Ἀπό τὴν ἐνηλικίωση τοῦ θανάτου στὴν ὠδή στὴ νεκρὴ φύση (τῆς Ἔφης Κατσουροῦ)

0
168
John Everett Millais – Ophelia

 

 

 

 

            τῆς Ἔφης Κατσουροῦ

            Δύο ἐκδοχὲς ἑνὸς συντελεσμένου χρόνου: Ἀπό τὴν ἐνηλικίωση τοῦ θανάτου στὴν ὠδή στὴ νεκρὴ φύση

*

            «Νὰ γιατί γράφω. Γιατί ἡ ποίηση ἀρχίζει ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ τὴν τελευταία λέξη δὲν τὴν ἔχει ὁ Θάνατος. Εἶναι ἡ λήξη μίας ζωῆς καὶ ἡ ἔναρξη μίας ἄλλης, ποὺ εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴν πρώτη ἀλλὰ ποὺ πάει πολὺ βαθιά, ὥς τὸ ἀκρότατο σημεῖο ποὺ μπόρεσε ν’ ἀνιχνεύσει ἡ ψυχή, στὰ σύνορα τῶν ἀντιθέτων, ἐκεῖ ποὺ ὁ Ἥλιος κι ὁ Ἅδης ἀγγίζονται.», [1]γράφει ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης στὰ Ἀνοιχτὰ χαρτιά, καὶ ὡς δύναμη τέτοια καὶ μόνον μπορῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἀντιληφθῶ τὴν ποίηση, ὡς τὴν σφοδρὴ ἐπίθεση τῆς ἐπιθυμίας σὲ ὁτιδήποτε τετελεσμένο, σὲ ὁτιδήποτε ἐκ προοιμίου δοσμένο, μία ἐν δυνάμει Ἀνάσταση, ὡς τὴν διαρκῆ ἀνάδυση φωτὸς ἀπὸ τὸ ἐσώτερο σκοτάδι τῆς ὕπαρξης, μία ἀκριβὴ ἐλευθερία, ποὺ κατακτᾶται μόνο μέσα ἀπὸ τὴν περιπλάνηση σὲ δύσβατα μονοπάτια ἀπάτητα γιὰ τὸν καθένα. Καὶ διαχρονικά, ἡ πάλη αὐτὴ ἀνάμεσα στὶς ἀντίρροπες δυνάμεις, εἶναι ἡ κεντρομόλος δύναμη ποὺ διαμορφώνει τὴν ποιητικὴ κάθε ποιητῆ καὶ ἐν συνεχείᾳ, κάπως πιὸ μακροσκοπικά, τὴν ποίηση μιᾶς ὁλόκληρης ἐποχῆς. Τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι, ὁ ἔρωτας καὶ ὁ θάνατος, ὁ παρελθὼν καὶ ὁ μέλλων χρόνος, ἡ μνήμη καὶ ἡ λήθη, ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ μὴ ὕπαρξη, τὸ κενὸ καὶ τὸ πλῆρες: πάντοτε, ἢ σχεδὸν πάντοτε, ἀνάλογα μὲ τὴ στιγμὴ τοῦ γράφοντος καὶ τὴν ὥρα τοῦ καιροῦ, σὲ αὐτὴ τὴν συνάντηση τῶν ἄκρων ποὺ συντελεῖται στὸν ποιητικὸ πεδίο, κάποια ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς προβάλλει ἀκέραιη καὶ ἡ ἄλλη θάλλει καὶ συνεπικουρεῖ τὴν ἴδια ἔκφραση, ὑποδαυλίζει τὸ αἴσθημα, σὲ μία πλανητικὴ περιστροφὴ τοῦ ἡλιακοῦ συστήματος τῶν λέξεων. Μὲ ἄλλα λόγια, θέλω νὰ πῶ, ὅτι καὶ τὸ πιὸ ἐρωτικό, ἀκόμη, ποίημα, πίσω ἀπὸ τὴν φλόγα κρύβει τὴν τέφρα του, μὲ τρόπο ἀνάλογο, ποὺ τὸ σπαρακτικότερο μοιρολόγι ἠχεῖ ἀναπότρεπτα σὰν ἐναγώνια κραυγὴ ζωῆς.

