Ποίηση στα χρόνια της κρίσης (του Βαγγέλη Καραμανωλάκη)

1
993

 

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη(*)

 

 

Τι μπορεί, άραγε, να γράψει ένας ιστορικός για μια ποιητική συλλογή; Πώς μπορεί, άραγε, να διαβάσει με τα εργαλεία της δικής μου δουλειάς ένα ποιητικό κείμενο, τι πρέπει να αναζητήσει από τον άγγελο της ιστορίας σε μια δίγλωσση (ελληνικά – αγγλικά) ανθολογία ποιημάτων από 50 δημιουργούς, που γράφτηκαν την εποχή της ελληνικής κρίσης;

Το ερώτημά μου δεν είναι καινούργιο και δεν είναι ίσως τόσο τεχνικό ή τόσο αυτοαναφορικό όσο φαίνεται. Όσο πιο πολύ μεγαλώνω τόσο πιο πολύ κατανοώ τη δουλειά μου, τη δουλειά ενός ιστορικού, όχι τόσο ως μια αγωνιώδη αναζήτηση τεκμηρίων αλλά σαν την ανάγκη κατανόησης αυτού που έχει περάσει, σαν μια κριτική και ηθική στάση απέναντι στο άλλο, σε αυτό που είναι ξένο ακόμη και εάν είναι κοντινό.

Η κρίση είναι μια μείζονα εμπειρία για την ελληνική κοινωνία. Όχι μόνο για τις πολλαπλές συνέπειές της στην πολιτική και κοινωνική ζωή, συλλογική και ατομική. Αλλά και γιατί αντιπροσωπεύει μια μεγάλη τομή στην ίδια την αυτοεικόνα της, στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τις ιστορικές διαδρομές της. Είναι χαρακτηριστική όλη η συζήτηση για τη Μεταπολίτευση, το τέλος της αλλά και τα σχετικά αφηγήματα για τη γενεαλογία της κρίσης. Πού και πώς θα τα αναζητήσει αυτά ο ιστορικός του μέλλοντος, κοντινού ή μακρινού; Σκέφτομαι πως ενδεχομένως μορφές λόγου όπως η ποίηση μπορούν να μεταφέρουν με πολύ μεγαλύτερη ενάργεια την αίσθηση του χρόνου, την αίσθηση αυτού που πέρασε σε σχέση, λόγου χάρη, με μια ιστορική μελέτη. Τα παραδείγματα είναι πολλά, δεν θα επεκταθώ. Για να παραφράσω έναν αγαπημένο στίχο του Λευτέρη Πούλιου, ο ποιητής μπορεί να στέλνει καρτ ποστάλ στο μέλλον με γραμματόσημο την εποχή για την οποία γράφει.

Τι μπορεί λοιπόν να βρει κανείς σε αυτή την εξαιρετική συλλογική καρτ ποστάλ και πώς μπορεί να τη διαβάσει; Τρία σχόλια, τρία σχόλια προσωπικά, με όλη την υποκειμενικότητα που ευτυχώς διαθέτει η ανάγνωση της ποίησης, συνομιλώντας, αναγκαστικά επιλεκτικά, με κάποιους από τους στίχους της συλλογής.

 Το παρελθόν-παρόν

Μια κρίση τέτοιας έκτασης και μάλιστα μια κρίση που στην πραγματικότητα συνεχίζεται χωρίς ένα προφανές τέλος, μια κρίση που έχει γίνει καθεστώς, αποτέλεσε και αποτελεί εύλογα τομή στην αντίληψη των ανθρώπων για τη συνέχεια του χρόνου. Παρελθόν και παρόν συμφύρονται σε ένα συνεχές τώρα.

Αδυνατώ να θυμηθώ/ τι μέρα είναι σήμερα/ Τρίτη μάλλον, μπορεί και Σάββατο/ Χθες πέρασα έξω απ’ το παλιό μου σχολείο/ Είδα τον εαυτό μου στο προαύλιο/ Έκανα απρόθυμα την προσευχή. (Γιάννης Ν. Παππάς, «Εγκεφαλική κλεψύδρα»)

Σε αυτό το παρόν της δυστοπίας, το μόνο διακρίσιμο παρελθόν είναι εκείνο των παιδικών χρόνων, ένα παρελθόν που μεταμορφώνεται σε χώρο άντλησης προσωπικής και συλλογικής δύναμης. Η μνήμη μετατρέπεται σε καταφύγιο, γίνεται οξυγόνο.

