντωμα του εσωτερικού πολέμου το περιβάλλον αυτό εξυπηρετούσε θαυμάσια τους αγωνιζόμενους Αλγερινούς, επειδή διέφευγαν εύκολα και κρυβόντουσαν τόσο αυτοί όσο και τα όπλα τους, αλλά και επειδή εκεί είχαν θεμελιωθεί στις γειτονιές ισχυρά δίκτυα αλληλεγγύης. Η περίφημη ταινία «Η μάχη του Αλγερίου», ιταλικής και αλγερινής συμπαραγωγής του σκηνοθέτη Τζίλλο Ποντερκόβο, (1966), το αναδεικνύει αυτό εναργέστατα. Τότε ήταν που οι Γάλλοι θέλησαν να εισάγουν τους Αλγερινούς στη μοντερνικότητα- όχι δίνοντάς τους ίσα πολιτικά δικαιώματα και τα σχετικά, μα αποπειρώμενοι να τους εγκαταστήσουν σε νέους  μοντερνιστικούς οικισμούς, ώστε να τους ελέγχουν αποτελεσματικά, μακριά από τα οικεία τους περιβάλλοντα.

Τα σχετικά παραδείγματα είναι πολλά και ποικίλα, και αυτά τα ζητήματα απασχολούν σήμερα εντατικά ειδικούς στον «πόλεμο μέσα στις πόλεις», ιδιαίτερα που στις μέρες μας οι πόλεμοι συχνά δεν γίνονται όπως παλιά «στο μέτωπο», μα σε κατοικημένες περιοχές. Αλλά ακόμα και σε «ειρηνικές» περιόδους, ο Μοντερνισμός στην αρχιτεκτονική έχει πολλαπλές, εναλλακτικές αναγνώσεις και εφαρμογές. Εχει τη σημασία του το γεγονός ότι μια από τις πρώτες ενέργειες της δικτατορίας Πινοσέτ στη Χιλή, μετά την ανατροπή και δολοφονία του Προέδρου Αλλιέντε, ήταν η με το πρόσχημα της αναβάθμισης της ζωής των ανθρώπων, βίαια απομάκρυνσή τους από τις παραγκουπόλεις- κοινωνικές εστίες που δεν μπορούσε να ελέγξει το καθεστώς- και η μεταγκατάστασή τους αλλού, σε μοντέρνα συγκροτήματα. Μακριά από κάθε σκέψη εξιδανίκευσης της «γειτονιάς» των παραγκουπόλεων- η ταινία «Μαγική πόλη» του Νίκου Κούνδουρου, που γυρίστηκε στην παραγκούπολη Δουργούτι, στη θέση του σημερινού, αγνώριστου σε σχέση με τότε, Νέου Κόσμου, είναι αποκαλυπτική των συνθηκών διαβίωσης-, είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι τέτοιοι τόποι συνοίκησης μπορεί να μετατρέψουν την εκ των συνθηκών σοβούσα παραβατικότητα σε πολιτική αντίσταση, αν προκύψουν οι συνθήκες. Δεν είναι τυχαίο ότι τα φριχτά αιματηρά μπλόκα των Ναζί στην Αθήνα της Κατοχής γινόταν σε τέτοιες παραγκουπόλεις, όπως το Δουργούτι, η Καισαριανή ή η Κοκκινιά.

 

Ορισμοί, εφαρμογές και η σχέση τους με τα σημερινά κοινωνικά ζητήματα

Η περιδιάβαση στο πεδίο του Μοντερνισμού στην Αρχιτεκτονική και τις εφαρμογές του, ανέδειξαν μια πολύ ρευστή και διαρκώς μεταλλασόμενη κατάσταση. Ο ίδιος ορισμός όταν εφαρμόζεται εδώ μπορεί να σημαίνει «μέρα», και εκεί «νύχτα». Ή ό,τι σήμερα είναι φωτεινό, το ίδιο αύριο να είναι σκοτεινό.