Τελειώνοντας ὁ Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, ὁ Τεοντόρ Ἀντόρνο,  ἔλεγε: «τὸ νὰ γράψεις ἔστω καὶ ἕνα ποίημα μετὰ τὸ Ἄουσβιτς εἶναι βαρβαρότητα», ὀρθώνοντας, μὲ λίγες λέξεις, ἕνα τεῖχος ἀληθείας πάνω στὸ σαθρὸ ἔδαφος τῆς βαναυσότητας τῶν μαρτυρίων, τὸ ὁποῖο, μέσα ἀπὸ τὴν ἀφοριστικὴ χροιά τῆς ματαίωσής του, καταφέρνει νὰ θεμελιώνει τὴν ποίηση στὴν ἀκράδαντη ἐλπίδα τῆς ἐξυγίανσης τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα. Ὁ ἄνθρωπος θὰ αἰσθανθεῖ ξανά, ἀλλὰ θὰ αἰσθανθεῖ μόνο μέσα ἀπὸ τὴν ἐπανίδρυση τῆς ἴδιας τῆς φύσης του, καὶ ὁ ποιητὴς θὰ σκιρτήσει καὶ πάλι, ἀλλὰ θὰ σκιρτήσει μόνον μέσα ἀπὸ τὴν ἐκ τοῦ μηδενὸς ἀνακάλυψη τῆς γλώσσας του. Τότε καὶ μόνον τότε θὰ καταφέρει νὰ ἀναδυθεῖ ὁ κόσμος λυτρωμένος ἀπὸ τὸ ἀποτεφρωτήριο τοῦ πολέμου καὶ θὰ εὐωδιάζει μύρο καὶ ἀνάσα πρωινή. Κάπως ἀλλιώτικα σήμερα, πρὶν κλείσει κἂν αἰῶνας ἀπὸ τὰ οἰκεῖα ἐκεῖνα κακά, ἔχουμε βρεθεῖ, ὡς ἀνθρωπότητα, σὲ ἕνα μεταίχμιο παρόμοιο, σὲ μία μετάβαση ποὺ διαφέρει μὲν ποιοτικὰ ἀλλὰ γειτνιάζει ποσοτικὰ καὶ οὐσιαστικά, σὲ μία συνθήκη ποὺ ἀναζητᾶ καὶ θὰ ἀναζητήσει πολὺ περισσότερο στὸ μέλλον τὴν ὑπέρβαση ἑνὸς δεύτερου θανάτου. Μπορεῖ σήμερα, νὰ μὴν μαχόμαστε γιὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, νὰ μὴν ὑφιστάμεθα μαρτύρια λόγῳ φυλετικῶν διακρίσεων, τουλάχιστον στὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο, ἀλλὰ ἡ πανδημία ποὺ ἐπελαύνει μὲ τὰ συνεπακόλουθά της, μᾶς ἔχει φέρει σὲ μία κατάσταση, ὅπου οἱ ἄνθρωποι μετατρέπονται καὶ πάλι σὲ ἀριθμοὺς καὶ οἱ ἐλευθερίες καταλύονται ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη σχεδὸν ἀβίαστα. Καὶ πάει πιὰ ἕνας χρόνος γεμᾶτος ποὺ βαδίζουμε στὴ χώρα τοῦ κανένα, σὲ ἕνα τοπίο ποὺ ὁ χρόνος διαστέλλεται καὶ ὁ χῶρος συναιρεῖται· ἀγνοώντας ποιὸ θὰ εἶναι, αὔριο, τὸ ἠθικὸ ἀποτύπωμα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔμαθε νὰ ζεῖ χωρὶς ἁφή· ἀγνοώντας ποῦ θὰ ἔρχεται νὰ ἀκουμπήσει ἡ ποίηση.

