Ποιητές συνομιλούν με τον Μίλτο Σαχτούρη (Ύδρα 24/8/2020)

0
356

 

 

Νεότεροι κυρίως ποιητές διάβασαν ποιήματά τους στο Λογοτεχνικό Καφενείο στη παλιά δημοτική αγορά της Ύδρας στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 100χρονα του Μίλτου Σαχτούρη. Ένας είδος συνομιλίας αλλά και μια έκφραση αγάπης για  τον υδραίο ποιητή. Έλαβαν μέρος αλφαβητικά η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη,Βερονίκη Δαλακούρα, Χρήστος Δασκαλάκης, Έφη Κατσουρού, Κωνσταντίνα Κορρυβάντη, Αργύρης Παλούκας, Δημήτρης Πέτρου, Λίνα Τσουκαλά. Κάποιοι δεν μπόρεσαν να έχουν φυσική παρουσία και τα ποιήματά τους διαβάστηκαν από άλλους.

Τις αναγνώσεις συνόδευσε με το σαξόφωνό του ο Φλώρος Φλωρίδης ενώ προηγουμένως ο ίδιος είχε αυτοσχεδιάσει πάνω στη φωνή του Μίλτου Σαχτούρη όπως και στο ποίημα Ύδρα που διάβασε η ηθοποιός Ματίνα Ντούσκου.

               

 

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

 

Μαζική κλίμακα

 

Ξέρουμε πώς μοιάζει το Κακό

χωρίς Θεό, στην εποχή μετά το θάνατό Του.

Μοιάζει με άρρωστο φωτάκι

που ξεκινά σ’ ένα σοκάκι σκοτεινό

σαν κουδουνάκι στον αστράγαλο του νεκροθάφτη

στις πόλεις της πανούκλας.

Κανείς μην πλησιάσει.

Μα να, δειλά, όλοι ανοίγουν τα παράθυρα

να δουν, περίεργοι, τι σέρνεται στο δρόμο

κι αφήνουν να περάσει εντός,

με ένα χάδι στις κουρτίνες,

το μοχθηρό ετούτο φως

που λαμπαδιάζει τα δωμάτια

κάνει τα κτήρια να φωσφορίζουνε σκληρά

και σκάβει στις εξώπορτες χάσκοντες τάφους.

Το Κακό μετά το τέλος του Θεού

μοιάζει με θάνατο ανούσιο

σε κλίμακα μαζική,

γενοκτονίες εθνοκαθάρσεις διακρίσεις

ανθρωποβόρες μάχες για την κατάκτηση

μιας νέας πηγής νοήματος και ηθικής

το μέτρο όλων το άτομο

το μέτρο όλων η κοινωνία

το μέτρο όλων η ιδεοληψία

το μέτρο όλων ποτέ το μέτρο

 

Ξέρουμε πώς μοιάζει το Κακό.

Σκέψου.

Σκέψου πώς θα ’ταν το Καλό

το Καλό σκέψου πως θα ’ταν

σε κλίμακα μαζική.

 

——-

 

Απρίλιος του 44. Δυο αμερικανικά

αεροπλάνα σηκώνονται απ’ την Φότζα

για να φωτογραφίσουν το εργοστάσιο της IG Farben

στην Πολωνία. Καθώς πλησιάζουν

ο ένας απ’ τους δυο πιλότους

φωτογραφίζει ένα συγκρότημα βιομηχανικό

λίγο πριν το εργοστάσιο

δίχως να ξέρει τι είναι. Δεκαετίες αργότερα

δυο αναλυτές παρατηρούν ουρές

ανθρώπων στη φωτογραφία

να εισέρχονται στα κτήρια στη σειρά.

Οι Αμερικανοί είδαν το Άουσβιτς

χωρίς να βλέπουν.

 

Ιούλιος του 16. Ξεκινάει η Μάχη του Σομ.

Τρία εκατομμύρια άνδρες βουίζουν στα χαρακώματα.