Αυτό το χαρακτηριστικό δεν έχει σχέση μόνο με τον τόπο και τον χρόνο, μα και με τις λεγόμενες «πολιτικές ιδεολογίες» στη σημερινή τους φάση. Με αφορμή τη διοργάνωση του Παγκόσμιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου από το εμιράτο του Κατάρ το 2022, η κριτική που έγινε για το ζήτημα των ανθρώπινων (όχι των πολιτικών- έχει σημασία η διάκριση) δικαιωμάτων σ’αυτή τη μικρή χώρα, προκάλεσε μεταξύ άλλων την εξής αντίδραση από φυσιογνωμία των ΜΜΕ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην Αμερική: «Καταδικάζω τον δυτικό πολιτιστικό ιμπεριαλισμό προς το Κατάρ και την αηδιαστική υπεροψία των δυτικών που συμπεριφέρονται προς τους διαφορετικούς λαούς του Κόσμου με εξευτελιστικό τρόπο, με το πρόσχημα του εκπολιτισμού τους». Μοιάζει με «αριστερή» ρητορεία, μα προέρχεται από τον αμερικανό χριστιανό συντηρητικό Rod Dreher, ιδεολογικό συγγενή του Τραμπ και της Λε Πεν. Η σύγχυση είναι πολύ μεγάλη.

Αν η εποχή της Νεωτερικότητας προετοιμάστηκε τον 18ο αιώνα, και κάλπασε τον 19ο, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, για να αρχίσει «να σέρνει τα πόδια της» από κεί και μετά, είναι κρίσιμο να έχουμε στον νου μας ότι αυτή αφορά με ριζικά διαφορετικό τρόπο την Ευρώπη και γενικότερα τον ευρύτερο δυτικό κόσμο, από τη μια, και τον υπόλοιπο πλανήτη, από την άλλη. Την εποχή αυτή, δια των ριζοσπαστικών εξελίξεων της επιστήμης και της τεχνολογίας, οι οποίες συνδυάστηκαν με ανάλογες μεταβολές στην κοινωνία, μαζί βεβαίως και με μεγάλες πολεμικές καταστροφές, μα και με συγκλονιστικούς κοινωνικούς αγώνες, η Ευρώπη καθ’εαυτή έζησε μια από τις λαμπρότερες φάσεις του πολιτισμού της, από τον οποίο ακόμα επωφελούμαστε. Η νεωτερική κοινωνία υπήρχε σε μια συνθήκη δεδομένης ρευστότητας, μεταξύ ενός παρελθόντος που ήταν πιά νεκρό και άχρηστο, και ενός μέλλοντος φορτισμένου από αβεβαιότητα, μα και που εγκυμονούσε νέες δυνατότητες. Το προ-νεωτερικό ή το «παραδοσιακό» ήταν τελειωμένο, και επομένως δεν άξιζε την προσοχή μας. Η θεώρηση αυτή, όπως αναδεικνύει το βιβλίο «Colonialism and modern social theory», εκδόσεις Polity 2021, των Gurminder K. Bhambra και John Holmwood, αφορούσε και τον τρόπο με τον οποίο έβλεπαν οι δυτικοί τους μη ευρωπαίκούς λαούς: ως απομεινάρια του παρελθόντος, που θα έπρεπε να αγνοηθούν ή να αντικατασταθούν.