Κι αν κάθε μέρα είναι μια καινούργια πληγή/ στρέφουμε πίσω το βλέμμα κι επιβιώνουμε/ κι αν μας πνίγει το σκοτάδι/ έχουμε φυλάξει πολύ φως μες στην ψυχή μας/ κι αν το μέλλον μας είναι ναρκοθετημένο/ έχουμε ζήσει πολύ/ όσο χρειάζεται για να νοσταλγούμε./ Όταν η ζωή γίνεται παρελθόν/ η μνήμη γίνεται οξυγόνο. (Νίκος Σουβατζής, «Οξυγόνο»)

Σε αυτόν τον αδιαφοροποίητο χρόνο, υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να λειτουργήσουν ως ορόσημα; Η αναφορά σε δύο τουλάχιστον ποιήματα στο 2008, στη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, την αναδεικνύει για μια νεότερη γενιά σε ένα μυθικό ορόσημο, βίωμα μαζί και ιστορία.

Στα δωμάτια μας/ μερικές φορές διαβάζουμε ποιήματα/ και βλέπουμε ντοκιμαντέρ για τον Δεκέμβρη του ’08. (Θάνος Γώγος, «2008»).

Ένα ορόσημο που σηματοδότησε το πέρασμα στην ενηλικίωση, καθώς μάλιστα συνοδεύθηκε πλέον και από τις επιπτώσεις της κρίσης.

Βαφτιζόμαστε/ Στις νεραντζιές που ανθίζουν/ Στους δρόμους του κέντρου/ Κρίσης κρήνες/ Ποτίστε μας κι άλλο (Νίκος Ερηνάκης, «Ακόμη βαφτιζόμαστε»)

Το ατομικό βίωμα έρχεται να συνομιλήσει με το συλλογικό. Η κρίση αποτελεί ένα ορόσημο για την ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα μάλιστα καθώς ήλθε να διακόψει το αφήγημα της επιτυχημένης Μεταπολίτευσης και να πλήξει τα γενικότερα ιδεολογήματά της. Ανάμεσα τους ο καταγωγικός μύθος, η σύνδεση με την αρχαία Ελλάδα.

Χώμα φυτεμένο σπασμένους αμφορείς/ Κι από πάνω χώμα/ Κι από πάνω πέτρες/ πλεγμένες καβούρια/ Κι από πάνω χώμα/ Κι από πάνω άσφαλτος χωρίς διαγραμμίσεις/ Κι από πάνω μπαλώματα/ Κι από πάνω τσιμέντα/ Κι από πάνω ήλιος που τρυπάει κεφάλια/ Κι από κάτω βόδια/ Που λιάζονται (Άρτεμης Μαυρομμάτης)

Ένας κόσμος σε κίνηση

Ο κόσμος της κρίσης, όπως τον βιώσαμε, είναι ένας κόσμος σε συνεχή μετάβαση. Δεν είναι η πρώτη φορά. Σε όλο τον 20ό αιώνα, τα μεγάλα γεγονότα –ας σκεφτούμε τους δυο παγκόσμιους πολέμους– συνδέθηκαν με τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμού, γενοκτονίες και εκκαθαρίσεις, προσφυγικές ροές, οικονομική και φοιτητική μετανάστευση. Η σημερινή κρίση γεννά κύματα μετακινήσεων, η κίνηση μετατρέπεται σε μια διαρκή εμπειρία, αλλάζοντας τους χώρους που ζούμε και τη σχέση μας με τους άλλους.

Η γειτονιά αυτή γέμισε αδέσποτα και καβγάδες/ κάμποσοι ήρθαν λένε απ’ τον Νίγηρα και δε μιλούν τη γλώσσα μας/ κρυμμένοι πίσω απ’ τον άνεργο νταή σε καμήλες και νταλίκες,/ για μερικούς νιώθω προσωπικά υπεύθυνος/ λες και τους κάλεσα εγώ να φάνε από σχισμένες σακούλες. (Αλέξιος Μάινας, «Γάτες»)

Αυτή η κίνηση είναι πολυεπίπεδη, από έξω προς τα μέσα, από τα μέσα στα έξω. Άνθρωποι που φεύγουν για να βρουν δουλειά στο εξωτερικό και κρατούν τον θυμό της αναγκαστικής αποδημίας:

Άδικη χώρα/ παίρνεις το αλάτι απ’ το κορμί μου το σκορπάς στη θάλασσα/ Κι απαιτείς/ με πλοία γεμάτα καρυκεύματα/ με ιδρώτα μυρωμένο να επιστρέφω. (Λένα Καλλέργη, «Ψυχοκόρη»)

Η κίνηση εκμηδενίζει τις αποστάσεις, κονιορτοποιεί τον χώρο και τον χρόνο:

Κάποτε δεν θα υπάρχουν/ ούτε δρόμοι ούτε οδοί./ Σαν το ρόδο και τη φωτιά/ Αθήνα και Κάιρο θα είναι πια ένα. (Ανδρέας Κέντσος, «Φυγή στην Αίγυπτο»).

Σε αυτή την αέναη κίνηση πατρίδα είναι η στιγμή, ο τόπος που θα ακουμπήσεις έστω και για λίγο. Πατρίδα γίνεται το ίδιο το ταξίδι.