Ένα εκατομμύριο θα γίνει λίπασμα

στοίβες κορμιά στο χώμα, ο ένας

πάνω στον άλλον. Τους απιθώνουν

στις σκηνές χωρίς κρεβάτια,

χωρίς φορεία, χίλιους τη μέρα, μισούς

κι ακρωτηριασμένους. Τριγύρω οι λάσπες

ανθίζουν. Ο νεαρός Αλεξάντερ Γκιλέσμπι

έχει βρει μενεξέδες

στην άκρη ενός παλιού πλημμυρισμένου

τράφου. Ζητάει απ’ τους γονείς να στείλουν

σπόρους νεροκάρδαμου και καπουτσίνους·

από έναν άλλο στρατιώτη μαζεύει κατιφέδες,

βιολέτες, παπαρούνες. Οι τραυματίες

χαζεύουν τον ανθισμένο τάφο

έξω από τις σκηνές. Ο Γκιλέσμπι πεθαίνει

στα είκοσι έξι, την πρώτη μέρα της μάχης του Λοος,

γεμάτος όνειρα μιας ζώνης ουδέτερης,

λουλούδια κατάφυτης, από την Ελβετία έως τη Μάγχη

να συγκρατεί τη διαλυμένη ανθρωπότητα σαν ράμμα

μη καταρρεύσει μέσα στη σκαμμένη έρημό της,

στον εαυτό της. Δεν του αντιστοιχεί κανένας τάφος.

 

Δεκέμβριος του 46. Ο Χανς Φρανκ

διοικητής της Πολωνίας

τα βράδια ανοίγει το Παλάτι Brühl

για ρεσιτάλ. Παίζει ο ίδιος

με τα μάτια κλειστά και τα βλέφαρα να τρέμουν

με τα λεπτά, λευκά του ακροδάχτυλα

ηλεκτρισμένα, τα σωθικά να καίνε

απ’ τη συγκίνηση. Μερικές βραδιές

μετά τις τόσες θεσπέσιες μελωδίες

βγαίνει κυνήγι με τους καλεσμένους του

στο γκέτο· παίζουν «πυροβολήστε τα ποντίκια».

Ξέρει καλά να ξεχωνιάζει τα παιδιά

που σέρνονται κάτω από τους τοίχους

για τροφή. Όταν κάποιος στρατιώτης

αστοχεί, ο Φρανκ αρπάζει το πιστόλι

από τα χέρια του και σημαδεύει

προσεκτικά. Το χιόνι πέφτει σιωπηλά.

Στη Νυρεμβέργη θα δηλώσει
Ήταν μια άγρια περίοδος, θυελλώδης,

γεμάτη πάθη τρομερά, μια ολόκληρη χώρα

φωτιά και ένας αγώνας ζωής και θανάτου.

Μετά τον απαγχονισμό

τις στάχτες του θα καταπιεί ο Ίζαρ.

 

Ξέρουμε πώς μοιάζει το Κακό.

Σκέψου.

Σκέψου πώς θα ’ταν το Καλό

σε κλίμακα μαζική.

 

 

Βερονίκη Δαλακούρα

 Αιώνας

 

Η λογική που αντέχει είναι το ρούχο που βαρέθηκα να φορώ.

Ο τοίχος που φύτρωσα μέσα στους πυροβολισμούς και τους πυράκανθους.

Το αρνί που σφάζεται είναι μια εικόνα απλή, σαν να ακούς φωνές παιδιών σ’ ένα άδειο δωμάτιο.

( Προσπαθώ να βρω μια αξία του πολέμου που αντιστέκεται σε φάλαγγες και κόκκινες χορεύτριες.)

 

 

  

Χρήστος Δασκαλάκης

 Λαϊκή αγορά

 

Ήμουν μικρός εγώ, μα εσύ «μεγάλος».

Μέσα σε αυτήν την αγορά, πρώτη φορά, είδα τη δύναμη της φύσης και το κάλλος.

Ζωντανά τα φρούτα δεξιά, αριστερά, νεκρά τα ψάρια.