Αυτή η θεώρηση συνοδεύει την πρακτική στο πεδίο. Είναι κρίσιμης σημασίας το γεγονός ότι η Νεωτερικότητα βιώθηκε με εντελώς διαφορετικό τρόπο -από ό,τι στην Ευρώπη και στον πυρήνα του λεγόμενου «δυτικού Κόσμου» και των παρυφών του- στην Αφρική, στην Ασία, στη Λατινική Αμερική: ο Ιμπεριαλισμός και η Αποικιοκρατία υπήρξαν το πλαίσιο που καθόρισε την οργάνωση του βίου, ατομικά και συλλογικά, με άλλα λόγια την βιοπολιτική αυτών των χωρών. Δεν χωράει στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου μια εμβάθυνση σε αυτά τα θέματα, μα η σχετική βιβλιογραφία είναι πλούσια και διαφωτιστική. Πολύτιμο το βιβλίο  «Late Victorian Holocausts, El Niño famines and the making of the Third World» του Mike Davies, εκδόσεις Verso, για την κατανόηση των μηχανισμών που θεμελίωσαν τη μόνιμη υπανάπτυξη μεγάλων περιοχών του πλανήτη, και τη δημιουργία του Τρίτου Κόσμου.

Με την τρέχουσα άνθηση των μελετών για την Αποικιοκρατία (Colonial studies) στα Πανεπιστήμια της Ευρώπης και των ΗΠΑ, οι γνώσεις μας πολλαπλασιάζονται σ’αυτό το πεδίο. Πολύ ενδιαφέροντα είναι, μεταξύ άλλων, το «Slave Empire: How Slavery Built Modern Britain»,του Padraic X. Scanlan, εκδόσεις London: Robinson, και το «Empireland: How Imperialism Has Shaped Modern England», του Sathnam Sanghera, εκδόσεις London: Viking. Εχει τη σημασία του βεβαίως υπέρ του ακόμα ακμαίου- παρά τις δυσκολίες και τα πισωγυρίσματα- Ευρωπαϊκού πολιτισμού και της συνακόλουθης πολιτικής, ότι τέτοια βιβλία εκδίδονται στην Ευρώπη. Το πρόσφατο βιβλίο της Caroline Elkins (της συγγραφέως του βιβλίου «Imperial Reckoning: The Untold Story of Britain’s Gulag in Kenya») «Legacy of Violence: A History of British Empire» είναι ένα πολύ σημαντικό για το είδος του βιβλίο. Η Βρετανία συγκεντρώνει την προσοχή των μελετητών, ακριβώς επειδή στην εποχή της ακμής της, η έκτασή της ανά την Υφήλιο ήταν τόσο μεγάλη, οπότε «ο ήλιος δεν έδυε ποτέ στα εδάφη της»- ενώ οι μεγάλες βαρβαρότητές της δεν έφτασαν ποτέ τη φρίκη της γενοκτονίας στη Ναμίμπια από τη Γερμανία του Κάϊζερ, ούτε της ναζιστικού τύπου οργάνωση της δουλείας των αυτοχθόνων στον τόπο τους από το Βέλγιο, ούτε της συντριβής του κινήματος της ανεξαρτησίας των Φιλιππίνων από τους Αμερικάνους.

Κοινός τόπος πάντως των επαγγελιών των αποικιοκρατών για τις υπό έλεγχο χώρες ήταν ο εκπολιτισμός τους, φέρνοντας αυτούς τους λαούς στην εποχή της Νεωτερικότητας. Για τους Γάλλους ήταν «la mission civilisatrice», η κυριαρχία του Κογκό από το Βέλγιο ήταν μια υπόθεση «dominer pour servir», ενώ ο Πρόεδρος των ΗΠΑ McKinley δήλωνε ότι ο Θεός του ζήτησε «να σηκώσει το επίπεδο, να εκπολιτίσει και να εκχριστιανίσει τους Φιλιππινέζους (ασχέτως αν εκκατομύρια από αυτούς ήταν ήδη χριστιανοί). Κοινός τόπος επίσης, κατά τη συγγραφέα Caroline Elkins, της διαχείρισης των πληθυσμών στις αποικίας ήταν η «νομιμοποιημένη έλλειψη νόμων» (legalised lawlessness), η οποία επέτρεπε κάθε είδους αυθαιρεσία των κυβερνώντων.

Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο, είναι πολύ διαφωτιστική η ανάδειξη από την Elkins δύο φαινομενικά αντιθετικών όψεων πολιτικών ή στρατιωτικών προσωπικοτήτων, οι οποίες αντιστοιχούσαν στη δράση τους στους δύο διαφορετικούς κόσμους, τον Πρώτο και τον Τρίτο. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά νεαρού βρετανού αξιωματικού, κατά την καταστολή μιας εξέγερσης σε περιοχή της Ινδίας το 1897: « Προχωρήσαμε συστηματικά, χωριό χωριό, καταστρέψαμε τα σπίτια, κλείσαμε τα πηγάδια, ανατινάξαμε τους υδατόπυργους, κόψαμε τα πελώρια σκιερά δέντρα, κάψαμε τις σοδειές και σπάσαμε τους ταμιευτήρες…Στη διάρκεια ενός δεκαπενθήμερου η κοιλάδα ήταν πλέον μια έρημος, και η τιμή είχε αποκατασταθεί». Η αναφορά ήταν γραμμένη από τον Winston Churchill, από τους μεγάλους πρωταγωνιστές του Β Παγκοσμίου Πολέμου, του ίδιου που κατά την Elkins αρνήθηκε την εισαγωγή τροφίμων κατά τη διάρκεια ανθρωπιστικής κρίσης στην Ινδία το 1943, που κόστισε τη ζωή σε τρία εκατομμύρια ανθρώπους.

 

Επομένως;

Το ότι οι επαγγελίες της Νεωτερικότητας (ασχέτως των σε κάθε φάση στρατηγικών της) εξακολουθούν να ισχύουν σήμερα, είναι κατ’αρχάς θετικό. Στη βάση αυτών των επαγγελιών συγκροτήθηκε κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο η Συμμαχία Μεγάλης Βρετανίας, ΗΠΑ και Σοβιετικής Ενωσης κατά του ναζισμού και των δυνάμεων του Αξονα- οι δυνάμεις του οποίου Αξονα είχαν σαφώς μή (ή, μάλλον, αντι-) Νεωτερικές αναφορές, με τον διακηρυγμένο θεσμικό ρατσισμό και την ανθρώπινη δουλεία ως κρίσιμο υπόβαθρο της ιδεολογίας τους.

Αλλά για να έχουν όντως θετικό πρόσημο αυτές οι επαγγελίες στο πεδίο, είναι απαραίτητο να αναζητηθούν νέες στρατηγικές- ριζικά διαφορετικές από την ισχύουσα τις τελευταίες δεκαετίες, που μας έχει οδηγήσει σε έναν πλανήτη καταδιασπασμένο και πολεμοχαρή, με πολέμους πολύ πραγματικούς και πολύ καταστρεπτικούς, μα παράλληλα μη δηλωμένους (ώστε τουλάχιστον να υπάγονται στο Δίκαιο του Πολέμου- ή στη χειρότερη περίπτωση να έχουν ημερομηνίες έναρξης και τέλους, αντί να είναι διαρκείς και υπόκωφοι, όπως στο «1984» του Οργουελ), και συχνά δι’αντιπροσώπων, ώστε συχνά τις εκτιμήσεις μας να σκεπάζουν και να θολώνουν τα «σύννεφα του πολέμου», όπως αποκαλεί τη στοχευμένη παραπλάνηση ο φον Κλαούζεβιτς, περίφημος στρατηγιστής του 19ου αιώνα στο κλασικό βιβλίο του «Για τον Πόλεμο». Η θολούρα πλέον είναι τόσο γενικευμένη, ώστε να μην ξεχωρίζουν ακριβώς οι καταστάσεις ειρήνης και πολέμου.