Κρατώντας στὰ χέρια μου τὰ πρόσφατα ποιητικὰ βιβλία του Ἀντώνη Φωστιέρη καὶ τοῦ Στάθη Κουτσούνη, Θάνατος ὁ δεύτερος καὶ Στοῦ κανενὸς τὴ χώρα, ἀντίστοιχα, νοιώθω ὅτι ὁ ποιητικὸς λόγος, ἤδη αὐτὴ τὴ στιγμή, ἀνεξάρτητα ἀπὸ γενιές, ποιητικὲς καταβολές, ἀκόμη καὶ προθέσεις, ἔχει ἔρθει σχεδὸν ἀκούσια ἀντιμέτωπος μὲ αὐτὸ τὸ ἐπέκεινα, μὲ τὸ χωροχρονικὸ μετὰ ἑνὸς κόσμου ποὺ ἀλλάζει ἀναπότρεπτα, στερούμενος ἀπ’ ὅλες τὶς αἰσθήσεις, ἐκείνη τὴν πιὸ ἄσημη καὶ πιὸ λυτρωτική[2], ὅπως ἔγραφε ὁ Καροῦζος καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ διαβαστεῖ ἔξω ἀπὸ τὸ συγκείμενο τῆς ἐποχῆς. Καὶ τὰ δύο βιβλία, ἐκδοθέντα ἐντὸς τοῦ 2020, δὲν φέρουν κανένα πρόσημο ἐπικαιρικῆς γραφῆς, ἀλλὰ ἔρχονται, μὲ ἐντελῶς διαφορετικὸ ὕφος -συνεπὲς πρὸς τὴν προσωπικὴ ἔκφραση τοῦ ποιητῆ τους τὸ καθένα, νὰ συνδιαλεχθοῦν μὲ τὸν συντελεσμένο χρόνο, μὲ μία μνήμη ζώσα καὶ αἰχμηρή, καὶ νὰ μετεωριστοῦν μπροστὰ στὸν μέλλοντα χῶρο, στὸ ὁριακὸ τοπίο ποὺ διαμορφώνει τὸ ἀδιάτρητο παρόν, νὰ συνομιλήσουν μὲ τὴν σκοτεινὴ πλευρὰ τοῦ φωτός, μὲ ἕναν θάνατο ἐνήλικο καὶ ἕναν βίο ποὺ βρίθει φύσεων νεκρῶν. Θέλω δηλαδή, νὰ πῶ ὅτι ὁλοκληρώνοντας τὴν ἀνάγνωση τῶν δύο συλλογῶν, ἔνοιωσα ὅτι ὁ κάθε ἕνας, ἀπὸ τοὺς δύο ποιητές, σφυρηλατεῖ ἕνα προσωπικὸ τοπίο ἀπώλειας, μία διαφορετικὴ ἐκδοχὴ τοῦ χρόνου ποὺ παύει, ποὺ ἀκινητεῖ στὸ χῶρο προοιωνίζοντας μία νέα ἐκκίνηση.

 

                    **

 

Ὁ Φωστιέρης ἀπὸ τὴν δική του ὀπτική, πιστὸς στὸ φιλοσοφικὸ ὑπόβαθρο τῆς ποιητικῆς του ἔκφρασης, διαμορφώνει μία ὁλιστικὴ εἰκόνα τοῦ τεθνεῶτος χρόνου, ποὺ ἀπεικάζεται μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς βαθειᾶς φιλοσοφικῆς του σπουδῆς καὶ ταυτόχρονα καταφέρνει νὰ ἀπελευθερώνει τὰ αἰσθήματα ποὺ ὑποβόσκουν μέσα στὸν χῶρο τῆς λογικῆς πρόσληψης τοῦ κόσμου. Οἰκοδομεῖ μία στέρεα ποιητικὴ πραγματεία ἐπάνω στὴν ὕπαρξη, ποὺ ἀναδιπλώνεται μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ ἀναγνώστη σὰν μία παρέλαση παρελθόντων, παρόντων καὶ μελλόντων στιγμῶν τοῦ ἀνθρώπου, ἕνα ὑπαρξιακὸ ταξίδι ἀπὸ τὴ ὥρα ἐκείνη ποὺ ἄξαφνα / θὰ τιναχτεῖς ἐσὺ μέσ’ ἀπ’ τὸ αἷμα / κλαίγοντας / μὴ σὲ τραβήξει / πίσω τὸ / μηδέν, μέχρι τὸ τελευταῖο / τελευταῖο / λεπτὸ / τοῦ παρελθόντος. Ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ ἀνυπαρξία, αὐτὸ τὸ ἀβέβαιο «μετὰ», τὸ ἄχθος τῆς αἰωνιότητας, ὁ ἄνθρωπος ὡς, τίποτε περισσότερο καὶ τίποτα λιγότερο, ἀπὸ ἕνα ἑρμάριο θραυσμάτων χρόνου, ὡς  ἐκμαγεῖο του βιωμένου του χρόνου καὶ τὸ σῶμα, ἡ σάρκα, ὡς τὸ ἀπόλυτο ἔκδοχο τῆς ψυχῆς, τὸ θραυστὸ ὑλικό, τὸ πορῶδες καὶ εὔπλαστο, στὸ ὁποῖο εἰκονίζεται κάθε ἐλάχιστο λεπτὸ τῶν περασμένων, ἔρχονται νὰ συνθέσουν ἕνα τοπίο διαρκοῦς ματαίωσης, ἕναν δεύτερο θάνατο, ὅπως ἀπὸ τὸν τίτλο ἔχει προμηνύσει ὁ ποιητής. Καὶ αὐτὸς ὁ, δεύτερης τάξεως, θάνατος μπορεῖ νὰ κυμαίνεται σὲ ἔνταση καὶ ποιοτικὰ χαρακτηριστικά, νὰ εἶναι φυσικός ἢ νοερός, ὁλικὸς ἢ μερικός, ψυχικός ἢ σωματικός, συνδηλεῖ ὅμως πάντοτε σὲ κάτι τὸ ἀμετάκλητο, τὸ ἀπροσπέλαστο, σὲ μία κρούση, ποὺ εἴτε προκαλεῖ τὴν θραύση εἴτε τὴν ὁλοκληρωτικὴ παραμόρφωση, φέρει στὸ σαρκίο τῆς τὸ τέλος, ἕνα τέλος ποὺ ἀναντίρρητα προοιωνίζει μία νέα (γνωστὴ ἢ ἄγνωστη) ἀρχή.

Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, μέσα στὴ συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο, παρουσιάζει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Φωστιέρης, σὲ αὐτή του τὴ στιγμή, ἐπιμένει ἐξαιρετικὰ στὴν ὑλικὴ πρόσληψη τοῦ κόσμου, στὴ σημασία τῆς σάρκας, στὸν τρόπο ποὺ ἡ ἁφὴ ἐπιδρᾶ στὴν πρόσληψη τοῦ κόσμου. «Καὶ πόση πλήξη / Ἕνα πνεῦμα ὁλόγυμνο / Νὰ κολυμπάει στὰ χάη διαρκῶς, / Χωρὶς τὴν ἄχαρη / Φροντίδα ἑνὸς κορμιοῦ» [«Ἡ αἰωνιότητα»] ἐπισημαίνει, χρήζοντάς το κελευστὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν αἰσθημάτων καὶ καταφέρνοντας νὰ σωματοποιεῖ καὶ τὶς πλέον ἀσύλληπτες ἔννοιες. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ἀποτελεῖ τὸ ποίημα «Ἡ σάρκα τοῦ χρόνου», ὅπου διαβάζουμε: «Ξέρω / Δὲν ξέρω τι σημαίνει ἀκριβῶς / Ἀλλὰ τὸ λέω: // -Τὸ σῶμα σου εἶναι / Ἡ σάρκα τοῦ χρόνου // (Ποιὰ σκέψη μπόρεσε ποτὲ / Νὰ ξεδιαλύνει / Ὥς τὸ μεδούλι του / Ἕνα στίχο / Ποιὸ αἴσθημα  / Νὰ ξεκλειδώσει ἐπάξια / Μιὰ λέξη; Ἀνάστροφα, / Ἡ ἀπορία μοιάζει ἀρκούντως / Παιδική). //  Μήπως θέλει νὰ πῶ: / Ἀκούω στὸ στῆθος σου / Ριπὲς δευτερολέπτων; // Μήπως θέλω νὰ πεῖ: / Τὸ πνεῦμα ἐνδίδει ἀδιάντροπα / Στὰ θέλγητρα τῆς ὕλης; // Δὲν ξέρω / Ξέρω τί σημαίνει / Ἀλλὰ τὸ λέω: // -Τὸ σῶμα σου ἔνδυμα / Μανδύας τοῦ Παντός.». Ἐν συνεχείᾳ, καὶ στήν, ὑπὸ τὸν τίτλο «Ὑλικὰ κατεδαφίσεων -Ὑλικὰ οἰκοδομῶν», σύνθεση του -ἕνα μωσαϊκὸ ποιητικῶν ἀφορισμῶν, ἔρχεται νὰ ἀποδώσει μὲ σωματικὰ χαρακτηριστικὰ ἀκόμη καὶ τὸ ἴδιο τὸ ποίημα: «Ἄτυχο ποίημα – / Σὲ ποιὸν πολτὸ ἀνακύκλωσης / Θὰ συνθλιβοῦν μιὰ μέρα / Τὰ ὀστᾶ σου.» διερωτᾶται, θέλοντας σὲ μία ἀκραία ἐκδοχή, νὰ καταδείξει πὼς ὁτιδήποτε ἀνθρώπινο ἔχει καὶ μία, τουλάχιστον, ὑλικὴ διάσταση, μία χειροποίητη ἐκδοχὴ ποὺ τὸ ὁδηγεῖ καὶ ἐκεῖνο νὰ καθίσταται ἕρμαιο τῆς ἀνηλεότητας τοῦ χρόνου. Ταυτόχρονα, ὁ τίτλος, κάτω ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐπιλέγει νὰ στεγάσει τοὺς ἀφορισμούς του, τὰ ποιητικά του θραύσματα, τὰ ὁποῖα γυαλίζουν μέσα στὸ ὅλον, σὰν τὰ θρυμματισμένα κομμάτια γυάλινου μπουκαλιοῦ πάνω στὰ βότσαλα παραλίας, ἄλλα ὀξυκόρυφα καὶ αἰχμηρά [ «Τὸ σῶμα παλιώνει σὰν ροῦχο» / «Ὑπήκοοι στὸ ἔθνος τῶν θνητῶν» / «Νοσταλγώντας τὸ μέλλον / Ποὺ δὲν θὰ τὸ ζήσεις» / Τὸ γῆρας / Παρὰ τὰ χρόνια του / Ἔρχεται τρέχοντας» / «Ὁ κόσμος / Ξεσκισμένη παρθενιὰ / Ξαναραμμένη» ], καὶ ἄλλα λειασμένα καὶ θελκτικὰ σὰν ἡμιπολύτιμοι λίθοι [ «Ἀστερισμοὶ ἐπίγειοι / τῶν οἰκισμῶν» / «Ὁ οὐρανὸς /  Μὲ τόσα γιασεμιὰ / Τὴ νύχτα» / «Μιὰ θύρα παραδείσου / Πίσω ἀπ’ τὰ βάτα.» ], ἔρχεται μὲ τὸ δίπολο ποὺ προτάσσει (κατεδάφιση – οἰκοδομὴ) νὰ συμπυκνώσει τὴν ἠθική τοῦ χρόνου του ποιητῆ: ἡ αἰωνιότητα δὲν εἶναι παρὰ μία ἐκδοχὴ τῆς βιαιότητας τοῦ νοῦ, το πάντα εἶναι τώρα καὶ ὅ,τι δομεῖται ἀποδομεῖται καὶ πάλι στὸ διηνεκές. «Τίποτα λέει δὲν χάνεται στὸ σύμπαν / Τίποτα- / Κι αὐτὸ ποὺ ὑπῆρξε κάποτε / Πάντα θὰ ὑπάρχει ἀλλάζοντας /Μορφὲς καὶ σχήματα στὰ ἐξ ὧν. / […] / Ἂν ὅμως χάνεται τὸ πρόσωπο / Τῆς μνήμης, ἄραγε /Ποιὸς θὰ νοιαστεῖ / Γι’ αὐτὰ τὰ μόρια τῆς ψυχῆς ποὺ ἀνώνυμα / Μπορεῖ νὰ τρέξουν νὰ ἑνωθοῦν παφλάζοντας / Μὲ τ’ ἄλλα ἀνώνυμα ψιχία στὴ νοητὴ / Δεξαμενὴ τοῦ ἐπέκεινα, / Σὲ μιὰ ὑπερκόσμια λίμνη / Φώτων ἢ πυρός; /[…]» [«Ψιχία ψυχῆς»].

