Πολέμος και λογοτεχνία (επιμ. Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

0
1437

 

(επιμέλεια: Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

 

Άνδρες τρελαινόντουσαν και λάμβαναν μετάλια γι’αυτό. Αγόρια στη γραμμή βομβαρδισμού θυσίαζαν τη ζωή τους γι ‘αυτό που τους είχαν πει πως ήταν η πατρίδα τους, και δε φαινόταν να πειράζει κανέναν- και λιγότερο απ’όλους τα αγόρια που θυσίαζαν τις νεαρές ζωές τους.

Σήκωσα ένα φαντάρο.

− Ξέρεις τι είναι πατρίδα;

− Ξέρω, σύντροφε διοικητή.

− Λοιπόν, λέγε.

− Είναι η Σοβιετική μας Ένωση, το έδαφός μας.

− Κάθησε.

Ρώτησα άλλον.

− Και συ πώς θ’ απαντήσεις;

− Η πατρίδα είναι… είναι εκεί που γεννήθηκα… Δηλαδή, πως να σας πω… ο τόπος…

− Κάθησε. Και σύ;

− Η πατρίδα; είναι η Σοβιετική μας κυβέρνηση… είναι… Χμ, ας πάρουμε, σα να λέμε, τη Μόσχα… Να εμείς τώρα την υπερασπίζουμε. Δεν έχω πάει εκεί… Δεν την έχω δει, μα είναι η Πατρίδα…

− Πάει να πει, δεν την είδες την πατρίδα;

Σωπαίνει.

− Τι είναι λοιπόν η πατρίδα;

Άρχισαν να μου ζητούν να το εξηγήσω.

− Καλά θα το εξηγήσω… Εσύ θέλεις να ζήσεις;

− Θέλω.

− Kι εσύ;

− Θέλω.

− Κι  εσύ;

− Θέλω.

−  Όποιος δε θέλει να ζήσει να σηκώσει το χέρι.

Κανένα χέρι δε σηκώθηκε. Τα κεφάλια δεν ήταν πια σκυμμένα — οι φαντάροι άρχισαν να ενδιαφέρονται. Αυτές τις μέρες είχαν ακούσει πολλές φορές τη λέξη «θάνατος» και γω μιλούσα για τη ζωή.

− Όλοι θέλετε να ζήσετε; Ωραία.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία-μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ώς το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ‘χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους — ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ‘ναι.

Είχα ιδεί που λές πολλά, τόσα που έτσ’ και δει ο άθρωπος κρυώνει και πια άλλο δε θωρεί, αλλά μια μέρα εγώ και δυο άλλοι είχαμε μπει σ’ ένα σπίτι, δήθεν να ψάξουμε για όπλα, και βρίσκουμε μέσα μόνο δυο γυναίκες. Η μια γριά, η άλλη νέα. Μάνα και κόρη. [..] Εκεί λοιπόν που ‘χω βγει με τον έναν κι είμαστε στον αχερώνα και σκοτώνουμε τα ζα, ακούω ουρλιαχτά απ’ το σπίτι. Σημασία εμείς. Ξανά και ξανά. Με πολλά τελειώνουμε τι έχουμε να κάνουμε, κι όπως γυρνάμε βλέπω τον τρίτο να βγαίνει απ’το σπίτι. Τι γίνηκε, ρε; του λέω. Μου χαμογελάει και λέει, πάγαινε γυρεύοντας η πουτάνα, αλλά την κανόνισα καλά. Καλά της έκανες, του λέω, αλλά κείνη την ώρα το μάτι μ’ πέφτει στα χέρια του. Στο ‘ να κράταε ένα μαχαίρι και στο άλλο δυο κοτσίδες κομμένες.

Πάντως υπήρχε ένας από εμάς που δίσταζε και δεν ήθελε να ακολουθήσει. Αυτός ήταν ο Joseph Behn, ένας στρουμπουλός,  ασχημούτσικος τύπος. Επέτρεψε στον εαυτό του να πειστεί, αλλιώς θα τον εξοστράκιζαν. Ίσως οι περισσότεροι από εμάς σκεφτόμασταν όπως αυτό, κανείς όμως δεν ξεχώριζε, επειδή στην παρούσα συγκυρία ακόμη και οι γονείς μας  είχαν τη λέξη «δειλός» σε ετοιμότητα, κανείς δεν είχε ιδέα τι μας περίμενε.  Οι φτωχοί και απλοϊκοί άνθρωποι ήταν οι σοφότεροι. Γνώριζαν πως ο πόλεμος ηταν δυστυχία, ενώ οι πιο ευκατάστατοι, και θα έπρεπε να μπορούσαν να δουν καθαρότερα τις συνέπειες, είχαν εκστασιαστεί. Ο Katczinsky είπε πως αυτό οφειλόταν στον τρόπο με τον οποίον είχαν μεγαλώσει. Τους είχε αποβλακώσει. Και για να το έλεγε, σίγουρα το είχε σκεφτεί.

Περίεργο που το λέω, αλλά ο Behn ήταν από τους πρώτους πεσόντες. Χτυπήθηκε στο μάτι κατά τη διάρκεια μιας επίθεσης, και τον αφήσαμε για νεκρό. Δε μπορούσαμε να τον μεταφέρουμε, επειδή υποχωρήσαμε κακήν κακώς. Το απόγευμα, ξαφνικά τον ακούσαμε να φωνάζει και τον είδαμε να έρπεται στην ουδέτερη ζώνη. Απλά είχε πέσει αναίσθητος. Επειδή όμως δεν έβλεπε και είχε σφάδαζε από τον πόνο, δεν κατάφερε να καλυφθεί και τον πυροβόλησαν πριν προλάβουμε να πάμε να τον πάρουμε.

Φυσικά δε μπορούσαμε να κατηγορήσουμε τον Kantorek γι’αυτό. Τι θα γινόταν στον κόσμο αν κάθε άνδρας έπρεπε να τιμωρηθεί επισήμως; Υπηρχαν χιλιάδες Kanrorek, και όλοι τους ήταν πεπεισμένοι πως λειτουργούσαν με σκοπό το καλό- με ένα τρόπο όμως που δεν τους στοιχιζε τίποτε. Και γι’αυτό μας απογοητεύουν τόσο πολύ.

Για μια στιγμή πάλι μου περνά η ιδέα πως ετούτη η μοναξιά είναι αληθινή. Πως τάχα σηκώθηκαν όλοι και φύγανε και μ’ αφήσαν μονάχον, ολομόναχον εδώ πάνω. Τότες μια κρυάδα περνά, λεπίδι, την καρδιά μου. Θα προτιμούσα να ξέρω πως ζούνε γύρω μου κρυμμένοι άνθρωποι, κι ας ήτανε μόνο οχτροί.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Συμπίλημα κείμένων από

Joseph Heller- Catch 22

Αλεξάντερ Μπεκ- Η Δημοσιά του Βολοκολάμσκ

Οδυσσέας Ελύτης- Το Άξιον Εστί

Δημοσθένης Παπαμάρκος- Γκιακ

Erich Maria Remarque –Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο

Στρατής Μυριβήλης- Η ζωή εν τάφω

 

Προηγούμενο άρθροΠαγκόσμιο αστυνομικό – 30 προτάσεις από τη Γαλλία, α΄ μέρος (του Μάρκου Κρητικού)
Επόμενο άρθροΚατερίνα Μπάμπκινα -Τρυφερά καλοκαίρια στη σκιά του πολέμου (συνέντευξη στην Χριστίνα Σανούδου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