Επιστρέφοντας στο ζήτημα της θεωρίας και των ορισμών, ιδανικά υποτίθεται ότι αυτοί συνιστούν τα εργαλεία μας ώστε να κινηθούμε με διαύγεια, ένα είδος πυξίδας κατά κάποιο τρόπο. Σε περιόδους  σχετικής «ομαλότητας» (σχετικής, καθώς δεν υπάρχουν Ουτοπίες επί της Γης)- ή, αλλιώς, κάπως μακρόχρονων ήρεμων φάσεων- η θεωρία και οι ορισμοί βοηθούν στην κατάταξη των πραγμάτων, υπέρ μιας γενικής συνεννόησης με αναφορά σε ένα ενιαίο πλαίσιο, και βεβαίως υπέρ της όποιας αποδοτικότητας των ενεργειών. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι σε φάσεις που η «ομαλότητα» είναι μεγάλη και διαρκεί πολύ, έχουμε την πολυτέλεια να μην τους αντιληφθούμε και πολύ καλά- ένα ποσοστό λάθους δεν έχει κρίσιμες συνέπειες, εφ’όσον το σύστημα λειτουργεί και γενικά μας ικανοποιεί.

Δεν ζούμε όμως σε τέτοια εποχή, όπως προαναφέραμε: η θολούρα περισεύει, και οι ορισμοί παραπαίουν εντός της. Το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό, μα μας αφορά πολύ συγκεκριμένα στο πεδίο, και μάλιστα αφορά τις ίδιες τις ζωές τις δικές μας και όχι μόνο λεπτές ψυχικές διαθέσεις υπέρ των πασχόντων στον πλανήτη γενικά. Όπως καταδεικνύει στα βιβλία του ο Ζύγκμουντ Μπάουμαν και πολλοί άλλοι, αλλά πλέον και η θέαση της κοινωνίας διά γυμνού οφθαλμού, οι ανθρώπινες χωματερές επεκτείνονται ξανά, έναν αιώνα μετά τη μπελ επόκ, και στις χώρες του λεγόμενου Πρώτου Κόσμου, και δεν είναι βέβαιο αν ο καθένας από μας ή οι άνθρωποί μας που έρχονται μετά από μας έχουν εξασφαλισμένη μια θέση στον ήλιο…Είναι ανάγκη να κατανοήσουμε τη «λειτουργία της κοινωνικής μηχανής», τη φορά των εξελίξεων, και κατά το δυνατόν να συμβάλλουμε σε ποιοτικές αλλαγές.

*

Το ποια θα είναι μια νέα στρατηγική των επιθυμητών για τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων εξελίξεων, εννοείται ότι δεν μπορεί να είναι αντικείμενο του παρόντος κειμένου. Είναι κάτι που απαιτεί του κόσμου τις νέες προσεγγίσεις, δοκιμές και αγώνες στο πεδίο, και βεβαίως καινοτόμες συνθέσεις στη θεωρία, αλλά και στο πεδίο της πραγματικότητας. Και πρώτα απ’άλα να ξεφύγουμε από την αδράνεια, την παθητικότητα και τη μοιρολατρεία του «δεν υπάρχει εναλλακτική». Υπενθυμίζουμε τη ρήση του βραζιλιάνου φιλόσοφου και πολιτικού Ρομπέρτο Ούνγκερ, σπουδαγμένου στο Harvard, κινούμενου στο θεωρητικό ρεύμα του ριζοσπαστικού ρεαλισμού: «Ο κόσμος υποφέρει από μια δικτατορία απουσίας εναλλακτικών. Οι ιδέες από μόνες τους δεν είναι σε θέση να ανατρέψουν αυτή τη δικτατορία, αλλά χωρίς ιδέες δεν είναι εφικτή η ανατροπή».

Καταλήγοντας, επιστρέφουμε στη σημασία της διαχείρισης των Ορισμών, δηλαδή των πυξίδων για τους προσανατολισμούς μας: δεν δεχόμαστε τους ορισμούς, και κυρίως αυτά που συνεπάγονται στο πεδίο, αν δεν περάσουν πρώτα τη βάσανο της «συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης», αν δηλαδή δεν ανταποκρίνονται στη δυναμική της συγκεκριμένης κατάστασης, ή, καλλίτερα στο «αληθές».