Μαζί ο θάνατος και η ζωή, εδώ εγώ, αλλού εσύ, γεμάτα μ’ αντιθέσεις τα καφάσια.

Ήμουν μικρός εγώ, μα εσύ «μεγάλος».

Τρεις καγκελόπορτες στο γκρι, μιας εφηβείας η αυλή, για ένα θέλημα ντυνόμουν κάποιος άλλος.

Βουή τα πρωινά, φωνές πολλές, σιωπή τα βράδια.

Αγόραζα ελεύθερος χαρά, αγόραζες με στίχους τα μικρά και κέρδιζες με λέξεις τα μεγάλα.

Ήμουν μικρός εγώ, μα εσύ μεγάλος.

Δε γνωριστήκαμε ποτέ, μα τα καφάσια στις γωνιές, κρατούν ακόμα κάποιας ποίησης το βάρος.

Ζέστανε η μέρα τελικά, οι πάγκοι αδειάζουν.

Εγώ παρέμεινα μικρός, μονάχος, λίγος και μισός, μα εσένα ακόμα ως «μεγάλον» σε φωνάζουν.

 

Ἔφη Κατσουροῦ

 Ἡ γυναῖκα τοῦ χθεσινοῦ ποιήματος ντύθηκε στὰ λευκά

 

ἔσκισε μία σελίδα ἀπὸ τὸν συγκεντρωτικὸ τόμο ποιημάτων

ποὺ ἀναπαύονταν στὸ τραπέζι της, τὴν τύλιξε γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα της

στάθηκε στὸ γαλανό παράθυρο, ποὺ ἀναζητοῦσε κάποτε ὁ ποιητής:

 

Τὰ μικροσκοπικὰ τραύματα μελάνης ποὺ ἔγραφαν τὸ ποίημα τῆς σελίδας 40

εἴχανε γίνει ἐκδορές –πληγές ποὺ ἀνατρίχιαζαν

στὸ σῶμα της – στὸ στόμα της ἀναμονὲς:

 

«νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της» μονολόγησε

καὶ ἔστρεψε τὸ βλέμμα της στὴν πιὸ ἀκατοίκητη Ἄνοιξη

ἀντιγράφοντας τὴν κίνηση ἀναρριχώμενου δέντρου

σκαρφάλωσε ὥς τὸ δωμάτιο τοῦ τρίτου ὀρόφου

ἐκεῖ ποὺ τὰ ρολόγια κρατοῦν ἐμμονικὰ τὴ θερινή τους ὥρα

ἐκεῖ ποὺ τὸ φεγγάρι κατεβαίνει χαμηλὰ.

Ξεκρέμασε προσεκτικά τὸ φῶς του

ἔσκισε μιὰ ἐλάχιστη φλούδα ἀπὸ τὴ σάρκα του

καὶ συμπληρώνοντας μὲ ὅσα χρώματα μποροῦσε νὰ γεννήσει

τὸ ἀκούμπησε πανσέληνο στὰ πόδια τοῦ μικροῦ της γιοῦ.

Τὸ παιδί στριφογύρισε δύο-τρεῖς φορὲς μέσα στὸν ὕπνο του

πῆρε τὸ νέο του παιχνίδι ἀγκαλιὰ καὶ συνέχισε νὰ κοιμᾶται

μὲ ἕνα γλυκύτατο μειδίαμα στὰ βρεφικά του χείλη.

Ἐκείνη κατάπιε τὴν ἀσημένια φλούδα καὶ κατέβηκε στὸν κῆπο

-εἶχε ἀλήθεια τόση ἀνάγκη ἀπὸ φῶς.

