Ποιήματα χωρίς ποίηση, και ένα με ολίγη(του Χρήστου Τσιάμη)

0
429

 

του Χρήστου Τσιάμη

 

XVII

 

 

 

          

 

 

Ανοιξη το έτος 2020

 

Αν το έγραφες αυτό πέρυσι τέτοια εποχή,

τον ίδιο μήνα, την ίδια μέρα, την ίδια ώρα,

θα έμοιαζε σαν μια (του ποιητή) χίμαιρα.

Ομως η φαντασία σήμερα

βγήκε απέξω, είναι ορατή.

Είναι ένα κοκαλωμένο σώμα που στέκει

μέσα στης σιωπής την παγωμένη μπόρα.

Είναι απ’ τα υλικά τής πόλης φτιαγμένη.

Ακαμπτη   ακίνητη   φριχτά μουγγαμένη.

 

 

 

 

 

Ποίημα χωρίς ποίηση

 

Οταν η φαντασία είναι

μια γυμνή, άδεια πόλη,

τότε σκέπασε το ποίημα

(από πέλμα ως κεφαλή)

με του νεκροτομείου

το κάτασπρο σεντόνι.

 

Πάρ’ το απόφαση.

Κάθε σου λέξη θα πέφτει

σαν κέρμα στο παντελόνι

με τρύπια τσέπη.

 

 

 

 

 

 

 

Εγκλειστη εποχή

 

Πίσω, στην άκρη τής αυλής,

μπροστά από τα χαμηλόκλαδα τα αειθαλή,

λιάζονται ολημερίς κουνέλια.

Στο χώμα, κάτω από την φορσύθια αφημένα,

σιωπηρά πουλιά κόβουνε βόλτες αφηρημένα.

 

Ξυπνάω με τα μαλλιά μου κάθε πρωί

πρός μια κατεύθυνση διαφορετική.

Εξαρτάται, ίσως, από των ονείρων

τον καιρό και του κορμιού τη μουσική.

 

Σήμερα ξημέρωσαν σε κλίμακα Β Flat.

Που σημαίνει χρειάζονται σαμπουάν.

Θα ανοίξω τώρα πανιά στη μπανιέρα

με σκέψεις ούριες, να πλέω όλη μέρα…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ξενοδοχείον «Ο Θάνατος»

 

Συνέβη ακριβώς έτσι

Ας το διαβάσει όποιος αντέξει

Σε μια πόλη κλειδωμένη

στο εσωτερικό σπιτιών.

 

(Και τη μέρα εκείνη που ο πετεινός

ζωηρά θα λαλήσει μια νέα ανατολή,

πόσα από δαύτα θα έχουν ανοίξει

σαν μια πληγή που έχει αφορμίσει;)

 

Συνέβη, λέω, έτσι (χωρίς όμορφες λέξεις)

Ο Μπόμπ Ρόου, 56, ο Χούλιο Μενέντεζ, 42,

και ο εξηντατετράχρονος Σάνγκ Μό Πίνγκ,

χτυπήθηκαν από τον ιό που μας μαστίζει.

 

Οταν στο νοσοκομείο οι γιατροί για τους τρείς

θεώρησαν πως τη φορτούνα την είχαν περάσει

(όχι πως αυτοί είχαν εντελώς γιάνει, αλλά

άλλοι ετοιμοθάνατοι περίμεναν για κρεβάτι)

τους έδωσαν, με αυστηρούς όρους, εξιτήριο.

Πήγαν κι οι τρείς (οι αρχές το είχαν φροντίσει),

για απομόνωση, σε τριών αστέρων ξενοδοχείο.

 

Ολες οι υπηρεσίες ήταν στη διάθεση τους.

Χτυπούσαν την πόρτα και άφηναν απέξω

στο διαδρόμου το χαλί δίσκο με το φαϊ τους.

Μάζευαν κατόπιν με γάντια τα άδεια πιάτα.

Σε πλαστική σακούλα τα ρούχα τα άπλυτα.

 

Δυο φορές τη μέρα, το είχαν κανονίσει

κάποιος άγνωστος να τους τηλεφωνήσει.

Και να τους πεί τί;  Ένα άδειο ‘τι κάνεις’.

Κάπου εδώ της ιστορίας το νήμα χάνεις.

 

Πότε ήρθε ο θάνατος να χτυπήσει την πόρτα

του καθενός ακριβώς δεν θα το διελευκάνεις.

Φαίνεται όμως να είχε φροντίσει και για τους τρείς

η έξοδος τους να είναι καθαρά αμερικανική, με εφέ:

να μας αφήσουν μέσα στο μυθοποιημένο γουικ-έντ.

 

 

                                                                               24 Απριλίου, 2020

 

Ο Τρελλός τού Μάη

 

Ανέβηκε ο ήλιος

σ’ ένα λείο γαλάζιο

καθάριο σαν πάγο,

κι άναψε το πράσινο

χαμηλά εδώ κάτω.

 

Στο σκηνικό αυτό

κυλάει ασύνδετο

ένα γιομάτο σύννεφο,

χρώμα από σίδερο.

Από κατεύθυνση άλλη

άλλο ένα κυλάει,

χρώμα από ατσάλι.

 

Κινάει τις πασχαλιές

δυνατά σαν τρελλές

στριφογυριστά ο άνεμος,

και τις φυλλωσιές

στον μεγάλο πλάτανο.

 

Πίσω απ’ τη μαυρίλα

του ουρανού, το φώς

σχίζει μια πελώρια τρύπα.

Κάπου αρχίζει να μ’ αγγίζει.

Μα τώρα ξαφνικά χιονίζει!

 

Ασπρες νιφάδες στον αέρα

παίζουν σαν ανθών πέταλα.

Τι τρέχει;  Τρελλό πανηγύρι!

Αραγε, η φύση πού το πάει;

Πιά, καθόλου δεν με νοιάζει.

 

Βγαίνω έξω και μπαίνω

κι εγώ στο παιχνίδι.

Στέκω στη μέση στο

γρασίδι, και γελώ.

Κι ας με πούν: Ο τρελλός!

του τρελλού αυτού Μάη.

 

 

Westchester, 9 Μαΐου 2020

Προηγούμενο άρθροΤο χαϊκού τού νιπτήρα (Διαβάζοντας αλλιώς το Κουτσό, του Ελευθέριου Μακεδόνα)
Επόμενο άρθροΑπό τον κοσμοπολιτισμό στην ενσωμάτωση (του Θανάση Μήνα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