Αξίζει να επιμείνουμε στην έννοια του «αληθούς», όπως εξαιρετικά την αναλύει ο Λουΐ Αλτουσέρ στο βιβλίο του «Ο Μακιαβέλλι και εμείς», εκδόσεις Νήσος (μετάφραση: Μελέτης Λάμπρου, εισαγωγή: Γιώργος Φουρτούνης). Γράφει χαρακτηριστικά ο Αλτουσέρ: «Επανέρχομαι σε μια διάσημη ρήση, η οποία ωστόσο είναι επικίνδυνη εάν παρερμηνευτεί: εάν ‘η αλήθεια είναι επαναστατική’, είναι μόνο με την έννοια ότι η αλήθεια είναι συγκεκριμένη- άρα πρόκειται για το ‘αληθές’, όχι για την ‘αλήθεια’ γενικά- πραγματωμένη μέσα σε συγκεκριμένες δυνάμεις, δρώσα (effective), και επειδή είναι δρώσα, είναι αποτελεσματική». Εχει σημασία ότι ο Μακιαβέλλι, όπως τον διαβάζει και τον αξιοποιεί ο Γκράμσι, και μετά ο Αλτουσέρ, σκέφτεται τη συγκυρία με όρους σύγκρουσης δυνάμεων («Πόλεμος πατήρ πάντων» με τη λογική του Ηράκλειτου). «Μένει να σημειώσουμε» καταλήγει ο Αλτουσέρ «ότι ο όρος ‘αλήθεια’ είναι ιδεολογικός, και ότι οφείλουμε αποδοτικότερα να κάνουμε λόγο, όπως ο Σπινόζα, για το κάθε φορά ‘αληθές’».

*

Καταλήγοντας: για να έχουμε μια σχετική αξιόπιστη πυξίδα σε σχέση με τις ενέργειες και τις προσδοκίες μας, ως πολίτες, είναι πολύτιμο να αποκτήσουμε κατά το δυνατόν- έστω και σχηματικά- μια αληθή εικόνα της κατάστασης των πραγμάτων στον Κόσμο. Παράλληλα με τη γενική πυξίδα, όπως έλεγε ο χαρισματικός οικολόγος, με πολλή συγκεκριμένη δουλειά στο πεδίο, John Burton: « Μπορείς να λύνεις τα προβλήματα, αν διαχειρίζεσαι κάθε περίπτωση χωριστά: οι διαφορετικές προσεγγίσεις για τα ποικίλα ερωτήματα που αφορούν την κοινωνία, δίνουν και τις αποδοτικές απαντήσεις».

 

Επίμετρο 1

Αντιγράφω από το βιβλίο μου «Η Γή τρέμει!- Ανθρωποι και κατασκευές σε έναν κόσμο που αλλάζει», Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2009:

«Ο κόσμος γύρω μας αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα κι ακόμα μεγαλύτερη ένταση, με ριζικές ασυνέχειες και πολλές απροσδόκητες ανατροπές. Η σύγχυση αναφορικά με τις επιπτώσεις αυτών των μεταβολών περισσεύει: χθεσινές βεβαιότητες έχουν σήμερα την αξία χαρτονομίσματος που είναι πια εκτός κυκλοφορίας, ενώ τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει κανείς το βράδυ μοιάζουν το επόμενο πρωΐ εξωπραγματικά…Η παγιωμένη πλέον- και μάλιστα διαρκώς επιδεινούμενη- αστάθεια του κοινωνικοοικονομικού συστήματος παγκοσμίως διογκώνει και παροξύνει τις ανασφάλειες: όταν φθάσει στο σπίτι η Κοκκινοσκουφίτσα θα βρει την καλή γιαγιά να την περιμένει ή τον κακό λύκο που θέλει να την φάει; Τελικά, ποιες από αυτές τις μεταβολές συνιστούν απειλές, και ποιες ευκαιρίες;