 

                                                     ** *

                       

            «Χρόνια πολλὰ / λέει ὁ ζωντανὸς στὸν πεθαμένο / δὲν χρειάζομαι τὶς εὐχές σου / τοῦ ἀπαντᾶ ἐκεῖνος / σὲ τούτη ἐδῶ τὴ χώρα / ἐγὼ κατέκτησα ἐξάπαντος / τὴν αἰωνιότητα // δική σου τώρα ἡ σπουδή», ἀντιφωνεῖ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ καὶ ἀπὸ τοῦ κανενὸς τὴ χώρα, ὁ Στάθης Κουτσούνης καὶ γίνεται εὔκολα κατανοητὸ ὅτι πρόκειται γιὰ ἕνα χῶρο ποὺ ἐνῶ θεματολογικὰ συνορεύει μὲ τὸν χῶρο τοῦ Φωστιέρη, ἰδιοσυγκρασιακά, προσπαθεῖ, μὲ τὴ δική του ποιητικὴ χάραξη, νὰ ἰχνηλατήσει τὰ ἀπάτητα μονοπάτια τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς ἀνυπαρξίας, νὰ καταδυθεῖ σὲ ἔννοιες ἀχειροποίητες, ὅπως αὐτές τοῦ χρόνου καὶ τῆς αἰωνιότητας, τοῦ τετελεσμένου συμβάντος, τῆς συναισθηματικῆς ἢ φυσικῆς ἀκινησίας τοῦ κόσμου. Ἡ εἰδοποιὸς διαφορά, μεταξὺ τῶν δύο συλλογῶν, ποὺ ἀντικατοπτρίζει καὶ τὴν μαγεία τῆς ποιητικῆς ἔκφρασης, ἐντοπίζεται στὸν τρόπο προσέγγισης αὐτοῦ τοῦ κοινοῦ πυρῆνα· ἡ ἀπώλεια τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου, τὸ ἐπικείμενο ἢ τὸ συντελεσθὲν τέλος, ἐδῶ σαρκώνεται μέσα ἀπὸ εἰκόνες καὶ ἀφηγήσεις, ὁλιστικὲς προσωποποιήσεις καὶ ἀλληγορίες. Ὁ φιλοσοφικὸς στοχασμὸς ποὺ στὸν Φωστιέρη προβάλλει ὡς καθ’ ἑαυτὸ ἑνωποιητικὸ στοιχεῖο τῆς ποίησής του, ὡς κεντρομόλος δύναμη τῆς γλώσσας του, ἐδῶ ἐνυπάρχει ὡς λάκτισμα καὶ ἐμφανῶς ὑποχωρεῖ μπροστὰ σὲ μία γραφὴ σχεδὸν παραβολική. Ὁ Κουτσούνης, σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ ποιήματα τῆς συλλογῆς του, παραδίδει καὶ μία μικρὴ ξεχωριστὴ ποιητικὴ ἀφήγηση, μία ἱστορία ποὺ πίσω της κρύβει μιὰν ἄλλη, ἕνα αἴσθημα ἢ ἕνα ἐρωτηματικό, μία μνήμη ποὺ πάλλεται καὶ πασχίζει νὰ λάβει νέα σάρκα, νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὴν τέφρα της. «στὸ ράφι τῆς ντουλάπας / σ’ ἕνα κουτὶ ἀπὸ βελοῦδο / τὰ στέφανά της // τὰ κατεβάζει κάθε μέρα / καὶ τὰ φροντίζει ἐπιμελῶς / μὴν παραλείψεις ἐπαναλαμβάνει / νὰ μοῦ τὰ βάλεις μαζὶ ὅταν φύγω / ἔννοια σου καὶ θὰ τὸν παντρευτῶ ξανὰ / τὸν πατέρα σου ἐκεῖ πέρα // ἐκτὸς ἐὰν / μέσα στὸ τόσο πλῆθος / δὲν καταφέρουμε ποτὲ ν’ ἀνταμωθοῦμε», γράφει στὸ ποίημα «στεφάνι», μπολιάζοντας τὸ στίχο του μὲ τὸ φορτίο μίας μνήμης διπλῆς, τὴν μνήμη τῆς μνήμης, τὸν βιωμένο χρόνο, ποὺ φέρει στὸ σῶμα της αὐτὴ ἡ ἐλάχιστη, καθημερινὴ ὥρα.