 

«Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της

ἀπὸ τὸ χρῶμα του κάθε λουλούδι», ψιθύρισε

καὶ ἄρχισε νὰ κλαίει μὲ ἀναφιλητὰ καὶ δάκρυα

πράσινα καὶ λυτρωτικὰ σὰν τὰ μάτια της

τὰ μάζεψε προσεκτικὰ στὶς χοῦφτες της καὶ ἄρχισε νὰ βάφει

τοὺς μίσχους τῶν φυτῶν τὰ φύλλα καὶ τοὺς θάμνους

ἔσκυψε φίλησε τὸ μοναδικὸ τριαντάφυλλο ποὺ εἶχε ἀνθίσει

καὶ ἐκεῖνο κοκκίνισε τόσο ποὺ θὰ περίμενε κανεὶς

τὰ χείλη της τώρα νὰ ἔχουν γίνει γιασεμιὰ

μὰ φώτιζαν κόκκινα πιὸ κόκκινα ἀπὸ τὴν ἄγρια

παπαρούνα τῆς περασμένης Ἄνοιξης

Τὸ ἄγαλμα τοῦ κήπου ἔστεκε ἀκίνητο μὲ τὸ μέταλλό του καυτὸ

νὰ μαρτυρεῖ τὰ θαύματα τῆς νύχτας.

 

«Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της

ἀπὸ τὸ χρῶμα του κάθε λουλούδι

ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι», μονολόγησε

ἀνεβαίνοντας μὲ βήματα σιγανὰ τὴ σκάλα

ἡ σελίδα ποὺ τύλιγε τὸ κορμί της εἶχε ἀρχίσει νὰ φθείρεται

τὰ γράμματα νὰ φυλλοροοῦν

τὸ παιδὶ μὲ τὸ φεγγάρι στὸ πλάϊ του κοιμότανε γαλήνιο

μία στιγμὴ μονάχα

κάποιο ὄνειρο τάραξε τὴ νηνεμία του

κι ἀκούστηκε κλάμα γοερὸ

ἡ νεαρὴ γυναῖκα τὸ χάϊδεψε

τὸ πῆρε στὴν ἀγκαλιά της καὶ τὸ κράτησε σφιχτὰ τόσο

ποὺ νὰ νοιώσει πὼς ἐπιστρέφει στὴν φωλιά του

τόσο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ ἀνοίξει τὰ φτερά του

νὰ πετάξει

 

τὸ μικρὸ ἀγόρι καθισμένο στὴν ἀγκαλιά της

ἄρχισε νὰ ἀφαιρεῖ μικρά-μικρὰ κομμάτια ἀπὸ τὴν σελίδα

ποὺ τύλιγε τὸ κορμί της μέχρι ποὺ τὴν ἄφησε γυμνή

γέμισε τὸ δωμάτιο χαρτάκια κομφετὶ καὶ σερπαντίνες

ἡ πανσέληνος ποὺ τοῦ εἶχε χαρίσει χτύπαγε

στοὺς τοίχους τοῦ δωματίου στὸ ταβάνι στὰ παράθυρα

κατέληγε στὰ πόδια στὰ χέρια του κι ὕστερα

πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κι ἀνάμεσα στὰ θραύσματα

τοῦ ποιήματος τῆς σελίδας 40

Μετὰ ἀπὸ μιάμιση ὥρα περιδίνησης στὸ δικό του προσωπικὸ πλανητάριο

ἔγειρε τὸ κεφάλι του στὸν ὦμο της κι ἀποκοιμήθηκε

«Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της

ἀπὸ τὸ χρῶμα του κάθε λουλούδι

ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι», συνέχισε ἐκείνη σὲ τόνο νανουρίσματος

«ἀπ’ τὸ ἀνατριχιασμά του κάθε φιλί»

 

μουρμούρισε τὸ παιδί μέσα στὸν ὕπνο του

σφίγγοντας ἕνα ἀπόκομμα ἀπὸ τὸ ἄσπρο φουστάνι της στὸ χέρι του.

 

 

 

Κωνσταντίνα Κορρυβάντη

Μαύρο Φλιτζάνι

 

Ήταν η σποραδική γυναίκα

η κατά τόπους

εκείνη με το σμήνος  στο πλευρό

και το σταθερό χέρι της τοξοβόλου,

που δεν είχε τι να σημαδέψει.