Η επαρκής αποτίμηση της κατάστασης και της δυναμικής της είναι εξαιρετικά δυσχερής. Μια μεγάλη δυσκολία βρίσκεται στο ότι οι γνωστικές διαδικασίες επηρεάζονται προφανώς κι’αυτές από τις χαοτικές συνέπειες της αστάθειας του συστήματος. Επί πλέον, σε αυτή την τόσο επικίνδυνη και ρευστή φάση των εξελίξεων, δεν έχουμε την πολυτέλεια να βασίζουμε την προσπάθειά μας για την κατανόηση της κατάστασης σε λιγοστές και μονότροπες πηγές ενημέρωσης. Στο κάτω-κάτω,σε έναν κόσμο σκοπιμοτήτων όπως είναι αυτός που ζούμε, δεν είναι απαραίτητο όλοι αυτοί που κυριαρχούν στο πεδίο της ενημέρωσης να έχουν τα ίδια συμφέροντα με μας. Δεν έχουμε λοιπόν παρά να καταφύγουμε σε μια ποικιλία μέσων προκειμένου να βοηθηθούμε στο έργο της κατανόησης της φύσης των εξελίξεων. Κάποια από τα μέσα είναι προφανή: η ευρύτητα των άμεσων προσωπικών εμπειριών, η πλούσια ενημέρωση για τις τρέχουσες εξελίξεις, η παρακολούθηση των ανά τον κόσμο διανοητικών και πολιτικών ρευμάτων, η συμμετοχή μας σε ουσιαστικές συζητήσεις που καθιστούν τις απόψεις μας ωριμότερες αφού τις υποβάλλουν στη δοκιμασία της κριτικής. Σε κάθε περίπτωση, μια αποδοτική μέθοδος προκειμένου αυτά τα μέσα να αξιοποιηθούν πολλαπλώς είναι να κληθούν να λειτουργήσουν σε ένα συγκεκριμένο πεδίο, αντί για τον πολυπαραμετρικό κόσμο της πραγματικότητας στο σύνολό του».

 

Επίμετρο 2

Κρίσιμος είναι ο ρόλος της Τέχνης σε μια επί της ουσίας προσέγγιση της κατάστασης. Ο πολύ γνωστός διεθνώς δημόσιος διανοούμενος της Μ. Βρετανίας, και Καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Columbia των ΗΠΑ Sir Simon Shama (μεταξύ των βιβλίων του είναι το «Landscape and Memory», όπως και το «The face of Britain»), γράφει σχετικά στους κυριακάτικους Financial Times: «Γνωρίζω ότι ένα ποίημα δεν μπορεί να σταματήσει ένα τανκ. Αλλά και το αντίστροφο είναι επίσης αληθές». «Είναι μεγάλη η ‘μαλακή’ δύναμη της κουλτούρας» συνεχίζει, «με τις ποιητικά φορτισμένες λέξεις, εικόνες και μουσικές, που έχουν τη δύναμη σε κάποιες περιστάσεις να ασκήσουν μια επίδραση πέραν των εργαλείων και τις σκοπιμότητες της πολιτικής. Η κουλτούρα μπορεί να το κάνει αυτό διότι μπορεί να συνδεθεί με τις ανθρώπινες συνήθειες, ανάγκες και ενοράσεις, με τρόπους που εκθέτουν την κούφια, απάνθρωπη προπαγάνδα».

 

 

(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Τα τελευταία του βιβλία «Ηδονική Γεωγραφία» και «Πολιτισμός των Φαντασμάτων» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟ Λεφέβρ τον Μάη (του Γιάννη Μπαλαμπανίδη)
Επόμενο άρθροΝέα χρονιά, νέες παραστάσεις (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