Το ποιητικὸ ὑποκείμενο μοιάζει νὰ κρέμεται, νὰ γατζώνεται πάνω στὰ μικρὰ ἀντικείμενα τῆς καθημερινῆς κίνησης, στὰ ἄψυχα πράγματα ποὺ γίνονται πυκνωτὲς μνήμης καὶ ἀχθοφόροι αἰσθήσεων, ἀλλὰ καὶ σὲ ὁτιδήποτε θάλλει ἀνενεργὸ στὸ τοπίο γύρω καὶ μέσα ἀπὸ αὐτό, εἴτε αὐτὸ εἶναι ὑλικό, εἴτε ἄϋλο, εἴτε πρόκειται γιὰ ἕνα ἀντικείμενο, εἴτε γιὰ ἕνα ἥρωα, γιὰ ἕνα μῦθο. Συλλέγει αὐτὰ τά, ἀμελητέα ἢ μή, θραύσματα τῆς προσωπικῆς του ἱστορίας, τὰ μέρη στὰ ὁποῖα ἔχει σταθεῖ καὶ ἔχει ἀφουγκραστεῖ τὸν ἀχό τους, καὶ τὰ σκαλίζει μέχρι νὰ δακρύσουν, μέχρι νὰ πληγωθοῦν βαθιὰ καὶ ἡ κραυγή τους νὰ ἀκουστεῖ σὰν κλάμα γέννησης κι ὕστερα πάλι νὰ σωπάσουν καὶ νὰ ἀποσυρθοῦν στὰ μύχια τῆς ὕπαρξής τους. «Πάσχιζα νὰ βρῶ τὶ θὰ ντυθῶ / σ’ αὐτὸ τὸ μασκὲ πάρτι τῶν συμμαθητῶν / μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια / ὥσπου ξεπήδησαν ἀπὸ μέσα μου / οἱ πρωτινοὶ ἑαυτοί μου / ὁ Τρελαντώνης κι ὁ Μικρὸς Σερίφης / ὁ Δὸν Κιχώτης καὶ ὁ Μπολιβὰρ / ὁ Καζανόβα καὶ ὁ Σέρλοκ / κι ἄλλοι ἀτίθασοι κι ἐπαναστάτες / ἀσυμβίβαστοι κι ὀνειροπόλοι / καὶ προπαντὸς τῆς ὀμορφιᾶς ἐραστὲς // μὲ πολιορκοῦσαν ἀσφυκτικὰ / ἐκλιπαρώντας νὰ τοὺς ζωντανέψω / ἔστω τὴν ὕστατη στιγμὴ / νὰ τοὺς ὑποδυθῶ ξανὰ // μὰ ἤδη εἶχα πάρει τὴ στροφὴ / κι ἦταν ἀργὰ γιὰ ὑποκριτικὴ / ἔτσι δειλὸς καὶ ἄσημος / μὲ ψίχουλα στὰ χέρια καὶ σπασμένα δόντια / πῆγα στὸ πάρτι χωρὶς μεταμφίεση / μόνος ἐγὼ μιὰ θλιβερὴ παραφωνία», γράφει στὸ ποίημα «τὸ πάρτι», ἐνῶ συχνά, ἐπιλέγει νὰ ἀδράξει τὸν ἀνενεργό, τὸν «νεκρὸ» μῦθο καὶ νὰ τὸν φέρει στὸ παρόν, ἐπιχειρώντας νὰ τοῦ δώσει νέα πνοή, νὰ τὸν δραματοποιήσει μέσα στὸ νέο χωροχρονικὸ περιβάλλον, προσαρμόζοντας τὸ λεξιλόγιο, τὶς ἀναφορὲς καὶ τὴν σύνταξη ἀκόμη τῆς γραφῆς του [«ἀγαπημένε μου // ἐκεῖνο τὸ πρωὶ πετάχτηκα προτοῦ χαράξει / ἔδιωξα τὶς δοῦλες καὶ τὸν Αἴγισθο ποὺ κλαψούριζε / κι ἑτοίμασα μονάχη τὸ λουτρό σου / γέμισα ὡς τὴ μέση τὴν μπανιέρα / στάζοντας στὸ νερὸ αἰθέρια ἔλαια / κι ἔμεινα μ’ ἕνα διάφανο κομπινεζὸν // κι ὅσο περίμενα νὰ ξυπνήσεις πλάνα τοῦ σινεμὰ / πέφταν οἱ ἀνοιχτοὶ λογαριασμοί μας […]» («ἀπολογία»)]. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ὁ Κουτσούνης ὀργανώνει μία σύνθεση ἀπὸ ἀντικείμενα καὶ πρόσωπα κεκοιμημένα, σὰν ὠδὴ στὴ  νεκρὴ φύση, καὶ ζωγραφίζει τελικὰ ἕνα τοπίο ποὺ μάχεται, μέσα σὲ ἕνα χῶρο κενό, νὰ συντηρήσει ἢ νὰ δώσει ἐκ νέου ζωὴ σὲ ὅτι βρίσκεται σέ, φυσικὴ ἢ ψυχική, ἀποδρομή.

Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ αἴσθημα τῆς ἐναγώνιας ἐπιβίωσης ἐκείνου ποὺ χάνεται, ἐπισφραγίζεται μὲ τὴ σειρὰ τῶν δικῶν του «ἀφορισμῶν», τῶν ἀκαριαίων εἰκόνων ποὺ στεγάζει κάτω ἀπὸ τὸν τίτλο «νεκρὲς φύσεις i, ii, iii, iv» καὶ διατρέχουν τὸ βιβλίο. «ροτόντα μὲ δύο καρέκλες / σ’ ὅποια καὶ νὰ καθίσω / ἡ ἄλλη μένει ἄδεια», γράφει στὴν πρώτη σειρά, τονίζοντας τὴν δύναμη τοῦ ἀντικειμένου καὶ τοῦ χώρου ποὺ διατηρεῖ τὴν μνήμη στὸ ἀποτύπωμά του, ἐνῶ στὴ δεύτερη σειρά, κλιμακώνοντας τὴν ἔνταση τῆς εἰκονοποιΐας του, μοιάζει νὰ προσπαθεῖ σχεδὸν νὰ καταργήσει τὸν θάνατο, νὰ ἀποδώσει τὸ χῶρο του μέσα ἀπὸ τὸ λεξιλόγιο τῆς παρουσίας: «χῶμα στὸ χῶμα ὁ νεκρὸς / ὡραῖος ἀποτρόπαια / μὲς στὸ μικρὸ ἐξοχικό του». Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι σὲ ἀντίστιξη μὲ τοὺς ἀφορισμοὺς τοῦ Φωστιέρη, ποὺ ἀρθρώνονται μέσα ἀπὸ ἕνα λεξιλόγιο περισσότερο ἀφηρημένων ἐννοιῶν (μέλλον, χρόνος, θνητὸς, παράδεισος κ.ο.κ.) καὶ οἰκοδομοῦν ἕνα παλίμψηστο αἰσθήσεων, ἰδιαζόντως ἰσχυρῶν, πάνω στὶς ὁποῖες ὁ ἀναγνώστης καλεῖται νὰ προσαρτήσει τὸ δικὸ του προσωπικὸ βίωμα ὥστε νὰ ἀποδοθεῖ σὲ εἰκόνα, ὁ Κουτσούνης λειτουργεῖ ἀντίστροφα. Παραδίδει τὶς ἐλάχιστες λεπτομέρειες βιωμένων εἰκόνων, σὰν καρτ-ποστὰλ τοῦ χρόνου του, στιγμιαῖες δεσμεύσεις καὶ ἀποδεσμεύσεις τοῦ αἰσθήματος, καὶ καλεῖ τὸν ἀναγνώστη νὰ τὶς ἀποδομήσει γιὰ νὰ ἀγγίξει αὐτὴ τὴν ἀκριβὴ ἀλήθεια ποὺ κρύβεται πίσω τους, τὸν κοινὸ τόπο τοῦ ἀπολεσθέντος χρόνου.

