Rudies, φόνοι, μεταφυσική και ο Μπομπ Μάρλεϊ (του Θανάση Μήνα)

0
1209

 

 

Του Θανάση Μήνα.

                                                                                           Στον Joe Strummer

Είναι σκληρός τόπος η Τζαμάικα. «Κάνει διαολεμένη ζέστη, έχει πάντα φοβερή κίνηση και ο κόσμος δεν είναι όλο χαμόγελα και τέτοιες μαλακίες», γράφει ο Μάρλον Τζέιμς. Σε δυο αράδες, ο συγγραφέας αποδομεί την ειδυλλιακή αναπαράσταση της χώρας στις συλλογές της Putumayo ή στους τουριστικούς οδηγούς με προορισμό το Ότσος Ρίος ή το Νεκγρίλ. Στα νότια, στην παλιά πρωτεύουσα του Σπάνις Τάουν και στο γκέτο του Κίνγκστον, στο –επινοημένο- Κοπενχάγκεν Σίτυ, στις Οκτώ Παρόδους και στο Τρέντσταουν, η θερμοκρασία μπορεί να γίνει αφόρητη. Αστυνόμοι και κλέφτες στους δρόμους τρομάζουν την κοινότητα με τα όπλα και τις σφαίρες τους, τραγουδά ο Junior Marvin, σε παραγωγή του Lee Scratch Perry. Η σύντομη ιστορία επτά φόνων του Μάρλον Τζέιμς, που βραβεύτηκε με το Booker το 2015, ανατέμνει την πολιτική και κοινωνική ιστορία της Τζαμάικα στα χρόνια του ’60 και του ’70. Τα δίσεκτα χρόνια κατά τα οποία η δημόσια ζωή της χώρας συγκλονίστηκε από ένα απερίγραπτο κύμα βίας, που εξαπέλυσαν τα δύο κυρίαρχα πολιτικά κόμματα, χρησιμοποιώντας ως ομάδες κρούσης την αστυνομία και τις συμμορίες των rudeboys (rudies εν συντομία).

Το 1962 η Τζαμάικα διακήρυξε την ανεξαρτησία της. Η φάση της μετάβασης στο νέο καθεστώς ήταν δραματική. «Όταν το παλιό δεν έχει πεθάνει και το νέο δεν έχει γεννηθεί, είναι η εποχή των τεράτων», σημειώνει ο Μπένγιαμιν. Η περίοδος της αποικιοκρατίας είχε αφήσει ανοιχτές πληγές στο κορμί της χώρας. Ο πληθωρισμός κάλπαζε, η ανεργία ήταν στα ύψη. Στην παραγκούπολη του Τρέντσταουν, γενέτειρα του Bob Marley και συμβολικά της reggae, δεν είχαν καν τρεχούμενο νερό. Εν τω μεταξύ, από τις αρχές του ’50 ως τα τέλη του ’60, περίπου 600.000 Τζαμαϊκανοί αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στη Μεγάλη Βρετανία.

Θα κυνηγήσω τον Σατανά, θα τον στείλω στο εξώτερο διάστημα, τραγουδά ο Max Romeo, σε μια άλλη παραγωγή του Perry, επικαλούμενος τον μύθο του Χαϊλέ Σελασιέ: η αναφορά στον Σατανά αποτελεί μετωνυμία της αποικιοκρατίας· της Βαβυλώνας στη γλώσσα των Rastafari και του Marcus Garvey.

Ο Μαρξ, με τη μελαγχολική αισιοδοξία του, γράφει ότι το πέρασμα από τις προκαπιταλιστικές στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής θα σηματοδοτήσει το πέρασμα των αποικιοκρατούμενων χωρών από την Προϊστορία στην Ιστορία. Σύμφωνα με το θεωρητικό σχήμα του Μαρξ, το οποίο επαληθεύτηκε σε ορισμένες περιπτώσεις, όχι όμως καθολικά, η αποικιοκρατία, προκειμένου να επιβάλει την εξουσία της, θα έπρεπε να αναδείξει μια ντόπια γραφειοκρατία για τη διοίκηση, η οποία τελικά θα εξεγειρόταν ενάντια στην ίδια την αποικιοκρατία. Τυπικό παράδειγμα η Ινδία.

Το σχήμα-πλαίσιο του Μαρξ αμφισβήτησαν νεότεροι στοχαστές της μετααποικιακής θεωρίας, όπως ο Φραντς Φανόν ή ο Εντουάρντ Σαΐντ, οι οποίοι εστιάζουν περισσότερο στο τραύμα που άφησε η αποικιοκρατία παρά στον προωθητικό ρόλο της. Η σύντομη ιστορία επτά φόνων του Μάρλον Τζέιμς αποτυπώνει το τραύμα της μετααποικιακής συνθήκης που επιβλήθηκε στην Τζαμάικα.