Πατρίδα, μου είπε μια νύχτα ο Καρίμ,/ είναι να πέφτεις αργά να βυθίζεσαι να λες/ φυτρώνουν στους ώμους μου φτερά/ να λες και να εμπιστεύεσαι/ εκείνη η ελάχιστη της πίστης στιγμή/ αυτή είναι η πατρίδα/ κι ας ξέρεις πως τίποτα. Ποτέ κανείς.// Πατρίδα είναι η φυγή. (Ελένη Γαλάνη, «Φρυκτωρίες»)

Ο ποιητής παρατηρητής

Η κρίση δεν μεταβάλλει μόνο τον προσωπικό μας κόσμο, αλλάζει τα εργαλεία που έχουμε για να αντιλαμβανόμαστε αλλά και για να μιλάμε για το τι συμβαίνει γύρω μας. Μέσα από την εμπειρία της κρίσης, επιστημονικά πεδία, όπως η ψυχανάλυση ή η ανθρωπολογία, μετασχηματίστηκαν σε επίπεδο θεωρίας και πρακτικής. Τι σημαίνει να γράφεις ποίηση σε έναν κόσμο που αλλάζει δραματικά, που απογυμνώνεται, που θρηνεί τις απώλειες του:

Και με ρωτούν, γιατί γράφεις λίγο;/ Γιατί έχασα τις εικόνες μου/ το λεωφορείο, την πτήση μου// και γύρω μου/ όλοι προσπαθούν να τις ξαναβρώ// και χάνουν τους ανθρώπους που αγαπούν/ τη δουλειά/ την πίστη τους// και όπως εγώ δεν ξαναπιάνω το στυλό/ αυτοί δεν κατεβαίνουν στον δρόμο. (Θάνος Γώγος, «2008»)

Ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος του ποιητή ή της ποιήτριας, πώς μαζεύει πια το υλικό που αφορά την ανάγκη της να εκφράσει αυτό που βιώνει αλλά και αυτό που συμβαίνει γύρω της:

κρυφακούω αυτά που λέτε όταν με κρυφοκοιτάτε/ γιατί σας τελείωσαν τα. παράθυρα/ και μεταμορφώνομαι σε λίμνη με πόδια στιβαρά/ και περπατώ κάτω από τα σπίτια σας τις νύχτες/ και κρυφοκοιτώ τα όνειρά σας γιατί μου τελείωσαν οι ύπνοι (Δήμητρα Αγγέλου)

Τα ποιήματα μεταβάλλονται, οι καινούργιοι ήρωές τους μπαίνουν και βγαίνουν από μέσα τους, κατασκευάζουν τον δικό τους χώρο.

Τότε ο ένας τους/ μετακινήθηκε βιαστικά/ στο λευκό περιθώριο/ διαχωρίζοντας τη θέση του (Δημήτρης Χατζηχαραλάμπους, «Λειτουργία της βροχής»)

Κι έτσι ο ποιητής μπορεί να μιλήσει για εκείνα που οι άλλοι εν τέλει δεν μπορούν, ούτε και εγώ ακόμη ο ιστορικός που γράφω εδώ. Μπορεί να μεταβληθεί σε αυτό που οι άλλοι πόθησαν, στο καλύτερο μέλλον που ονειρεύτηκαν:

Είμαι ο Άγγελος/ που πόθησαν όσοι χτίστηκαν για να στεριώσουν οι πολιτείες σας,/ ο σπουδαγμένος γιος ενός αγράμματου εργάτη (Νικόλας Ευαντίνος, «Αποκάλυψη»)

Και έπειτα, όπως ο μακρινός πρόγονός του που πήρε την ομορφιά στα γόνατα και τη βλαστήμησε, να μας καλεί να ξυπνήσουμε:

«Ξυπνήστε/ σε μια χώρα/ που ξημερώνει μόνο νύχτα…» (Λίνα Φυτιλή, «Ταυτότητα»)

Ή ακόμη και να παρηγορεί, σε ένα κόσμο που πορεύτηκε και πορεύεται πάντα με τον ίδιο ανάπηρο τρόπο.

Κι όπως δεν ήταν το πριν γιορτή/ Δεν είναι και το τώρα απόγνωση// Θα υποφέρουμε κι αυτή την ειρήνη// Ό,τι κόσμος ήταν,/ Κόσμος παραμένει (Νίκος Ερηνάκης, «Ακόμη βαφτιζόμαστε»)

 

(*) Ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης είναι ιστορικός (ΕΚΠΑ, ΑΣΚΙ).

 

info: Μάνια Μεζίτη (επιμ.), Ξύνπνησα σε μια χώρα / I woke up in a country. Ελληνική ποίηση σε ενεστώτα χρόνο, Μετάφραση: Χριστιάνα Μύγδαλη,Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, Αθήνα 2019

Διαθέσιμο στο: https:/ / rosalux.gr/ el/ publication/ xypnisa-se-mia-hora-i-woke-country

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here