      ** * *

 

Οἱ δύο ποιητές, μὲ ἐντελῶς διαφορετικὰ μέσα, χρησιμοποιώντας ὁ καθένας τὸ προσωπικὸ λεξιλόγιο του, καὶ συντάσσοντας τὸ στίχο του ἀπορροφώντας τὸ αἴσθημα τοῦ περιρρέοντος χώρου καὶ χρόνου του, μοιάζει σὲ αὐτὴ τὴν ἀκραία στιγμή, νὰ συνδιαλέγονται ἰδανικὰ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς. Ἀναζητοῦν νὰ συνομιλήσουν μὲ τὸν μετὰ-ἑαυτό τους, μὲ μία συνθήκη ἄγνωρη, ὅσο τὸ τέλος τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς αἰωνιότητας. Χωρὶς νὰ χρονογραφοῦν στὸ ἐλάχιστο, ἀποδίδουν ποιητικὰ τὴν κραυγὴ ἀγωνίας γιὰ τὴν ἀβέβαιη συνθήκη στὴν ὁποία βαδίζουμε, νεύοντας σὲ ἕναν κόσμο, ποὺ ὧρες-ὧρες δείχνει νὰ κινεῖται πρὸς τὸν χαμό του -καὶ χρησιμοποιῶ τὴ λέξη αὐτὴ ὡς εὐτυχέστερη ἀπὸ τὴ λέξη θάνατος[3], ἀκυρώνοντας τὰ ἀγγίγματα, ἀπαλείφοντας τοὺς ἀσπασμούς, περιχαρακώνοντας τὴν ἀθωότητα, ἀποδεσμεύοντας τὸ αἴσθημα ἀπὸ τὴν ἁφή καὶ τὴν ἀναπνοὴ ἀπὸ τὴν ἐλευθερία της. Ἡ ποίηση καὶ οἱ ποιητές, ὅμως ἀγγίζουνε μὲ λέξεις καὶ ἀναπνέουν οὐρανό· καὶ αὐτὴ εἶναι μία ἐλευθερία ἀκατάλυτη, ποὺ ἱδρύει σὲ κάθε ἐμπόδιο, ἐκ τοῦ μηδενός, τὴν καμπύλη τῆς ἡδυπάθειάς της χαράσσοντας ἕναν δρόμο χωμάτινο.

  *** **

 

[1]    βλ. Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Πρῶτα-πρῶτα ἡ ποίηση», Ἀνοιχτά Χαρτιά, Ἀθήνα, Ἴκαρος.

[2]    βλ. Νίκος Καροῦζος, «Δυσημερία τοῦ στήθους», Λευκοπλάστης γιὰ μικρὲς καὶ μεγάλες ἀντινομίες, 1971.

[3]    βλ. Ὀδύσσέας Ἐλύτης, «Ὁ κῆπος μὲ τὶς αὐταπάτες», Ἐν λευκῷ, Ἀθήνα, Ἴκαρος.

 *** ** *

 

 

Θάνατος ὁ δεύτερος, Ἀντώνης Φωστιέρης, Καστανιώτης, 2020

Βρες το εδώ

 

Στοῦ κανενὸς τὴ χώρα, Στάθης Κουτσούνης, Μεταίχμιο, 2020)

Βρες το εδώ

 

 

 

Προηγούμενο άρθροLouise Glück: αρσενικό/θηλυκό (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)
Επόμενο άρθροΣημάδια (διήγημα της Παναγιώτας Ζώη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here