Πόσα ποτάμια να διασχίσω;

Κατά τις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας, δύο κόμματα εναλλάχθηκαν στην εξουσία: Το Εργατικό Κόμμα της Τζαμάικα (JLP) με αρχηγό αρχικά τον Αλεξάντερ Μπουσταμάντε και κατόπιν τον Έντουαρντ Σίγκα, που παρά την ονομασία του ήταν συντηρητικό και εκπροσωπούσε τη λευκή νομενκλατούρα, και το αριστερόστροφο Εθνικό Λαϊκό Κόμμα (PNP) με αρχηγό τον Μάικλ Μάνλεϊ, που εξέφραζε τις κατώτερες τάξεις και διατηρούσε ανοιχτούς διαύλους με το κίνημα των Αδεσμεύτων και με τον Φιντέλ. Ο Marley, ο Τραγουδιστής στο μυθιστόρημα του James, παρότι δημόσια δήλωνε ανένταχτος, ήταν υποστηρικτής του PNP. Στην αφήγησή του ο James, πολύ προσεκτικά, αποφεύγει να εξιδανικεύσει το τελευταίο. Αναγνωρίζει ότι και τα δύο κόμματα συνέτειναν στη διαφθορά της δημόσιας ζωής της χώρας και διατηρούσαν δεσμούς με τις συμμορίες του ghetto: με τους rudies.

Στην κλασική μελέτη του Υποκουλτούρα. Το νόημα του στυλ, ο Βρετανός κοινωνιολόγος Dick Hebdige προσδιορίζει τους rudies ως σύγχρονους (ή και πρόδρομους) των Άγγλων mods. Πράγματι. Άκουγαν φίνα μουσική (ska και κατόπιν rocksteady), ντύνονταν με στυλ. Ο Peter Tosh της εποχής των πρώιμων Wailers (γύρω στο 1965-66), πριν δηλαδή ασπαστεί τον ρασταφαριανισμό, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα rudie. Εντοπίζεται όμως μια βασική διαφορά: στο ζενίθ της βρετανικής οικονομίας, οι mods, κατά κανόνα παιδιά της εργατικής τάξης, προσέβλεπαν στην κοινωνική άνοδο, εκεί που οι rudies δεν είχαν να προσβλέπουν σε τίποτα. Η κοινωνική ασφυξία καλλιέργησε μια κουλτούρα ατομικισμού. Ο φαταλισμός των rudies προσιδιάζει στον μύθο του Billy The Kid: αμφότεροι τρέχουν για να ξεφύγουν, για να ξεφύγουν από το γκέτο με το όπλο στο χέρι, όμοια με τον Ivanhoe “Ivan” Martin στο φιλμ “The Harder They Come” (1972), που ανέδειξε τον Jimmy Cliff. Δεν είναι τυχαίο ότι τα γουέστερν, από τα κλασικά αμερικανικά του Φορντ, του Στάρτζες ή του Ζίννερμαν ως τα μεταμοντέρνα spaghetti, γνώρισαν πρωτοφανή επιτυχία στην Τζαμάικα. Στη χώρα όπου η μουσική επηρεάζει τη δημόσια σφαίρα όσο πουθενά αλλού, οι αδρές δισκογραφικές αναφορές σε ονόματα όπως Django και Lee Van Cleef (ή, επίσης, σε ονόματα όπως Dillinger και Al Capone)είναι ενδεικτικές. Στο μυθιστόρημα του Τζέιμς, ο mean motherfucker ακούει στο όνομα Τζόζι Γουέιλς: ευθεία αναφορά στον κεντρικό ήρωα της ταινίας που σκηνοθέτησε ο Κλιντ Ίστγουντ το 1976.

Ωστόσο ο Τζέιμς δεν σταματά να συλλογίζεται: Ποιος έφερε τα όπλα στο γκέτο; Ποιος καλλιέργησε αυτή την κουλτούρα της βίας και της ανομίας; Ποιος αναπαρήγαγε τα παραπάνω πρότυπα; Ποιον αντίκτυπο είχαν οι δημόσιοι απαγχονισμοί και τα μαστιγώματα αιώνων στο σκλαβοπάζαρο του Σπάνις Τάουν και του Κίνγκστον; Το τραύμα της αποικιοκρατίας επανέρχεται με δραματική ένταση στις σελίδες του μυθιστορήματος. Ο Μαρξ γράφει ότι ο καπιταλισμός ριζοσπαστικοποιεί το έγκλημα. Δεν είναι του παρόντος, ίσως όμως να χρειαζόταν μια αναδρομή στα χρόνια μετά από το 1655, όταν οι Άγγλοι απέσπασαν το νησί από τους Ισπανούς και διόρισαν πρώτο κυβερνήτη τον πειρατή Χένρι Μόργκαν.