 

Μαρία, Σοφία, Αγία,

πλησιάστε να σας πω.

Η ενοχή είναι μια προφητεία

και η παραμικρή υποψία

κάτι ασύλληπτα προκλητικό.

 

Έχει και ο Θεός αμαρτήσει.

Πως αλλιώς εξηγείται

το ξαφνικό πέταγμα των πουλιών

πέρα από το σύρμα

 

το κορίτσι που χάνεται

στο σκοτάδι της καρέκλας;

 

 

 

Αργύρης Παλούκας

Α ύ γ ο υ σ τ ο ς

 

Είμαι κλεισμένος μες στα γράμματα,

το άλφα, το σίγμα και το όμικρον.

Πέτρες, σπασμένα λόγια κι επανάληψη.

Για μερικούς ανθρώπους

οι μέρες περνούν ανώφελα,

όχι αποφασισμένα, όχι·

όπως το καλοκαίρι

περνούν για τα παιδιά τα μεσημέρια

κάτω από τον ήλιο.

Έτσι ειναι. Για τους ληστές στο πλάι του Χριστού

δεν μίλησε κανείς.

Κι αν κάποιος ζει, είναι γέρος σε κάποιο νησί.

Κατά το σούρουπο με τα πόδια ανοιχτά κάθεται

και κοιτάει.

Θυμάται λόγια, φαγητά, υποσχέσεις και τριαντάφυλλα.

Μια πιο πολύ, του ’ρχεται στο μυαλό

εκείνο το ταξίδι στην Αθήνα κι η επίσκεψή του

στο κατάστημα με τα ηλεκτρονικά.

Κρατώντας μια παλιά κασέτα στο χέρι,

«τον πατέρα μου, τον πατέρα μου, σας παρακαλώ,

τον πατέρα μου μπορείτε, σας παρακαλώ,

να τον βγάλετε από ’δώ μέσα;»

 

Δημήτρης Πέτρου

 Τι έλεγε ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης όταν έσβηναν οι κάμερες

 

Τόσον καιρό, άλλα αντί άλλων.

Ο μήνας Ιούλιος Ιούνιος Αύγουστος.

Η νήσος Πόρος και η νήσος Ντύλαν Τόμας.

 

Παραέξω δεν πάω.

 

Κάθομαι πάνω στο μεσημέρι

και φωτογραφίζω τα βαπόρια της βροχής,

που σκοτεινιάζουν τις μέρες μου.

 

Άγριος νοτιάς επωφελείται της απουσίας μου.

Σαλιαρίζει στα μπράτσα της πόλης.

Βάφει με κόκκινο τη σελήνη στα όνειρά μου.

 

Κι όλο λέω θα μιλήσω.

 

Μα το πρωί έχει τέτοια ζέστη

 

σαν την πρώτη μέρα

μετά τον Κατακλυσμό.

 

 

 

 

Λίνα Τσουκαλά

Ο τρελός λαγός

Δεξιά κι αριστερά τρελός λαγός
βομβίζει στο βλέφαρό σου
πάνω από την κόρη σου
σκορπίζει μαύρο βόμβο

βαθιά μέσα στο μυαλό

υπόγεια στο στόμα
αγωνιώδεις στρόγγυλες
πατημασιές
λαγού

στο παλιό εργαστήριο
εργαλεία μηχανές
δουλεύουν από αόρατο χέρι
τροχαλίες και γρανάζια
ο γρύλος το κλειδί
και οι λαμαρίνες
σφυράκια και σφυριά
δυο δείκτες που μετρούν την ώρα
γυαλιά μυωπίας ακριβή

βαριά πάνω στα άκρα
ξερά μέσα στο στόμα
παντού τρίχες λαγού
πυρετός
λαγού ρόγχος δικός σου
λαγού ρόγχος και
ουρά

του τρελού λαγού η επίσκεψις
ανοιχτό λευκό βιβλίο
είναι
σε ώρα βραδινή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here