Για πόσο καιρό ακόμα θα σκοτώνουν τους προφήτες μας;

Ο Τζέιμς οργανώνει την πλοκή του με άξονα την απόπειρα δολοφονίας κατά του Τραγουδιστή, τον Δεκέμβριο του 1976, ο οποίος επέστρεψε στην Τζαμάικα αφού είχε κερδίσει τον δυτικό κόσμο και προσπάθησε να συμφιλιώσει τις δύο αντίπαλες παρατάξεις : Η σύντομη ιστορία εφτά φόνων, είναι η ιστορία της δολοφονίας των εφτά επίδοξων εκτελεστών του Τραγουδιστή. Οι δολοφονίες είναι περισσότερες, όμως ο Τζέιμς νομίζω ότι χρησιμοποιεί τον αριθμό 7 λόγω των μυστικιστικών συμβολισμών που προσλαμβάνει στην κοσμοθεωρία των Ρασταφάρι (When The Two Sevens Clash). Ο μυστικισμός των παραδόσεων της Τζαμάικα γενικά διατρέχει το κείμενο, με μεταμοντέρνο όμως τρόπο. Ο Τζέιμς δεν απομαγεύει τον Τραγουδιστή, αντίθετα, σχεδόν του αποδίδει μεσσιανικές ιδιότητες, ακόμα και όταν εκείνος αντιμετωπίζει τη θνητότητά του: μας λέει υπόρρητα ότι χρειαζόμαστε το ισχυρό σύμβολο του  Ρόμπερτ Νέστα Μάρλεϊ με τον ίδιο τρόπο που χρειαζόμαστε το ισχυρό σύμβολο του Τσε Γκεβάρα.

 

Αυτή είναι η μουσική του γκέτο

Ο σπερματικός λόγος του Τζέιμς δεν θα μπορούσε παρά να είναι επηρεασμένος από τη μουσική της Τζαμάικα. Δεν πρόκειται όμως για απλές αναφορές: οι στίχοι που εγκιβωτίζει στην αφήγησή του λειτουργούν επεξηγηματικά προκειμένου να υπογραμμιστεί, όπως ειπώθηκε και πιο πάνω, η τεράστια σημασία που έχει η μουσική στη δημόσια ζωή και γενικά στην κουλτούρα της χώρας.

Η αφήγηση του Τζέιμς είναι πολυφωνική, φωκνερική πιο σωστά. Το Καθώς ψυχορραγώ είναι βασικό σημείο αναφοράς στο κείμενό του. Περισσότεροι από δέκα χαρακτήρες, ανάμεσά τους και ένας νεκρός, ο καθένας με τη δική του διακριτική φωνή, συναθροίζουν το παλίμψηστο της αφήγησης: οι γκάνγκστερς  Πάπα Λο και Τζόζι Γουέιλς, η Κίμι που μεταναστεύει στην Αμερική, ο τοποτηρητής της CIA, ο μουσικοκριτικός Άλεξ Πιρις που ταξιδεύει για να καλύψει την ηχογράφηση του “Black ‘n’ Blue” των Stones και τελικά συνεπάρεται από την Τζαμάικα ώστε να γράψει gonzo μυθιστόρημα, και πολλοί άλλοι. Παρόμοια με τον Φώκνερ, που ενστάλαξε στη αφήγησή του την ιδιόλεκτο και την προφορικότητα του αμερικανικού Νότου, ο Τζέιμς αξιοποιεί τους ιδιωματισμούς και το jive της Τζαμάικα. Εξάλλου το βιβλίο είναι γραμμένο στα πατουά, δηλαδή στα αγγλικά της Τζαμάικα, που εμπεριέχουν στοιχεία από τις διαλέκτους των Κρεολών και από τις γλώσσες της Δυτικής Αφρικής.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, και μολονότι δεν πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα, η αφήγηση αλλά και το ύφος του Τζέιμς προσιδιάζουν στον James Ellroy, ιδιαίτερα στον Ellroy του USA Underworld  Trilogy: ναι, Η σύντομη ιστορία επτά φόνων είναι σκληρό ανάγνωσμα, συνιστά κατάβαση στην Καρδιά του Σκότους.Το ίδιο σκληρή όμως είναι και η ίδια η ζωή στην Τζαμάικα.

Η μετάφρασή του βιβλίου στα ελληνικά από τον Πάνο Τομαρά αποτελεί άθλο και ο κατατοπιστικός πρόλογος του Λάμπρου Φάτση εξοικειώνει τον αναγνώστη με την ιστορία, την κουλτούρα και τη σημειολογία του νησιού.

 

 

INFO: Μάρλον Τζέιμς, Η σύντομη ιστορία επτά φόνων, μτφ. Πάνος Τομαράς, πρόλογος: Λάμπρος Φάτσης, εκδ. Αίολος, σελ. 760

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΑργύρης Χιόνης, η πεζογραφία ενός ξεχωριστού ποιητή (του Β. Χατζηβασιλείου)
Επόμενο άρθροΟ έρωτας στας χρόνια του πολέμου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